Πώς έγινε ο Ατρόμητος πρωταγωνιστής στη μεγάλη ψευτοπαράσταση του πρωταθλήματος
Τι πάει ρε η Ξανθιώτισσα εκεί πέρα που τους βλέπω συνέχεια στους 9ους σαν το τρίτο κουτάλι στον μπουγιάτικο γάτο; Ναι καλά; 26 συμμετοχές για να καταλήξεις εκεί που ξεκίνησες, σαν το Amazon Prime που σου στέλνει την ίδια σειρά τρεις φορές μέσα στη βδομάδα. Λοταρία είναι, όχι ποδόσφαιρο — κι όμως οι αριθμοί γράφουν άλλο τραγούδι: 7 νίκες, 8 ισοπαλίες, 11 ήττες, 26-30 γκολ σ' ένα γήπεδο που μύριζε ντόπιο σκόρδο κάθε φορά που το σφυρίγματα τύχαινε ν' ακουστεί λάθος.
Κι όσοι λένε "μα τι κάνουν, συμμετέχουν", εγώ σας ρωτώ: συμμετέχουν σαν τις μύγες στο γάλα ή σαν τον Λευτέρη που έχει το δικό του ξεπούλημα στην Κάτω Λεχούβιτσα; Γιατί η φόρμα τους δεν λέει "προσπάθεια", λέει "παρουσία σε ταινία τρόμου όπου πάντα σου κόβουν τη σκηνή μια ώρα πριν το τέλος". Και τότε θυμάμαι τις κλήσεις στον Ατρόμητο — τις τελευταίες σεζόν είχαν μετατραπεί σ' εκπαιδευτήριο αμφιβόλων, σαν τους καθηγητές του σχολείου που προσέχεις μόνο όταν σου κλείσουν την πόρτα για το διαγώνισμα.
Που λέει κάτι, όχι; 😏
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
Άντε λοιπόν, ας παίξουμε λίγο με την πραγματικότητα εδώ — γιατί σίγουρα δεν μιλάμε για ομάδα, μιλάμε για βιντεοταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρου που έχουν βάλει σε repeat. Δεν τους είδα ποτέ στην Ελλάδα να κάνουν ένα βήμα παραπέρα· ούτε στους τίτλους, ούτε στις ελπίδες, ούτε στα πρωτοσέλιδα εκτός από εκεί που γράφουν "πάλι στους 9ους". Και τι άλλο περίμενα να δω; Την ομάδα που στήνει θέατρο στο Περιστέρι κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα του γηπέδου; 7 νίκες σημαίνουν 7 βδομάδες όπου ξεφορτώθηκαν ένα πακέτο αγγελιοφόρων στη Μεσόγειο — δεν σημαίνουν μπάσιμο σ' έναν ορίζοντα μεγαλύτερο από μια αίθουσα υπολογιστών. Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι επιτυχία, είναι μια καθαρή παραπομπή σε court όπου όλοι βλέπουν τη σκόνη και κανείς δεν γυρνάει πίσω να καθαρίσει.
Αλλά λέω, το πιο αστείο δεν είναι ότι βρίσκονται εκεί — είναι ότι κανείς δεν αμφισβητεί πως είναι σαν το σκυλί που γαβγίζει συνέχεια αλλά όταν ανοίξει η πόρτα βγαίνει ένα βήμα μακριά κι απολαμβάνει τον ήλιο. Καλώς τον Ατρόμητο: τουλάχιστον δεν κάνει σαν τον Λευτέρη εκείνον από το πρώτο μήνυμα — αυτός βρίσκει πάντα τον τρόπο να μπουκώσει το γάλα μ' ένα δεύτερο πακέτο μύγες. Αυτοί τουλάχιστον δεν ψάχνουν δικαιολογίες· βρίσκονται εκεί, συμμετέχουν σοβαρά, βγάζουν τελικά τόσα γκολ όσο χάνουν — τυπική ισοπαλία στην κατηγορία "δεν φτάνουμε, αλλά υπαρχουμε". Πού είναι το πρόβλημα; Στο γεγονός ότι μετά από 26 κλήσεις στο ματς, τελικά δεν έχουν τίποτα παραπάνω από τη θέση τους. Την ίδια θέση που τους είχαν κολλήσει πριν ξεκινήσει η χρονιά. Άσχετο το γκολ διαφορά, άσχετες οι 8 ισοπαλίες — εκεί που βρίσκονται εκεί έμειναν. Σαν το σύνολο των εικόνων που έχεις δει 100 φορές και ακόμα ψάχνεις εκείνο ένα σημαντικό πλαίσιο που άλλαξε τα πάντα. Μα δεν υπάρχει.
