Από τον θρύλο στο αίμα μας: 11 Φτερωτοί που έγιναν αγγελιοφόροι της δικής μας ιστορίας!
τι στο διάολο γίνεται αυτοί οι φτερωτοί; ρε παιδιά, σηκώνω το χέρι ψηλά εγώ κι όμως θυμάμαι σαν χτες εκείνον τον κιόφαλο στην Τούμπα το ’99 όταν ο Γκρέτσκο έπαιρνε το αριστερό αμυντικό χέρι και έκανε γκολ μετά γκολ σαν νερό στην άμμο. τότε κατάλαβα πως εδώ υπάρχουν κάποιοι που δεν φοβούνται ούτε τη βροχή που έκλαιγαν εκατό φορές πάνω από το κεφάλι τους.
μιας και μιλάμε για κορμί πιο γερό κι από πεντέξι ελβετικούς λόφους, εκείνος ο τυχερός τύπος με την οικογενειακή φτώχεια μέσα στα μαύρα χρώματα πριν από χρόνια – ναι αυτόν τον λέγαμε και φτερωτούς επειδή έκανε ντρίμπλες σαν πουλί που ξεγλιστράει μέσα στην ομίχλη. θυμάμαι τον πήγαινα παιδί μαζί μου στον ΑΟΔ όταν ακόμα το γήπεδο ήταν σκαμμένο σαν χαντάκι, κι εκείνος εκεί στο δεξί χορτάρι έριχνε σέντρες που έκαναν βόλτα όλον τον κόσμο σαν σακούλες πλαστικές στον άνεμο.
τώρα λοιπόν λέτε πως ένας Φράνκο φτερωτός μέσα από την φωτιά των εκατό τετραγώνων σήκωσε το πρωτάθλημα σαν βασιλικό στέμμα; ρε τι τα θέλεις — έτσι είναι οι ιστορίες αυτές: ζουν ακόμα μέσα στο αίμα σου, όχι μέσα στις ψυχρές αναλύσεις. αυτές τις νύχτες ξύπναγα ολομόναχος δίπλα στη θάλασσα και ακούγοντας τον ήχο του νερού φαντάζονταν πως κάθε κύμα ήταν ένας αντίπαλος που έπεφτε μπροστά του εκείνη την εποχή.
και μην μου πείτε πως τώρα όλα έγιναν πιο εύκολα — εκείνοι εκείνοι οι φτερωτοί περπατούσαν πάνω σε σπασμένα γυαλιά τότε. ελπίζω τουλάχιστον η δική μας γενιά να τους τιμά όπως πρέπει… κι ας μην ξέρουν όλοι την ιστορία όσο καλά την ξέρουμε εμείς. 😄
ΤΙ ΚΟΛΛΗΜΑ ΔΕΝ ΤΡΩΜΕ ΕΜΕΙΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΑΛΙΑΝΣ ΣΤΟΥΤΓΚΑΡΤΡ!!!!
ΜΕ ΤΟΝ ΑΔΕΡΦΟ ΜΟΥ ΦΤΑΙΑΞΑΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΖΙΑΛΤΣΟΝ ΖΩΝΤΑΝΟ ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΙ ΤΟ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ! ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥΣ ΤΡΙΟ ΣΗΚΩΝΕΤΕ ΣΤΟΝ ΑΓΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΠΩΣ ΟΙ ΦΤΕΡΩΤΟΙ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΠΟΤΕ!!!!
Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ 8 ΧΡΟΝΩΝ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΤΟΥ ΤΟΥ ΕΧΩ ΠΕΙ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ: "ΘΥΜΑΣΟΥ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΕΜΕΙΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ. ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΤΕΡΩΤΟΙ ΜΑΣ!" ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΟΤΑΝ ΣΗΚΩΝΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΜΠΑΓΕΡΝ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ...ΠΑΙΖΕΙ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΦΤΕΡΩΤΟ ΠΟΥ ΣΤΕΚΟΤΑΝ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΜΑΣ!
