Ποιος ήταν εκεί να νιώσει το Γ
αχ εκείνες τις βραδιές που το γήπεδο γινόταν από ένα σωρό τσίγκινα στη μια μπουκιά φωτιά κι ο αέρας έβγαινε ζεστός σαν από φούρνο — ξαναζεί ο νους μου εκείνον τον Δεκέμβρη του '80 και τον τίτλο πάλι εκείνος αήττητος εκείνος Σταν, δεν μπορούσες να τον πεις ομάδα, ήταν καταιγίδα ολοκλήρου σπιτιού. πήγα εκεί σαν αγόρι δεκαπέντε χρονών μαζί με τον πατέρα μου, αυτός μού ’χε πει «βλέπεις εκείνο το παιδί εκεί, τον Νίκο Γιούτσο; αυτός σου δείχνει πως γίνεται ποδόσφαιρο», και εγώ τα μάτια μου σφαλούσαν προσπαθώντας να δω μέσα στον αχόρταγο αέρα εκείνον τον φορμάτζο σα βαρύ προφίλ πάνω στην μπάλα σα σφυρί στη γυαλόχαρτο.
θυμάμαι τον πάγκο εκείνον του Σταν εκείνη την εποχή σα δεύτερο σπίτι: ο ίδιος σαν βράχος στέκονταν δίπλα στους αγώνες, όχι μόνο σαν προπονητής μα σα μάστορας που ξέρεις ότι σου χτίζει νύχτες ξάγρυπνες πάνω από το βιβλίο ηλεκτρικών εγκαταστάσεων του ίδιου του Γιώργου Παπαθωμόπουλου εκείνου του τεράστιου στο κέντρο.
και οι άνθρωποι εκεί δίπλα σου γίνονταν μια οικογένεια, ξεχνιόσουν ακόμη και πως δεν είχε πέμπτο γκολ πλέον — δε σε σηκώναγε πια κανείς να φύγεις όταν η κερκίδα τραγουδούσε «ολυ-ολυ!». ακόμη κι ο ίδιος ο γείτονάς σου εκεί στα σχολαστικά σπίτια του Πειραιά σου έδινε το κλειδί της πόρτας του σπιτιού του πριν βγεις «πηγαίνεις εκεί;; πάρε αυτό, κλειδώνουμε πιο γρήγορα». έτσι είναι εκείνον τον καιρό ο γαλαξίας γύρω από τον Καραϊσκάκη: ένας κύκλος άνθρωποι όπου όλα τρέχουν σωστά επειδή όλοι γνωρίζουν πως η μπάλα μπορεί να σου δώσει μόνο ψωμί ψυχικό — όχι σπίτι, όχι κλειδιά για αυτά, ψιχία απλά.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε φίλε... ΕΚΕΙΝΗ η κρύα νύχτα στο Γ.Καραϊσκάκης σαν να μου κτύπησε πρώτη φορά η μπάλα στην καρδιά κι όχι στο πόδι!! Είχα 14 χρόνια βρε συμπαθέστατε, πήγα μόνοι μου με ένα εισιτήριο ψιλοκουρεμένο σα χαρτονόμισμα το οποίο είχα κόψει σιγά-σιγά την προηγούμενη βδομάδα επειδή ο μπαμπάς μου ερρές!! (ναι, έφυγε στον παράδεισο πριν δέκα χρόνια πια...) εκείνος εκεί ο αμυντικός της ΑΕΚ, ο πανίσχυρος Σταν μπας κι έγινε κάτι σαν άγιος προστάτης για μένα!! Βλέπω τον αέρα τώρα πάλι κι είναι σα να μυρίζει ακόμα μαύρο ζεστό ψωμί όταν βγήκαμε όλοι στην κερκίδα σα μυρμήγκια έτοιμα να φάνε ολόκληρο τον Πειραιά!! 🔥💪🔴
Και ο Γιούτσος εκεί σα σαΐνια στο γήπεδο — ρωτούσα όλους «τι κάνει αυτός;;!» κι εκείνοι γελούσαν «αυτός σου σπρώχνει τη μπάλα με τη ψυχή του ρε βλαχο!». Ξεχνιόμουν εγώ το κρύο, ξεχνιόμουν πως ο μπαμπάς μου δεν ήταν εκεί δίπλα γιατί είχε δουλεία στο εργοστάσιο! Ξεχνιόμουν ακόμη και πως αργότερα εκείνο το ατυχές γκολ στους τελευταίους πέντε λεπτά (είμαι τώρα πικράσβεστος...) ΠΑΝΤΑ εκείνος ο τίτλος ξαναζούσε!! ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΣΟΥ ΣΚΙΖΕΙ!!! ΟΧΙ ΝΟΥΜΕΡΑ... ΜΟΝΟ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ!!! 😱🔥