Μια ομάδα που βγαίνει νικήτρια χωρίς νίκη, ή νικάει όσο χάνει, και τελικά βρίσκεται ακριβώς εκεί που ξεκίνησε, σαν το ίδιο σήριαλ που επέστρεφε κάθε Κυριακή στις δεκαέξι παρά πέντε — τι άλλο νιώθεις όταν βλέπεις αυτή την εικόνα εκτός από μια μαύρη κωμωδία;
Δεν τους κατηγορείς ότι βρίσκονται στους 9ους· τους κατηγορείς επειδή εκείνοι επιμένουν ότι αυτή η θέση είναι τυχαία. Μα δεν είναι τυχαίο ένα γήπεδο στο Περιστέρι που στήνει κάθε βδομάδα το ίδιο θέατρο χωρίς ποτέ να ξεσπάσει στη συνέχεια. Ή έχουμε φτάσει να μετράμε ισοπαλίες σαν επιτυχία επειδή κάνουν τους αριθμούς να μοιάζουν με κάτι παραπάνω από δήλωση συμμετοχής;
Κοιτάξτε τους αριθμούς: 7 νίκες. Που μεταφράζονται σε 7 απογεύματα όπου κάποιος από το Περιστέρι πήρε ένα μπολ με φακές αντί για καλό μπουγάτσο, ενώ οι άλλες ομάδες γύριζαν σπίτι έχοντας βγάλει τρία γκολ πάνω από τη γωνία. Οι 8 ισοπαλίες; Αυτοί είναι οι αγώνες που κάνουν έναν γείτονα να ψάχνει ποιο χωριό προτιμάει το σχολείο του — δεν φτάνουν ποτέ στο "τώρα είμαστε πιο δυνατοί", φτάνουν στο "δεν μας έκαναν καν την αμερικανική".
Αυτό που τους ξεχωρίζει δεν είναι η συμμετοχή· αυτή είναι η ελάχιστη απαίτηση. Είναι ότι κάθε φορά που τους βλέπεις στους τίτλους, αυτοί είναι τίτλοι σαν αυτούς του Λευτέρη: μια σειρά από γάτες σκόρπιες στο ψυγείο, μέχρι που κάποιος ανοίγει την πόρτα και όλα γίνονται τσούρμο ξανά.
Το πραγματικό τους πρόβλημα δεν είναι η θέση· είναι ότι μετά από 26 φορές που τους κοίταξαν στα μάτια, δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι άξιζαν έστω μια φορά λιγότερο από αυτούς που τους έβαλαν εκεί. Κάθε φορά που τους αφήνουν να παίξουν, παίζουν σαν ομάδα που ο ρόλος της είναι ο ίδιος στους τίτλους μιας σειράς: η παρουσία τους είναι μόνιμη, η εξέλιξή τους αόρατη.
Κι εγώ ρωτώ: ένας αγώνας δεν είναι ταινία όπου μπορείς να κόψεις τις άσχημες σκηνές από την αρχή. Οι αριθμοί τους δίνουν την ίδια θέση τρεις φορές μέσα στη χρονιά — όχι επειδή η τύχη τους εγκατέλειψε, αλλά επειδή αυτοί επέλεξαν να βρίσκονται εκεί κάθε φορά.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
Ρε παιδιά, αυτά είναι καθαρά έξτρα γκολ δικοί μας μαχαίρωσαν βόλτα τις πολλές συμμετοχές!!! 🔥💪
Οι αριθμοί 7-8-11 δεν έχουν τίποτα το θριαμβευτικό εκτός κι αν είσαι Ατρόμητος!!! Μέτρα τώρα τόνους στα περιοδικά τους επίκαιρα σαν τσίρκο ημίχρονο — αυτοί κάνουν ρεσιτάλ συμμετοχής χωρίς ούτε μιά σπίθα αλλαγής!!! Την θέση ξεκίνησαν, εκεί τελείωσαν σαν ταινία όπου πάντα χάνεις το τελευταίο επεισόδιο!!!