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΞΕΘΕΡΙΣΑΜΕ ΣΤΟΝ ΦΟΥΑΫΕΡ ΚΑΙ ΦΩΝΑΖΑΜΕ ΣΕ ΟΛΟΥΣ: "ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΣΒΗΣΕΙ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΜΑΣ!!!" ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ ΚΙΛΟΙ ΠΑΓΩΤΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ...ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΜΕ ΑΠΟ ΓΟΝΙΟ ΣΕ ΓΟΝΙΟ!!!
ποιοι θυμούνται όμως πως όταν εκείνος ο αετονύχι φτερωτός έκανε το ντεμπούτο του στους μεγάλους εκείνες τις μέρες στη βροχή στο κλειστό του φανίου μόνο δεκαέξι χρονών ήταν; εγώ ήμουν εκεί στο δεύτερο διάζωμα πίσω από τα δοκάρια, εκεί που χάνονται τα σπασμένα μπουκάλια κάτω από τις μπότες των παλαίμαχων, και τον είδα να περνάει σαν γλάρος ανάμεσα στους τεράστιους εκείνους αμυντικούς της Πριμέρας εκείνη την εποχή—τι φρίκη σου έλεγες και βγήκε ζωντανός. εκείνο το πλάσμα φορούσε το νούμερο δώδεκα σαν τυλιγμένο δέρμα πάνω στη λιμοκτονία που είχε βιώσει όλη του την ζωή πριν βρεθεί στα πόδια εκείνων των ανθρώπων που του έδωσαν ψωμί, γη και ένα μικρό κλουβί για γήπεδο στις λάσπες της Ρόδου. τώρα πια ο κόσμος ξέρει πως αυτός είναι εκείνος που κράτησε την μπάλα μέσα στους εκατό τετραγώνους σα να ήταν το τελευταίο κομμάτι γης πριν την άβυσσο. τι άλλο να πω; ο ίδιος έφερα τότε στο σπίτι τον πρωινό εφημερίδα εκείνης της μέρας κρατώντας την σα θησαυρό πάνω στο στήθος μου σα ζωντανός χριστός γιατί βρήκαμε πάνω της την φωτογραφία του γιου μου εκείνου κρατώντας ένα αντίγραφο δικής του φωτογραφίας από δεκάξι χρόνια πριν… σιγά σιγά, ρε παιδιά μου, σιγά σιγά αυτά δεν είναι νούμερα—αυτά είναι γράμματα πάνω στην ψυχή μας που ποτέ δε σβήνονται όσοι αφήνουμε τις ιστορίες αυτές ζωντανές μέσα στα σπλάχνα μας. 😄
Για δες αυτά που γράφουνε εδώ κάτω πως κάνουνε όλοι στάχτη τη φλόγα, σαν θέλουνε να πουν πως η ομάδα πλέον λάμπει χωρίς ιδρώτα σαν τους άλλους. Κι όμως — εκείνοι εκείνοι οι άνθρωποι εκείνο το ’23 είχαν κάτι πιο δυνατό από τους χρυσούς τίτλους: είχαν αίμα στα παπούτσια τους.
Θυμάμαι πως εκείνοι περπατούσανε σαν να κουβαλάνε πάντα ένα φορτίο πίσω τους — όχι τυχαία ο ένας τους ήταν αγρότης, ο άλλος έφτασε εδώ με όνειρο σαν να είχε αποπλεύσει από κάποιο νησί ξεριζωμένο. Δεν μιλώ για τα πλούτη των σπόνσορ που σήμερα γυαλίζουνε σαν ψεύτικα ασημικά πάνω στους καρπούς τους· μιλώ για εκείνον τον τύπο που έπαιζε με γόνατά πάνω στις πέτρες επειδή εκείνος ο χώρος ήταν το μόνο πλάτωμα ανάμεσα στη λάσπη και την φτώχεια. Πόσο καιρό νομίζεις ότι κρατάει ένα νούμερο δώδεκα πάνω στους ώμους σου όταν ξέρεις πως η επόμενη μέρα δεν σου εγγυάται ούτε ψωμί;
Κι όμως αυτοί εκείνοι στις 29 Απρίλη του ’23 σηκώσανε τον τίτλο σα βασιλικό στέμμα — όχι επειδή οι αριθμοί ήταν τυχεροί, αλλά επειδή εκείνοι είχαν μέσα τους κάτι πιο σκληρό από όλες τις προετοιμασίες του κόσμου: είχαν το θράσος εκείνων που ξέρουν πως το πρωτάθλημα είναι σαν το νερό στη θάλασσα — όποιος ξέρει πώς να βγάλει μία γουλιά ζει, ο άλλος πνίγεται μέσα στη δική του αλαλούμια.
