Αυτός ο Μάης μου 'φαγε τη ζωή
αυτό το μαγιάτικο βράδυ στις αρχές της χιλιετίας, όταν ακόμα υπήρχαν τσάντες και πληκτρολόγια σαν του σπιτιού μου, πήγαμε σπίτι μου τρεις ντουζίνες οπαδοί του γηπέδου κι είχαμε κανονίσει βραδιά ταινιών. θυμάμαι τον γείτονά μας από κάτω να χτυπάει το ταβάνι γιατί ακούγονταν οι φωνές, αλλά εμείς εκεί να γελάμε σαν παιδιά με τις φωτογραφίες της ομάδας πριν το ματς εκείνης της νύχτας. είχε και μια μπουκάλα τσίπουρο κρυμμένη στο ψυγείο — την είχαμε φέρει σαν πιστοποίηση ότι ζούμε σπουδαία πράγματα εκείνες τις στιγμές.
κάπου γύρω στα ξημερώματα, κάποιος είπε "ρε παιδιά, σήμερα θυμάστε όταν ο Ζήσης έκλεψε τη μπάλα τρεις φορές στη σειρά εκείνον τον Μάη;" και τότε καταλάβαμε όλοι ότι αυτή η ομάδα είχε κλέψει όχι μόνο μια μπάλα, είχε κλέψει καρδιές. το ξύπνημα ήταν σκληρό το επόμενο πρωί στη δουλειά μου, επειδή το κεφάλι ήταν ακόμα εκεί, στημένος μπροστά στην οθόνη που έδειχνε το 2-2 σαν τώρα, σαν σήμερα! λες και η ώρα είχε κολλήσει εκεί, στις έντονες φωνές του αναγνωστή, στις γροθιές στον αέρα όταν ο Γιαννακόπουλος έβγαλε εκείνον τον σουτ, στη σιγή μετά την κλήρωση που έκανε όλα αυτά πιο πικρά και πιο γλυκά μαζί.
και τώρα, όσοι θυμάστε εκείνες τις βραδιές, σηκώστε το χέρι ψηλά... αλλιώς πώς θα βρούμε συμμαθητές; 😄
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
τι λέτε ρε παιδιά, κανένας δε θυμάται πώς εκείνο το βράδυ στις Σχολές είχε σπάσει ο ένας μεγαφωνικός στήθους από το κάψιμο των γερόντων όταν τραγούδησαν το "κλείνει η πόρτα;" 😄 τρώγαμε σουβλάκια από το ψυγείο του σπιτιού…
Άκου να δεις, @OFI1908. Εμένα εκείνες τις μέρες με βρήκανε στο Πειραιά να περιμένω έναν αγώνα του Olympiacos σα να περίμενα το πρώτο μου παιδί — κάθε κορώνα είχε και την ιστορία της. Θυμάμαι πως εκείνον τον Μάη είχε μπει μια φήμη στα γραφεία ότι ο Λόρενς δεν μπορούσε να περπατήσει ολόκληρη την παράταση σα σακί από κάρβουνο, αφήνοντας βρεγμένα χνάρια στις κάλτσες του σαν κάτι σημάδια προφητείας.
Μετά το 2-2, όταν η κλήρωση έκλεισε αυτή την πόρτα σα βαλβίδα υπό πίεση, η γυναίκα μου με βρήκε στον καναπέ σα νεκρό — είχα ξοδέψει τρία μπουκάλια μπύρα στέλνοντας μηνύματα στους φίλους σαν τρελός, μόνο που αυτά είχανε περισσότερους χαρακτήρες από έναν σχολιασμό LIVE.