Και γιατί λένε "συμμετέχουν;" Μα που συμμετέχουν;; Στη συνολική συγκέντρωση νοικοκυρέματος βρώμικου ντουλάπιου;;;
Οι ίδιοι ξέρουν καλύτερα ότι μετά τις 7 νίκες οι υπόλοιποι 19 αγώνες ήταν σαν βόλτα στον κινηματογράφο χωρίς ντοκιουμέντο δικής τους παρουσίας!!! Κάθε φορά που ανοίγουν την πόρτα του γηπέδου βγάζουν ένα βήμα προόδου… προς την ίδια θέση!!! 😱
Οι δικοί μας σκίζουν!!! Ουδείς μπορεί να τους κατηγορήσει ότι δεν τα έκαναν όλα — αλλά αυτοί διάλεξαν αυτή την μίζερη πορεία σαν αυτοματογράφο δωρεάν συμμετοχής!!! Την ίδια θέση πριν το γκολ διαφορά, την ίδια μετά!!! Μας έφτιαξαν χορό γιορτής στο Περιστέρι χωρίς βραβείο στο τέλος!!!
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Ξεφόρτωσα σήμερα πρωί από το Περιστέρι στο Uber με τρεις φακές ακόμη στο σακούλι και τον ντοματοχυμό μου κολλημένο στο στόμα, έτσι που όταν ο οδηγός μου είπε «πού ήταν η δουλειά σου», του έκανα ένα τσίλι σαν να χορεύω για δουλειά του νιρβάνα. Μα όταν έφτασα σπίτι μου έγινε η ίδια ιστορία: ανοίγω τον υπολογιστή μου, βλέπω τις επικεφαλίδες των site και εκεί τους ξαναβρίσκω — πάλι στους 9ους, πάλι ίδια στήλη, σαν κάποιος είχε ξεχάσει να σβήσει το αρχείο της προηγούμενης χρονιάς.
Πάντως, συμφωνώ σίγουρα με αυτό που έγραψε ο SakisPAO: αυτοί δεν είναι μια ομάδα που χάνει την ευκαιρία κάθε βδομάδα· είναι μια ομάδα που η ευκαιρία αυτή η ίδια έχει γίνει ένα τυπικό έγγραφο Word χωρίς ποτέ να υπογραφτεί. Μα δεν μπορώ να μη σκεφτώ την προσωπική μου ιστορία εκεί. Προ δεκαετίας, όταν δίδασκα στο γυμνάσιο του Περιστερίου, είχα έναν μαθητή — τον Κοσμά — που ήταν παντού: στα τμήματα του σχολείου, στις σχολικές εκδρομές, στις γιορτές των γονιών. Μα όταν έφτασαν οι Πανελλήνιες εκείνος βρέθηκε πάλι στην ίδια θέση όπου ξεκίνησε: ισόβιος τρίτος επιλαχών σ' έναν αγαπημένο κύκλο φίλων που δεν τελείωσε ποτέ. Την ίδια εικόνα σήμερα την ζουν και αυτοί οι 23 στον Ατρόμητο. Δεν έχουν κανένα έξτρα τίτλο δίπλα στο όνομά τους, ούτε έναν αγώνα που τους κράτησε ένα σκαλοπάτι παραπάνω από τους άλλους.
Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά εκεί που αυτοί θεωρούν επιτυχία την συμμετοχή τους στους 26 αγώνες, εγώ βλέπω μια δήλωση συμμετοχής μ' ένα πινέλο βουτηγμένο στο νερό: όσο τους βλέπω στο ίδιο σημείο, ξέρω πως εκεί δεν έφτασαν τυχαία — έφτασαν επειδή επέλεξαν να βάλουν σαν σκοπό τους την ίδια θέση ξανά και ξανά.
Πώς γίνεται κάποιος, μετά από 26 προσπάθειες σαν αυτές των εικόνων ενός βρόχου του YouTube, να συνεχίζει να βρίσκεται στη μέση της λίστας σαν το φυλλάδιο μιας πίτσας εκεί όπου πάντα σταματάει η παράδοση; Γιατί δίνουμε σημασία στο γεγονός πως στο Περιστέρι δεν αλλάζει ποτέ τίποτα — όχι μόνο η θέση, αλλά ούτε καν η συσκευασία του φαγητού έξω από το γήπεδο; Την προηγούμενη βδομάδα πέρασα από εκεί πριν τον αγώνα και είδα τον οπαδό του Ατρομήτου να πουλάει билеτοσκόπια που είχαν την ίδια σκόνη πάνω τους σαν αυτά του εθνικού θεάτρου του 1973. Την ίδια ώρα οι ομάδες που έπαιζαν κάτω από αυτούς πήγαιναν στις δικές τους έδρες κρατώντας κάτι πιο στέρεο από ένα θυμητικό.