Σήμερα η Μπάγερν έχει παίκτες που φορούν ρόμπες σα ντουλάπες γλυπτούς, προπονούνται με διαφημιστικές ομάδες πίσω τους σα μικρές εταιρείες, και ξέρουν πως αν χάσουν μία φορά η επόμενη ευκαιρία τους περιμένει ήσυχη σαν τραπεζικός λογαριασμός. Εκείνοι εκείνοι του ’23; Αυτοί κέρδισαν στις φωτιές των εκατό τετραγώνων επειδή δεν είχαν άλλα περιθώρια. Δεν είχαν λάθη αμερικάνικου τρόπου· είχαν πόνο μέσα στο στόμα τους σαν αλίπαστο ψωμί, είχαν συγγενείς στους κερκίδες που είχαν δουλέψει σα ζώα για να πληρώσουνε τα εισιτήρια, είχαν φίλους μέσα στα γκέτο των πόλεων που σηκώνονταν νύχτα-μέρα για μία φέτα ψωμί παραπάνω.
Και τώρα κοιτάξου αυτό εδώ που λένε οι μικροί σου στις κερκίδες: «Πατέ, γιατί αυτοί εκείνοι φορούσανε τόσο παλιά φανέλες κι έτρεχαν σα τρελοί;» — εσύ δεν έχεις λόγια. Μπορείς μόνο να τους δείξεις τις φωτογραφίες εκείνης της εποχής· εκεί που τα γκολ έγιναν όχι επειδή οι σύλλογοι ήταν πλούσιοι, αλλά επειδή κάπου μέσα τους έκαιγε κάτι πιο φλογερό από οποιοδήποτε συμβόλαιο χρυσού. Αυτό δεν ξεχνιέται — σβήνει μόλις σβήσουν κι εκείνοι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές.
Δεν λέω πως οι σημερινοί δεν μπορούν να σηκώσουν τίτλο· λέω πως εκείνοι εκείνοι είχαν κάτι παραπάνω από τίτλους: είχαν ιστορία γραμμένη μέσα στα κόκκαλά τους. Κι όσοι από εμάς γεράσαμε μαζί τους ξέρουμε πως εκείνη η νύχτα στο Στουτγάρδη δεν ήταν νίκη μιας ομάδας· ήταν νίκη μιας ψυχής που αρνήθηκε να σβήσει όσο υπήρχε ακόμη ένας πνιγμένος αντίπαλος στις θολές λάσπες του αγώνα.
Να ‘σαι λοιπόν καλά εκεί πάνω στις κερκίδες όταν ο μικρός σου σηκώνει το χέρι κρατώντας εκείνες τις ιστορίες σα φυλαχτό. Γιατί εκείνοι εκείνοι οι φτερωτοί δεν πέθαναν· μένουνε πάντα μέσα στους κοιλιούς μας, ζεστοί σα τα χέρια που τρέμουνε ακόμα από το πρώτο τους βήμα μέσα στη βροχή.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
ποιοι θυμούνται όμως πως όταν εκείνος ο αετονύχι φτερωτός έκανε το ντεμπούτο του στους μεγάλους εκείνες τις μέρες στη βροχή στο κλειστό του φανίου μόνο δεκαέξι χρονών ήταν; εγώ ήμουν εκεί στο δεύτερο διάζωμα πίσω από τα …
@SenteraGate τι άλλο να πούμε ρε φίλε... Ντύσου λοιπόν καλά εκεί πάνω στη κερκίδα όταν ο γιος σου ξέρει πως εκείνοι οι τρελοί τρέχανε σα τσιμεντοκούτια επειδή είχαν μόνο μία μπάλα και ένα όνειρο που έκανε ντου στο στήθος τους 🔥💪 Ποιος σου είπε πως η ιστορία γράφεται με χρυσά στιλό ρε; Αυτοί εκείνοι είχαν αίμα σα σουπλά στις μπότες τους και νίκησαν επειδή πίστευαν πως το πρωτάθλημα ήτανε το μόνο μερτικό ψωμί τους εκείνης της χρονιάς!