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
ρε φίλε μου τον ΠΑΟΚ_7 πώς βγάζεις τέτοια λόγια τώρα;; εσύ εκείνος ο δεκατετράχρονος μικρούλης με το ψιλοκουρεμένο εισιτήριο πού μπήκες στο Γ.Καραϊσκάκης σα μυρμήγκι σ' ετοιμόγεννη φωλιά — κι όμως το μυρίζεις ακόμα εκείνο το ζεστό ψωμί σα να στέκεις στη γωνία της Πειραϊκής σου ανάμεσα στους γέρους που κάθονται στις καρέκλες τους και πίνουν τσίπουρο στις κίτρινες φλαντζόλες;
θυμάμαι εγώ εκείνον τον Δεκέμβριο σαν σήμερα που γύριζα από νυχτερινό δρομολόγιο φορτηγού κι έπιασα το ραντεβού μου σα σκυλί μ' ανθρωπότητα στο Καραϊσκάκης εκείνες τις βραδιές όπου ο φούρνος του γηπέδου έβγαζε ατμό σα εργοστάσιο παραγωγής νοσταλγίας. ο Γιάννης Μητρόπουλος εκεί πέρα σα ζωντανό σχολείο ποδοσφαίρου — δεν έβλεπες πότε τελείωνε η παράταση γιατί εσύ χοροπηδούσες σα τρελός γιατί εκείνος σου πήγαινε τη μπάλα πάντα εκεί που την περίμενες, ακόμη κι όταν ο αντίπαλος την είχε βάλει στο στόμα του ποτηριού του.
κι όταν ο Σταν εκείνος αήττητος σήκωσε το τρόπαιο σ' εκείνο το δεκαπεντάλεπτο σιγής μέσα στη βουή των χιλιάδων που είχαν καταβρέξει το γήπεδο σα χειμωνιάτικο λιακάδα, εγώ εκείνος δεκαπεντάχρονος βρεμένος ανάμεσα στους φίλους μου πώς να σου πώ... σου μαζεύτηκε η καρδιά σα να σου έδωσε ο ίδιος ο Θεός το πρώτο σου φιλί πριν βγεις στον κόσμο.
σαν να μην έφυγε ποτέ εκείνος ο άνθρωπος — σα σήμερα νιώθω το γήπεδο σα δικό μου σπίτι κι εκείνος ο τίτλος σα δική μου ψυχή. τίποτε άλλο δε μένει εκεί πέρα παρά μόνο η μνήμη εκείνων που ζήσανε μαζί του σα μια μεγάλη οικογένεια που δεν κλείνει ποτέ τις πόρτες της.
Δε μιλάς για ομάδα καν, ρε φίλοι μου — μιλάς για έναν ιερό ναό εκεί που στέκουν οι ψυχές. Εκείνο το Δεκέμβρη του ’80 ήταν σα μια βροχή αγγέλων πάνω στο Καραϊσκάκη, όχι μερικοί μέσα από χιλιάδες. Σήμερα;
Σήμερα έχει κόσμο ακόμα, λες και όλοι αυτοί οι φανέλες δεν έχουν λεφτά να πάνε κάπου αλλού. Μα ωστόσο, εκείνοι εκεί πάνω είχαν κάτι σαν μυστικό οικογενειακό σχέδιο· κανείς δεν πήγαινε εκεί γιατί ήταν υποχρεωμένος — πήγαινε γιατί ήξερε πως θα τον περίμενε μια κουβέντα, ένα γέλιο, ένας ξένος που σου έδινε το κλειδί του σπιτιού του πριν βγεις στον δρόμο. Ο αήττητος εκείνος τίτλος δεν ήταν μόνον τρία γκολ στην κορυφή· ήταν σα εκείνη η φορά που ο Σταν σήκωσε το τρόπαιο και το γήπεδο σίγησε σα ν’ άκουγες τους δικούς σου ανθρώπους μέσα στην κραυγή.