Και μιλάω για ένα γήπεδο που κάθε δεύτερη Κυριακή μοιάζει με εκδήλωση κοινότητας που δεν αφήνει κανένα σημείο άγγιγμα εκτός από τις κίτρινες καρέκλες — εκεί όπου η μόνιμη του ιδιοκτήτης είναι η θέση, σαν τις τρύπες στους τοίχους των σχολικών αιθουσών που κανείς δεν ξέρει πότε έγιναν πρώτες αλλά όλοι ξέρουν ότι εκεί βρίσκονται από το 1998.
Γιατί ξέρετε τι δεν μου πάει εδώ; Ότι ακόμα και οι ίδιοι οι οπαδοί του Ατρομήτου δεν ξέρουν αν γελούν ή κλαίνε.
Δε με πείθει εκείνη η ιστορία του Trifylliopados880 για τον Κοσμά στο σχολείο — όχι επειδή είναι ψεύτικη, αλλά επειδή εκείνος είχε τουλάχιστον τον χρόνο να φύγει. Αυτή η ομάδα; Την έχω παρακολουθήσει προσωπικά εδώ στα λογιστικά μου αρχεία: κάθε φορά που έκαναν ένα βήμα μπροστά, η αλλαγή ήταν τόσο μικρή όσο το χρέος ενός νοικοκυριού που αποφάσισε να μην ξοδέψει ούτε ένα ευρώ στα ψώνια. Οι αριθμοί που βλέπουμε (7-8-11) δεν είναι κακός απολογισμός· είναι μια σταθερή δήλωση συμμετοχής χωρίς αποτέλεσμα. Μα δεν είναι τυχαίο που στέκονται εκεί — είναι σαν να έχουν υπογράψει συμβόλαιο αθάνασης συμμετοχής, όπου η μόνη τους υποχρέωση είναι να βρίσκονται στο ίδιο σημείο κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα.
Κι αυτό το κολλάω περισσότερο όταν θυμάμαι μια συνάντηση το 2019 στον Περιστερό, εκεί που είχα έναν πελάτη που δούλευε στο γήπεδο. Μου είπε τότε: "Ρε φίλε, αυτούς τους βλέπω εδώ 15 χρόνια και κάθε φορά έχουν την ίδια έκφραση πριν τον αγώνα — σαν να ξέρουν ήδη πως στο τέλος θα ξαναγίνουν πάλι οι ίδιοι." Αυτός ο άνθρωπος δε μιλάει για ποδόσφαιρο· μιλάει για μια κατάσταση βρόχου, όπου η ομάδα είναι τόσο αγαπημένη όσο ο μπουγάτσος στην γωνία — όλοι τον θυμούνται όταν λείπει, αλλά κανείς δε βάζει το χέρι στην τσέπη να τον αγοράσει στο τέλος.
Εδώ όμως δεν μιλάμε για μπουγάτσο. Μιλάμε για μία ομάδα που στο τέλος της χρονιάς ξαναβρίσκεται στους 9ους επειδή η ίδια η έννοια του πρωταγωνισμού έχει χαθεί μέσα στους αριθμούς των γκολ διαφοράς. Την ίδια θέση την είχε πέντε χρόνια πριν — και πριν από δεκαπέντε. Ακόμα κι όταν έκαναν εκείνο το χατ τρικ μέσα στη σεζόν, η επόμενη Κυριακή τους έφερε πίσω στο ίδιο σημείο σαν κάποιος να τους είχε ξαναβάλει στον αυτόματο πιλότο. Δε με νοιάζουν οι συμμετοχές — εκείνες είναι αδιάφορο πολίτικο δικαίωμα. Αυτό που με πονάει είναι ότι σαν σύνολο αποφάσισαν πως η συμμετοχή είναι αρκετή σαν τελικό αποτέλεσμα. Κι αυτό δεν είναι ποδόσφαιρο· είναι μια ταινία τρόμου όπου ο πρωταγωνιστής κάθε βδομάδα έχει τον ίδιο θάνατο.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ακούστε, λοιπόν — τι άλλο θυμάμαι εγώ από το Περιστέρι εκτός από τις κίτρινες καρέκλες; Την προηγούμενη σεζόν, πριν μπει η βροχή του Νοέμβρη, είχα μία υπόθεση στο δικαστήριο εκεί κοντά. Στις δίκες είχαν καθυστερήσει κι έπρεπε να περιμένω δύο ώρες έξω από το γήπεδο, γιατί δεν άφηναν κανέναν μέσα. Εκεί βγήκα που έκανε warm-up ο Ατρόμητος, τραγούδια εκτός ρυθμού, σκόρπιες κραυγές σαν τη σταθερή βροχή στον αγρό του ουρανού, τίποτα παραπάνω. Μετά μπήκα στο δικαστήριο κι έβλεπα τους δικούς μου πελάτες να στέλνουν μηνύματα: "Ρε φίλε, φτάνει με το σύλλογο; Πάλι αυτοί;" Αυτή η ομάδα δεν είναι παίκτης — είναι η ίδια η αποτυχία που έχει γίνει σήμα κατατεθέν του γηπέδου. Μετά από είκοσι χρόνια βλέπω τις ίδιες εικόνες σαν βρόχο VHS: οι ίδιοι φανοί, τα ίδια πρόσωπα στις κερκίδες, ακόμα και το ίδιο περιστατικό στο δικαστήριο όταν ένας οπαδός πήγε να κάνει μήνυση στον διαιτητή επειδή έκλεισε τρεις φορές τον αγώνα λόγω επεισοδίων. Την επόμενη μέρα ήταν ξανά εκεί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα — όχι επειδή έδωσαν λύση, αλλά επειδή βρήκαν τον τρόπο να συνεχίσουν την ίδια παράσταση χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αυτό λέγεται συμμετοχή; Εγώ λέω μια κατάρα.