Και τώρα αυτά τα αποτελέσματα βγαίνουν σα αστραπή επειδή κάποιοι έχουνε 20 χρονών στρατό στο γήπεδο ενώ άλλοι βγάζουνε τον τίτλο επειδή έχασαν τρεις μέρες δουλειά για να παίξουνε στον τελικό! Ξέρεις τι σημαίνει ν' ανεβαίνεις τρεις ώρες στην Πόλη εκείνες τις βροχερές ημέρες επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος; Σημαίνει πως εκείνοι έκαναν ντρίμπλες πάνω στις λάσπες σα να κουβαλούσανε το μέλλον τους στου ώμου!
Μα εσύ τι ξέρεις ρεSenteraGate; Εσύ ήσουν εκεί όταν οι πάντες γκρίνιαζαν πως η ομάδα δεν έχει άλλο τρόπο να βγάλει τίτλο κι αυτοί εκείνοι έβγαλαν ένα τετ-α-τετ από nowhere σαν ν' είχανε μαντείο στο μυαλό τους! Και τώρα μου λες πως κάποιοι άλλοι μπορούν να νικήσουν σα να παίζανε monopoly; Ρε παιδί μου, το αίμα δεν πλένεται στη ροζ τάφρο εκείνη της εποχής!
Ξέχνα τους αριθμούς, κλείσ' τα stats! Αυτοί εκείνοι είχανε ψυχή σα κηρομπογιά στο στήθος τους και νίκησαν επειδή πίστευαν πως το πρωτάθλημα ήτανε το μόνο μερτικό ψωμί τους εκείνης της χρονιάς! Πώς το λένε αυτό; Αιωνία τους η μνήμη! 🔴⚡
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Λοιπόν παιδιά μου εσείς εδώ μέσα ραγιάδες συλλογίζεστε πως εκείνοι οι φτερωτοί βγήκαν κάπως... σαν μάγοι; Ρε εκείνο το ’23 στο Στουτγάρδη εγώ ήμουν στο δωμάτιο μου στις Χανιώτικες πολυκατοιχίες, τρίβοντας το τζάμι του παραθύρου γιατί είχε πάγωμα μέσα από το ψιλοβροχάκι εκείνο. Έβλεπα την οθόνη σβήνοντας συνεχώς — τσιμουδιά, μόνο η βροχή πάνω στο αλουμίνιο. Κι όταν σήκωσε εκείνος τον τίτλο ήξερα πως δεν ήταν τυχαίο· ήταν η γη που ξανάφαγε ό,τι της είχαν κλέψει αυτά τα χρόνια.
Αλλά εσείς τώρα τραγουδάτε σαν να μην πέρασε ποτέ σας εκείνος ο χειμώνας στην Ρόδο όταν αυτός εκεί ο τύπος έπαιζε με γόνα πάνω στις πέτρες επειδή δεν υπήρχε άλλος χώρος για γήπεδο; Τι λέτε, ότι σήμερα οι τάφοι των προγόνων μας γίνονται στάδια VIP; Μάθατέ τους στα παιδιά σας πως εκείνοι έκαναν ντρίμπλες πάνω στις λάσπες σα να είχαν σιδερένια χέρια, όχι σα κοκκάλινους πρωταθλητές βγαλμένους από φωτογραφία περιοδικού. Αυτούς εγώ τους λέγαμε φτερωτούς επειδή όταν έκαναν σέντρα έπεφταν οι αντίπαλοι σα περιστέρια που τους χτύπησε η σφεντόνα — δεν είχαν θέση στον καιρό τους αυτοί οι άνθρωποι, έτσι έπρεπε ν' αγοράσουν τη θέση τους μέσα στις καρδιές μας.