Και ξέρεις τι έκανα τελικά; Έβαλα ένα στοίχημα στις τιμές εκείνης της βραδιάς σα να θυμόμουν κάτι που είχε συμβεί χτες — όχι πέντε χρόνια πριν. Μετά από δέκα αγώνες ζημιωμένος ακόμα, κατάλαβα πως εκείνες τις στιγμές δεν στοιχηματίζεις στο αποτέλεσμα αλλά στη δική σου ανάμνηση. Κάπου εκεί έμαθα πως μια ζωή την έχουμε μόνο μία φορά και πρέπει να την ζήσεις όσο γίνεται δυνατότερα — όχι όσο στοιχηματίζει ο άλλος. 💸🔥
τι;;;;; είστε τρελοί;;;; κρύα είχανε οι σπονδυλικές μου…;;;; θυμάμαι σα χτες που ήμουν παιδί στην Ασβεστοχώρα κι όλοι μαζευόμαστε στο σπίτι του θείου μου ντύνοντας το σαλόνι σαν στήθια, τότε που ακόμα ο μπάμπας αγόραζε τις βιντεοκασέτες στις λαϊκές — ε;;;; εκείνο το βράδυ ΔΕΝ υπήρχε τσίπουρο γιατί οι γονείς μας είχαν βάλει φραγή στο ψυγείο… ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΜΕΛΟΣ;;;; εμείς τρεις γερανοί στο δωμάτιο να τρώμε ΜΠΙΣΚΟΤΑ από σακούλα κανάβου κι να κρατάμε ένα ξύλινο κουτάλι σαν μικρόφωνο, φωνάζοντας τις γκολ της Πόρτο μαζί του!!
και μετά… ΑΜΑΝ!!!! στον Ζήση, ρε!!! πότε εκείνος ο άνδρας έπαιζε;;;; σα Θεός έπεφτε αστραπή κι έκανε τρύπες στη Πόρτο!! εκείνον τον Μάη, σιγά σιγά όλα γύρισαν σα διαβολεμένη ταινία γρήγορης κίνησης: η μπάλα του Λόρενς σα σφαίρα στο κεφάλι του Γιαννακόπουλου… η κλήρωση… ΟΙ ΓΡΟΘΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ!!! κανακάκης ήτανε εκεί πέρα ο Γιάννης κι έκανε το σήμα στους παίκτες σα να τους λέει "πίεσε, τώρα!!!" κι η καρδιά μου έκλαψε ενώπιον των γονιών… ΜΠΡΑΒΟ ΣΕ ΛΙΓΟ!!!!
κι όταν πήγαμε βγαίνοντας στις Σχολές (πού ήταν τότε ρομαντικό μέρος χωρίς φρουρούς κι αστυνομία), ξέραμε όλες τις λέξεις των τραγουδιών των Ultramen… ΤΙ ΩΡΑΙΑ ΜΕΡΑ;;;; έχουμε πάνω από είκοσι χρόνια απο εκείνο το βράδυ… σιγά σιγά η ζωή έκανε ότι όλοι αυτοί οι γεροί μετάνιωσαν πως πήρανε συνταξιοδότηση 😤🔥
υπολογίζω ότι η ομάδα εκείνη ήταν όλοι εμείς, αυτή η πόλη.. κι όσοι σηκώσετε το χέρι τώρα… ΑΜΑΝ!!!! ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ!!!! 💪💪💪🔴🔥
τι λέτε ρε παιδιά, κανένας δε θυμάται πώς εκείνο το βράδυ στις Σχολές είχε σπάσει ο ένας μεγαφωνικός στήθους από το κάψιμο των γερόντων όταν τραγούδησαν το "κλείνει η πόρτα;" 😄 τρώγαμε σουβλάκια από το ψυγείο του σπιτιού μου κι ο αέρας έτρωγε όλα αυτά τα παλιά τραγούδια σαν να 'τανε ψωμί αλατισμένο — η μάνα μου από δίπλα ξέρετε πώς ήταν; έπαιρνε δισταχτικά τις μπουκιές της γιατί είχε δει τις φωτιές να φτάνουν ακόμα το τρίτο διαμέρισμα!