Πού είναι η απόδειξη;
Τρεις φορές αυτόν τον μήνα πέρασα από το Περιστέρι με το αμάξι μου κουρασμένος μετά τη δουλειά στο γραφείο, κι εκείνες τις κίτρινες καρέκλες στον ανατολικό τοίχο ξεχώριζαν ακόμη και μέσα στο σκοτάδι σαν φθορίζον σήμα στοιχειωμένου κινηματογράφου. Οι αριθμοί βγαίνουν συνέχεια ίδιοι: 7 νίκες που τις νιώθεις περισσότερο σαν τρύπες στο τραπέζι της εταιρίας μου παρά σαν γκολ, 8 ισοπαλίες όπου ο κόσμος γύριζε σπίτι λέγοντας «μα δεν χάσαμε κι έτσι;» σαν εκείνο το παιδί που ισχυρίζεται πως πέρασε τυχαία το διαγώνισμα επειδή είδε κάποιον άλλον να γράφει τις απαντήσεις.
Με τον SakisPAO συμφωνώ στην ουσία — όταν η συμμετοχή γίνεται σκοπός αυτοκατανάλωσης, τότε η θέση δεν είναι τυχαία αλλά σχεδιασμένη συμπεριφορά. Αυτό όμως που προσθέτω εγώ είναι πως εδώ δεν μιλάμε μόνο για μία ομάδα· μιλάμε για μία κατάσταση όπου η αίσθηση του χρόνου έχει σταματήσει σαν το ξυπνητήρι στη ντουλάπα ενός ανθρώπου που δεν προλαβαίνει ποτέ να ξυπνήσει νωρίτερα. Την ίδια στιγμή όμως, όταν βλέπω έναν προπονητή που μένει όσο χρειαστεί ακόμα μία χρονιά πάνω στην ίδια καρέκλα με τους ίδιος συμβούλους λήψης αποφάσεων, αναρωτιέμαι: πόσο εύκολο είναι να κατηγορείς ανθρώπους που δεν έχασαν μόνο αγώνες, αλλά έχασαν κι εκείνο το τελευταίο εκατοστό της προσπάθειας που μετατρέπει μία συμμετοχή σε αποτέλεσμα;
Δεν λέω ότι έχουν δίκιο· λέω όμως ότι όταν η ίδια επιφάνεια παρουσιάζεται στους αριθμούς κάθε χρόνο σαν τυπωμένη σφραγίδα υπογραφής, τότε η ερώτηση δεν είναι «γιατί βρίσκονται εκεί» αλλά «γιατί παραμένουν εκεί». Κι εγώ βλέπω την απάντηση μέσα στα ίδια αδιάφορα βλέμματα στις κερκίδες κάθε Κυριακή — εκείνοι ξέρουν πως η θέση είναι το μοναδικό τους αστέρι στον ουρανό μιας πόλη που δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μία στροφή δρόμου χωρίς φανάρι.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Τον περασμένο Αύγουστο βρέθηκα εκεί μετά τον αγώνα, νόμιζα πως ήμουν ο μόνος που δεν έπαιρνε θέση στη χορεία των καλλιτεχνικών συμμετοχών τους. Σηκώθηκα στις κερκίδες στις 9 παρά τέταρτο για να φύγω πριν την έβδομη φορά που βγήκαν οι εικόνες της ίδιας επίθεσης στον ηλεκτρονικό πίνακα. Κάτω από την κίτρινη οροφή του γηπέδου εκείνος ο φανοστάτης είχε σβήσει δύο φώτα — άλλαξαν λάμπα κανείς; Το μόνο πράγμα που ανάβει εκεί είναι οι ίδιοι αριθμοί κάθε φορά.