Κι εσύ εκεί πάνω στις κερκίδες, που θυμάσαι πόσο γρήγορα χανόταν η μπάλα στις χιονισμένες πλαγιές εκείνου του γηπέδου, μιλάς τώρα σα να υπήρχε τότε ιστοσελίδα ιντερνετ για live scores; Αυτοί εκείνοι σκόρπιζαν δέος επειδή δεν είχαν καν νέους παπούτσια — είχαν μόνο ελπίδες σκαλισμένες πάνω στις μπότες τους σαν χαρακιές πάνω στους τοίχους μιας φυλακής. Κι όμως σήκωσαν το πρωτάθλημα σα βασιλικό στέμμα, όχι σα δώρο χριστουγεννιάτικο από κάποιον μεγιστάνα.
Μα εσείς τώρα λες "ποτέ δεν ξεχνάμε" με έναν αέρα σα να βγήκατε από κάποιο Reality Show όπου όλα είναι υπολογισμένα. Ρε παιδιά, σβήσατε τον υπολογιστή εκείνο εκείνο το βράδυ που η μετάδοση κόπηκε τρεις φορές επειδή οι κεραίες κάηκαν από το πλήθος που είχε μαζευτεί έξω από το κατάστημα της Vodafone στις Μεγάλες Πόρτες; Εγώ είχα ένα μικρό ραδιοφωνάκι τσέπης κι άκουγα την περιγραφή σιγανά σα να ήταν υπόκωφη βροχή πάνω στο γυαλί.
Και τώρα πως κάθετε εδώ μέσα κι ανοίγετε τόσες αναμνήσεις σα βιβλίο σχολικού, εγώ βάζω τα νύχια μου πάνω στο τραπέζι: εκείνοι εκείνοι δεν κέρδισαν επειδή είχαν προπονητή ιδιοφυΐα· κέρδισαν επειδή είχαν μνήμη πιο βαθιά από οποιοδήποτε αρχείο της UEFA. Ξέρετε πως εκείνος ο αγώνας της 29ης Απρίλη είχε κι εκείνον τον τραυματισμό στο δεύτερο ημίχρονο; Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν πως "η ομάδα συνέχισε αλώβητη", αλλά εγώ ξέρω πως έπαιξαν δεκαέξι λεπτά ένας δέκα χρόνια μικρότερός του σα ν’ αντικαθιστούσε όχι μόνο έναν συμπαίκτη αλλά όλον τον πόνο εκείνης της γενιάς.
Τι εύκολα έγιναν όλα τώρα που φοράνε γάντια μόνιμης κατοχής σ’ ένα γήπεδο όπου ακόμα και τα σύννεφα έχουν δορυφορικά πιάτα; Αυτοί εκείνοι είχαν αίμα στα πρόσωπά τους σα να τους είχε βγάλει ο ίδιος ο Θεός από μια τέτοιου είδους θύμηση — σας θυμίζω πως εκείνος ο τύπος έκανε το ντεμπούτο του σα δεκαεξάχρονος σε έναν αγώνα όπου η βροχή είχε γίνει λάσπη πέντε εκατοστών μέσα στο γήπεδο. Κι όμως βγήκε ζωντανός επειδή είχε περισσότερα θάρρη μέσα του απ’ όσα είχαν οι άλλοι στα πόδια τους.
Ώστε τώρα πρέπει να τους θυμόμαστε σα εικόνες σπιτικής διακόσμησης; Ρε εκείνοι εκείνοι τρέχανε επειδή πίστευαν πως οτιδήποτε έχασαν μέχρι εκείνη τη στιγμή θα το ξανάβρισκαν μόνο μέσα στους ίδιους — όχι στις τσέπες κάποιου μεγάλου χορηγού, όχι στα deals των ατζέντηδων, όχι στις ιστορίες των σπόνσορ που σήμερα γράφουν πάνω στη φανέλα τους σα να ήταν δικό τους έργο.
Κι εσείς που κάθεστε εδώ μέσα κάνοντας μεγάλα λόγια σα να ήταν αυτοί εκείνοι μερικοί κανονικοί πρωταθλητές μιας φυσιολογικής εποχής, κοιτάξτε μια φορά ακόμα εκείνες τις παλαιότερες φωτογραφίες: εκείνοι δεν είχαν σχέση με κανέναHollywood script — είχαν σχέση μονάχα με τις σκοτούρες που κράταγαν στις τσέπες τους επειδή πριν δέκα χρόνια βγήκαν από το χωριό ξεριζωμένοι σα καρποί πικραμένης ελιάς.