και τότε... εκείνος ο ήχος του σφυριού στις πλακέτες που ξύπνησε όλον τον δρόμο... τρεις φορές!!! σα νάτανε το ξύπνημα μιας χώρας πριν κλείσει η πόρτα — μέχρι που κατάλαβε ο γείτονας ότι δεν ήταν σεισμός αλλά η ομάδα που ξαναζούσε την ιστορία. πόσοι δεν ξυπνήσαμε κι εμείς εκείνο το πρωί με μία κούραση σα να είχαμε τρέξει δέκα λεπτά επίθεση μαζί τους!!! τέλος πάντων, θα δούμε...
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Τι ωραιότητα αυτό το συναπάντημα στις κουβέντες για εκείνον τον Μάη!
Λοιπόν, ας μην ξεχνάμε πως εκείνες οι ομάδες ήταν φτιαγμένες σαν οικογενειακά τραπέζια — όλοι γνωριζόμασταν, ακόμα κι οι γείτονες φώναζαν μαζί μας όταν ο Γιαννακόπουλος έπιασε εκείνον τον σουτ σαν μπάλα που την είχαν όλες οι γειτονιές τριγύρω στις πλατείες. Σήμερα, όταν βλέπω τους παίκτες να τρέχουν σα στρατιώτες μέσα στο γήπεδο, νιώθω πως λείπει εκείνο το ζεστό σπίτι που είχε φαγητό στις κουβέντες και στις κουβέντες στις γειτονιές.
Αλλά αλήθεια, τι άλλο μπορούσε εκείνες οι ομάδες να κάνουν; Ήταν σαν μια γροθιά μέσα στη πόλη — όλες οι κουβέντες είχαν δικά τους κομμάτια εκείνης της ιστορίας. Σήμερα όμως, κάθε φορά που βλέπω το σήμα των Ultramen στις κερκίδες, θυμάμαι πως τότε ήταν σα γιορτή χωρίς φραγμούς κι άλλες φρουρές. Αν σκεφτεί κανείς πόσοι σήμερα δεν ξέρουν ούτε ένα τραγούδι από εκείνο τον αγώνα, τότε καταλαβαίνει πως κάτι χάθηκε — όχι πως οι σημερινοί παίκτες είναι κακοί, αλλά πως εκείνες τις χρονιές η πόλη μιλούσε μέσα από το γήπεδο σα ένα σώμα.
Κάτι όμως μένει πάντα: οι ιστορίες αυτές είναι σαν ζωντανές φωτογραφίες στο μυαλό. Όταν τα βράδια σβήνουν οι δρόμοι, εγώ ακόμα βλέπω εκείνον τον Μάη σα ταινία γρήγορης κίνησης — τις γροθιές στον αέρα, τους γέρους στις Σχολές που έκαναν το χώρο δικό τους, εκείνο το ξύπνημα με τις πληγωμένες φωνές. Κι όσο και να αλλάζουν οι εποχές, εκείνες οι μνήμες είναι σα χρώματα που ποτέ δεν ξεβάφουν.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρε μαλάκα τι θυμάμαι εγώ εκείνες τις μέρες σα να μην έφαγα ποτέ μου τη ζωή μου! Βρίσκονταν σπίτι μου στην Καβάλα, τρεις ντουζίνες καλή ώρα και η γυναίκα μου να ψιλοτρέμει στο άλλο δωμάτιο σα να ’ταν σεισμός— αλλά εμείς εκεί να κλειδώνουμε την πόρτα και να βάζουμε παντού φωτογραφίες από εκείνο το ματς σα να ’ταν Πάσχα! Ο γιος μου εκεί πέρα έκανε το μικρόφωνο σα διαιτητής κι άρχισε να φωνάζει "GOOOOL!" κάθε φορά που θύμιζε κάτι ο Ζήσης— μέχρι που έσπασε το κινητό μου επειδή του χτύπησα τον ύπνο στις τρεις το πρωί!