Εκείνοι εκεί δεν είχαν μόνο μεταγραφές — είχαν σαν υλικό πρώτο τις ιστορίες που άλλαζαν ανάμεσα στα καθίσματα όταν ο ουρανός ήταν ακόμα γκρίζος πριν απ’ τον αγώνα. Οι σημερινοί φίλοι λένε «δουλειά υπάρχει, πρόοδος γίνεται», κι εγώ τους κοιτάζω και σκεφτομαι τον δεκαπεντάχρονο του ’80 που γύριζε από νυχτερινό δρομολόγιο φορτηγού και έπιανε το τραίνο για την Πειραιώς όχι επειδή είχε εισιτήριο — επειδή είχε ψυχή να του πληρώσει το εισιτήριο εκείνο.
Όταν λέμε σήμερα «πρέπει να αγοράσουμε ομάδα» εκείνοι εκεί τότε είχαν ήδη όλα αγοράσει: την πίστη, το όνομα, τον αέρα της νίκης σα ζεστό ψωμί ακόμα ζυμωμένο στις κίτρινες φλαντζόλες των γερόντων. Κι όταν σήκωνε το τρόπαιο ο Σταν εκείνος αήττητος, δεν σήκωνε σιδερένιο σχήμα — σήκωνε το δικό τους όνειρο σφιχτοδεμένο στη φανέλα.
Αυτό εκείνος το ’80, αυτό λέω πως λείπει σήμερα — όχι η ομάδα, αλλά η αγωνία εκείνου του ανθρώπου που γύριζε σπίτι με το κλειδί μιας πόρτας που ούτε αυτός δεν είχε ανοίξει ποτέ.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
Τι χαρά μου κάνετε εσείς εδώ σήμερα να βγάζετε τέτοιες κουβέντες;; είμαι εγώ εκείνος δεκαέξι χρονών που κρατούσα ακόμη γερά την μαγιό της ομάδας μου πάνω στο στήθος σαν τάλκ πούλησε η μάνα μου ειδικά για εκείνο το βράδυ!! Την πρώτη φορά που πάτησα πάνω στο Γ.Καραϊσκάκης η μύτη μου έφυγε πάνω από την μπάλα όταν ο Γιούτσος εκείνος σούταρε σα ντουβάρι και την πέταξε πάνω από τον τερματοφύλακα σα να μην υπήρχε κανείς!!!
Κι όταν ο Σταν σήκωσε εκείνο το τρόπαιο εκείνος Δεκέμβρης τρέξα σα χαμένος προς την κερκίδα των οικογενειών όπου ο μπαμπάς μου είχε κάτσει σα βασιλιάς πάνω στο ξύλινο σκαμνί κι είχε πιάσει ένα μπουκάλι τσίπουρο σφιχτά σα είχε προβλέψει πως εκείνος ο αγώνας ήταν περισσότερο θρησκεία από ποδόσφαιρο!!
Κι εκείνος ο τύπος δίπλα μου — θυμάμαι ακόμη την μυρωδιά του καπνού του σαν έκανε τσιγάρο στα δάχτυλα του όταν άρχισαν τα τραγούδια «ολυ-ολυ!». Με πήρε από τον ώμο κι είπε «βλέπεις εκείνον τον τριαντάχρονο εκεί;; είναι απόγονος εκείνων που γκρέμισαν τις γερμανικές ντουλάπες στον Πειραιά!». Κι εγώ τότε νόμιζα πως οι ιστορίες αυτές είναι υπερβολή...
Μέχρι εκείνον τον τίτλο που όλοι ξέρουμε δεν ήταν τίτλος μόνο — ήταν σα μια μεγάλη οικογένεια που είχε πιάσει το δικό της σπίτι ολομόναχη!
Άκου γω, αυτοί οι βλαχογέροι εκεί στη δεκαετία του '80 είχαν γίνει σα οι εκδικητές του Καραϊσκάκη — πάτησε ο Σταν εκείνος πρώτος σα βασιλιάς στο στήθος της ΑΕΚ κι άκουγες μόνο το μουρμουρητό "ολυyyyyyyyy" σα πιστοποίηση μνημονίου πώς η ομάδα είχε ξεχάσει πως είναι για ποδόσφαιρο! 😂
Κι εμείς σήμερα λες κι έχουμε πέσει όλοι στην αγορά των μπουζουκιών να ψάχνουμε ένα "γαλανόλευκο όνειρο" όταν ήδη εκείνοι είχαν φάει το δικό τους σπίτι ολομόναχα σα γυμνοσάλιαγκας πάνω στη μπάλα!
Μα τι κάνουν αυτοί οι νέοι ρε;; μόνο αριθμούς λένε... ενώ εκείνοι είχαν φτάσει μέχρι το κλειδί της γειτονιάς! 🔑🤣🍿