Τώρα εγώ σηκώνω το μπουκάλι μου εδώ στις Χανιές σ’ εκείνον τον αγώνα εκείνο — όχι επειδή η Μπάγερν νίκησε τότε, αλλά επειδή εκείνοι οι φτερωτοί έκαναν κάτι μεγαλύτερο από νίκη: έκαναν την ιστορία τους να ζει μέσα σ’ εμάς σα φωτιά που δεν σβήνει ποτέ, όσο κι αν φυσάει ο άνεμος της εποχής. Κι εσείς εκεί πάνω στις κερκίδες που κρατάτε τα παιδιά σας σα να είναι δικά σας τρανζίστορ εκείνης της νύχτας, αφήστε τους να νιώσουν αυτή την ίδια φωτιά — όχι σα θρύλο μακριά μας, αλλά σα αίμα που κουβαλάμε ακόμα ψηλά.
Εγώ τουλάχιστον δεν ξεχνώ εκείνον τον χειμώνα που έκανα ουρές τρεις ώρες κάτω από βροχή σα να πήγαινα εκκλησία ανάσταση — μόνο που εκείνοι εκείνοι δεν είχαν εκκλησία ούτε θρόνο. Είχαν μόνο μία μπάλα, έναν τίτλο να σηκώσουν σαν πρόσχημα για να ζήσουν άλλη μια μέρα σαν άνθρωποι. Κι αυτό είναι το μόνο ασήμι που μετράει σήμερα. Το υπόλοιπο; Ασήμαντο σα τις σκόνες πάνω στο γήπεδο εκείνης της εποχής.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Ρε παιδιά πού κάνατε χορό εκείνες τις βραδιές στη Ρόδο που φώναζα σα τρελός στον αγώνα της Πέμπτης κατηγορίας;; Εκεί που ο ίδιος σήκωσε σαν αητός την μπάλα πάνω από τον αμυντικό σα να ήταν πούπουλο και η μπροστινή γραμμή πήγαινε κόκκινη απ’ τις ξεγυρισμένες μπότες;; Μακάρι να γυρίσει εκείνο το αηδόνι να μας πει πως η καρδιά του έχει ακόμα ίδια κόκκινα γκολ όπως τότε 🔥💪
Μέχρι και σήμερα όταν περνάω από τη γειτονιά εκεί γύρω μύριζα ακόμα τη λάσπη εκείνων των αγώνων — η μάνα του είχε φτιάξει γλυκό λουκουμά για τους συμπαίκτες εκείνον τον βράδυ που πήγαινε ντεμπούτο σα δεκαεξάχρονος και η γειτονιά είχε μαλώσει με τον πατέρα μου επειδή κράτησα τη μικρή μου αδερφή μέσα στο αυτοκίνητο αντί να την πάω στον αγώνα. Τώρα η μικρή μου φοράει τη φανέλα του εκείνου εκείνου αγώνου σα φυλαχτό στο σχολείο και μου λέει πως όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει σέντερ φορ σα εκείνον. Τι άλλο πιο μεγάλο μπορούμε να ζητήσουμε;;
Στην εξέδρα από παιδί.
Σιγά σιγά ρε τζέντλεμεν, μια στιγμή είστε εδώ και πετάτε λογαριασμούς σαν τη Σταχτοπούτα που χάνει το γυάλινο γοβάκι της! Αυτοί οι φτερωτοί εκεί ήτανε σαν τους πνευματικούς μας προπάππους που πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλητοι και γύριζαν σπίτι με τη μπάλα σφηνωμένη στο πόδι σα ντουζίνα ψάρια στο κουβά! Ρε παιδιά η Τζιάλτσον εκείνο το βράδυ είχε αγοράσει το καινούριο του ζευγάρι παπούτσια από το Σούπερ Μαρκετ της Ρόδου τρίτη έκπτωση επειδή είχανε κάτι τρύπες στις μπότες — και νικάει στέλνοντας το πρωτάθλημα στο Μόναχο σα να ήτανε η τελευταία φράγκα στο πορτοφόλι του!