Κι όταν το πρωί πήγα στη δουλειά με τα γυαλιά του ηλίου σα να είχα περάσει τρεις σειρές εστίες, ο μισός κόσμος στο γραφείο μου ρωτούσε "ρε Γιώργο τι σου συνέβη;" Εγώ εκεί σα ζόμπι να λέω "κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, ήταν η κλήρωση εκείνη η μπάστα..." 😤 Μετά βλέπω τον γείτονα του τριγύρω σπίτι μου που εκείνο το βράδυ είχε βάλει μια κουβέρτα στον κήπο του σα να παρακολουθούσε ταινία— και μου φώναξε "μπορώ να βγω και εγώ μαζί σας την επόμενη χρονιά;" ΑΜΑΝ σοβαρά τώρα, αυτός ήταν ο πρώτος μου οπαδός!
Και βέβαια θυμάμαι την ιστορία με την τσίχλα του Γιαννακόπουλου! Σκεφτείτε ότι εκείνες τις μέρες πιστεύαμε πως η μπάλα ήταν ζωντανή σα σπουργίτης— μέχρι που κατάλαβε κανείς ότι ήταν αυτή η μπουκιά γλυκό στον Λόρενς που έκανε όλα αυτά δυνατά! Στο τέλος πάντων, εδώ έχουμε μια ομάδα σα οικογένεια, και οι ιστορίες αυτές είναι σα κρασί— όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο δυνατές γίνονται!
Και τώρα ας σηκώσουμε το μπουκάλι προς τιμήν εκείνου του βράδυ, γιατί αλλιώς τι άλλο έχουμε να κάνουμε; 🍷🔴🔥
Ρε παιδιά, εμένα εκείνον τον Μάη τον θυμάμαι σαν σήμερα επειδή η μάνα μου είχε βάλει πύρινο υλικό στο γκολ της κουζίνας. Την επομένη έκανα τρία χρόνια στη σχολή μηχανικών επειδή έλειψα τρεις μέρες αφότου ξύπνησα σα καμένο τσιγάρο — ούτε νερό δεν έπινα εκείνο το βράδυ, έκανα συνεχώς replay στον υπολογιστή. Του έδωσα ραντεβού τότε στον πρώην φίλο μου επειδή του είχε πει πως "θα γίνει κάτι σπουδαίο" κι όταν χτύπησε η πόρτα του σπιτιού είχαμε βάλει μια μεγάλη σημαία σαν στρώμα γιατί λέγαμε ότι εκείνος ο αγώνας ήταν η επιβίωσή μας. Μετά απούσα από τρεις διαγωνισμούς και η ομάδα έχασε στην παράταση — το έχω ακόμα εκείνο το χαρτί με τις σημειώσεις μου γδαρμένο στις άκρες.
Και ναι, οι τσάντες εκείνες είχαν βάρος — ψυχολογικό βαρύτερες από οποιονδήποτε αέρα στους αγώνες τώρα. Αλλά αυτές τις ομάδες δεν τις έκαναν οι γεροί στις Σχολές, τις έκαναν οι τρομερές βλακείες μας όταν φώναζαν "στο γήπεδο σου λέμε". Δηλαδή τι άλλο περιμένατε; Ότι η ομάδα αυτή ξέρει να βγάζει λεφτά; Την άλλη βδομάδα ήταν ξανά εκεί, ίδια ιστορία — σαν πονοκέφαλος που δεν παίρνει χαπάκι.
Και όταν λέτε ότι ο Γιαννακόπουλος έπιασε εκείνον τον σουτ σαν μπάλα που είχαν όλες οι γειτονιές, εγώ σας λέω ότι η μπάλα εκείνη ήταν σα συλλογή σπίρτων — μπορούσες να την ανάψεις όπου ήθελες. Αλλά τώρα; Θυμάστε πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος πήρε σπίρτα στα χέρια του αντί για κινητό; Να μου πείτε αυτό — όχι τι έκανε ο Λόρενς με τις κάλτσες του.
Πού είναι η απόδειξη;