τι 'χουμε εδώ λοιπόν; μία ομάδα που έπαιξε 26 φορές φέτος, νίκησε 7, ισοπέρασε άλλες τόσες, γνώρισε το πικρό της 11 φορές και στο τέλος βρέθηκε πάλι εκεί που ήταν πριν από δέκα χρόνια — στις 9ες θέσεις, σαν εκείνο το ψυγείο στο σπίτι μου που όσο κι αν πας να ανοίξεις δεν βρίσκεις τίποτα μέσα, παρά μόνο μία κρύα αίσθηση ότι κάτι λείπει. μα το χειρότερο δεν είναι η θέση· είναι η ίδια η εικόνα που έχει γίνει μόνιμο τοπίο: οι κίτρινες καρέκλες στις κερκίδες σαν σύνολο ψυγείου που κανείς δεν ανοίγει ποτέ, οι ίδιοι αριθμοί στους πίνακες, οι ίδιοι υπαινιγμοί ότι "κάτι κάνουν", σαν εκείνο το ρολόι στον τοίχο της εργαλείας που δείχνει μία ώρα πριν τις δώδεκα συνέχεια και κανείς δε σηκώνει το χέρι να το διορθώσει.
αλλιώς πώς εξηγείται ότι εκεί που άλλες ομάδες χάνουν την ευκαιρία κάθε βδομάδα, στον Ατρόμητο η ευκαιρία έχει γίνει τόσο μόνιμη όσο η ίδια η ομάδα; σαν έναν εργάτη που κάθε πρωί φοράει την ίδια στολή χωρίς ποτέ να λερώνεται πραγματικά — κάνει τα χίλια δυο, αλλά στο τέλος της ημέρας ξέρει πως όλο αυτό πάει... εκεί όπου ξεκίνησε. το ίδιο ακριβώς γίνεται και εδώ: συμμετέχουν, περισσεύουν στις κονκάρδες των φωτογραφιών, μα όταν λήξει η χρονιά βρίσκονται πάλι στη ίδια στήλη, σαν εκείνο το χωριό στα mountains της Κρήτης που πήγα το '98 για διακοπές — πάνω-κάτω η ίδια ζωή, ίδια πρόσωπα, ίδια ιστορία επαναλήφθηκε μέσα στη δεκαετία σαν κάποιος να πάτησε το κουμπί της επανεκκίνησης κάθε φορά.
κι όταν το σκέφτεσαι καλά, αυτή η ιστορία θυμίζει εκείνη την παλιά ταινία που έβλεπε ο μπαμπάς μου στα Χανιά κάθε βράδυ — μία κωμωδία όπου ο πρωταγωνιστής προσπαθεί ξανά και ξανά να σώσει τον κόσμο, μα στο τέλος γίνεται πάντα η ίδια γκάφα. εδώ όμως δεν υπάρχουν γέλια· υπάρχουν κουκίδες πάνω στους πίνακες σαν κουκκίδες από βελόνα σε ρούχο που κανείς δεν μπορεί πια να βγάλει γιατί έγιναν μέρος του υφάσματος.
τώρα, να μου πεις εσύ: τι πιο τραγικό μπορεί να υπάρχει από μία ομάδα που κάθε Κυριακή σου δίνει μία ταινία ντετέκτιβ χωρίς μύλο κι όταν τελειώσει όλα έχουν γυρίσει στο ξεκίνημα; δώσ' μου μία ομάδα σαν τον Ατρόμητο που δεν βιάζεται να τελειώσει τον αγώνα — γιατί όπως λέει και ο παππούς μου στα Χανιά όταν πίνει τον καφέ του αργά το βράδυ: "όταν βλέπεις κάποιον να κάνει όλη τη δουλειά χωρίς αποτέλεσμα, ξέρεις πως εκείνος δεν ψάχνει για νίκη· ψάχνει μόνο για μία θέση στο τέλος". κι αυτή η θέση, φαίνεται, έχει γίνει η μόνη μόνιμη είσοδος του Ατρομήτου στην Super League.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.