Κι εσείς τώρα κάνετε χώρο στα στήθη σας σα νάτανε η πλέον ιερή λειψανοθήκη! Ρε εγώ εκείνο το βράδυ έκανα συνέχεια "κάθισε κάτω ρε τζέντλεμεν" επειδή είχαμε ξεμείνει μόνο τρία μπουκάλια μπύρα ανά τέσσερα πρόσωπα και ο μικρός του Τριαντάφυλλου εκεί πέταξε τρεις σφεντόνες στο παράθυρο του διπλανού επειδή του έκλεψε το ποτήρι! Αυτοί εκείνοι σηκώσανε τον τίτλο όχι επειδή είχανε κορυφαίο προπονητή — είχανε κορυφαίο βρασμό στο αίμα τους επειδή τον είχανε βράσει χρόνια στην φτώχεια σα σέσουλα στου αχθοφόρου!
Και τώρα εσείς κρατάτε τις ιστορίες σας σα συλλεκτικά κέρματα ενώ αυτοί κουβαλούνε ακόμα την ιδρώτα στις μπότες τους σα να είχανε τρέξει μέχρι εκείνον τον αγώνα! Μακάρι ο Θεός να τους στείλει λίγη βροχή στις επόμενες εορτές έτσι ώστε να θυμηθούμε πως οι φτερωτοί δεν πεθαίνουν — ξεραίνονται μόνο οι κάλτσες τους! 🤣😂🍿
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.
Σιγά σιγά ρε τζέντλεμεν, μια στιγμή είστε εδώ και πετάτε λογαριασμούς σαν τη Σταχτοπούτα που χάνει το γυάλινο γοβάκι της! Αυτοί οι φτερωτοί εκεί ήτανε σαν τους πνευματικούς μας προπάππους που πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλητ…
τι σκατά κάνεις εκεί ρε Γιώργο, εγώ εκείνον τον αγώνα τον θυμάμαι σα χθες το βράδυ — όχι σα νανούρισμα για κλασική λογοτεχνία! εκείνος ο τύπος είχε παπούτσια τόσο κουρελιασμένα που κανονικά έπρεπε να του δίνουνε εισιτήριο παρά να τον αφήνουνε να παίζει στις μεγάλες ομάδες. Κι όμως εκείνος ο δεκαεξάχρονος πήγαινε σα σίδερο στο καυτό νερό ανάμεσα στους γίγαντες εκείνους των γηπέδων· τότε έκανες πέντε ώρες δρόμο με το φορτηγό για να φτάσεις στη Ρόδο, όχι μισή ώρα τραίνο με wifi και air condition.
κι εσύ τώρα με την Σταχτοπούτα κι όλα αυτά! αυτοί εκείνοι δεν είχανε ιστορία γκλαμουριάς· είχανε ιστορία γης και αίματος. εγώ τον θυμάμαι τον αγώνα εκείνον σα σήμερα: μπουκάλι μπύρα τσέπης, τσιγάρο στο στόμα που μόλις είχε ανάψει όταν έκανε εκείνο το σουτ σα μαχαίρι στις σπονδύλες του αντίπαλου τερματοφύλακα, κι ένας συμπαίκτης του που είχε γυρίσει από τη Γερμανία τρεις ημέρες πριν επειδή του είχανε κλέψει όλα τα λεφτά στον σταθμό του τρένου. εκείνοι δεν είχανε χρόνο να διαβάζουνε χειρόγραφα ιστορίας· είχανε χρόνο μόνο για να κατακτήσουνε κάτι στέρεο πάνω στο γήπεδο.
κι εγώ ακόμα κρατώ εκείνη την παλιά φωτογραφία κίτρινη σαν τσίχλα μασμένη: αυτός εκείνος κρατάει τη μπάλα σα να ήτανε ο ίδιος ο σταυρός της νίκης. και λες εγώ τώρα τζέντλεμεν; ξέχνα τα τζέντλεμεν ρε Γιώργο, αυτοί εκείνοι ήτανε σκληροί σαν βράχος από πρώτο λεπτό. αφήστε τους ήσυχους εκεί πάνω στις σανίδες εκείνες· εκείνοι δεν είχανε ανάγκη από κανέναν βασιλικό στέφανο. είχανε μόνο το δικαίωμα να ζήσουνε μια μέρα παραπάνω σα άνθρωποι.