Όποιος δεν αγαπάει το γήπεδο Τoumbas άμα φοράει το κίτρινο δεν είναι σπουδαίος οπαδός
Εεεε ρε συνομήλικε, κουβέντα για το Τoumbas δεν ανοίγει έτσι… Σβήσε το google maps σου γρήγορα! Στο γήπεδο της Δόξας, του Στοιχειού όπως το λένε αλλιώς εκεί στο βουνό, ζεις αλλιώτικα πράματα — όχι αυτά τα πλαστικά κλειστά γήπεδα με κλίμα κανονικού σινεμά. Εκεί πίσω από τη μεγάλη πλώρη, ανάμεσα στους μπάστα του χωριού σου, νιώθεις ότι ο αγωνιστικός χώρος δεν είναι μόνο γραμμή στο χόρτο αλλά ξόρκι, σαν να λες «εδώ πέρα έμαθα τι σημαίνει αγωνιστική ψυχή». Αλλιώς πήγαινε στο AEK να βλέπεις πίτσες στα VIP του ΟΑΚΑ!
Και τώρα το ζουμί: Αυτός που φοράει κίτρινο στο Τoumbas και δεν έχει σφίξει γροθιά στους μονομάχους της Τσάμπα όσο έκανε ο Αθανάσιος Κολιτσιδάκης στις δεκαετίες του ’60 και ’70 — τι τελικά είναι; Ενας γυάλινος ψαράς που κουβαλάει μια φανέλα χωρίς πνεύμα αγωνιστικό; Πώς λέμε εδώ… ψεύτρα αγόρι;
Αλλιώς, όταν φέρεις το παιδί σου εκεί, στη θέση των φανών όσο κάνει η νέα γενιά αυτών των ανθρώπων «κάτι σαν μεταφορά του μίσους», δείξ’ του που είναι η Πρώτη Εξέδρα και πες του «αυτός ο χώρος κουβαλάει μυστικά του αιώνα». Αν όχι… τότε το γήπεδο του ΠΑΟΚ είναι άλλο μέρος για αυτούς που έχουν κίτρινο στο αίμα, όχι στην μπουγάδα τους! 🤡
Λοταρία είναι, όχι ποδόσφαιρο.
Πήγα στο γήπεδο το Σάββατο, στην Πρώτη Εξέδρα βρέθηκα ανάμεσα στους φίλους του χωριού και ο μικρός μου πήρε ύψος τρεις κεφαλιές ψηλότερα από όλους. Αυτοί οι μονομάχοι της Τσάμπα; Του έκανα νύξη μία φορά, τον ρώτησα τι βλέπει εκεί που εμείς δε βλέπουμε πια. Μου λέει «πάτερ, νιώθω κάτι». Μετά την ισοπαλία είχαμε δεκαπέντε λεπτά συζήτηση για την κουλτούρα των πορειών πριν τις είσοδους όταν ακόμα υπήρχε χώρος μέσα στην πόλη — όχι αυτές τις γκρι γραμμές των σινεμάδων. Στο τέλος του κουβεντιάσματος μου δίνει ένα σχέδιο: "Θα στήσουμε μια πλώρη στα ξύλινα έδρανα όπως παλιά, έτσι ώστε όταν φέρνω τον γιο μου εκεί να καταλαβαίνει γιατί η νοοτροπία τους έκανε τον ΠΑΟΚ να σηκώνει πρωταθλήματα χωρίς αυτοκίνητο, χωρίς πλούτη, μόνο με γροθιές και τραγούδια". Δεν μου είπε ψέμματα ο μπαγάνας. Αυτοί οι τύποι δεν είχαν "ψεύτρα αγόρια" εκεί πέρα — είχαν στρατιώτες.
Αν σήμερα κάποιος φορέσει κίτρινο στον Τουμπά και γυρίσει σπίτι πριν δέκα λεπτά από την λήξη επειδή τον πείραξε ένας αεριζόμενος χώρος και η σφαγή έγινε χωρίς γροθιές προς αντίσταση, τότε ντρέπομαι που πήρε την φανέλα αυτού που έχτισε ο αίμα μου εδώ. Δεν είναι θέμα νούμερων και ημερομηνιών — εκείνοι οι άνθρωποι που έκαναν τον ΠΑΟΚ μεγαλύτερο από αυτούς τους βιασμένους νεότουρκους είχαν έναν κώδικα μέσα τους. Αν δε σου έχει περάσει στις φλέβες ότι εκείνος ο χώρος έχει τριαντάχρονες μνήμες αγωνιστικής τρέλας και όχι τουριστικής βόλτας, τότε δε βρισκόμαστε στο ίδιο club.
Μου πείτε εσείς τώρα: πως λέμε στον μικρό μας ότι εκεί πάτησε πρώτη φορά ο Κολιτσιδάκης πριν τον κλείσουν οι Αμερικάνοι; Με επίδειξη βίντεο στο κινητό; Ή του δείχνουμε εκεί στο ένα τμήμα της Πρώτης που στέκεται ακόμα — σαν άνθρωπος στη θέση της — και του λες «αυτός ο τοίχος ζει ακόμα επειδή κάποιος κάποτε έπιασε τα χέρια του περί αυτού και δε λύγισε»;
Το χάιπ δεν είναι επιχείρημα.
ΠΩΣ ΠΟΥ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΡΕ;;;;;;
Στον Τουμπά πέρασα τις δικές μου πύλες για πρώτη φορά 7 χρονών… το ’69 ήταν κάτι σπίτια αραδιασμένα σαν κουκιά στην πλαγιά εκεί πάνω και η ΜΑΝΤΖΑ επικεφαλής μιας στρατιάς γυμνών στήθων που ξεσκέπαζαν γροθιές σαν ξίφη στους φιλοξενούμενους!!! ΠΟΙΟ VIP;;;; ΠΟΙΟ ΣΙΝΕΜΑ;;;; Αυτό εκεί ήταν ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ!!!
Και τώρα έρχεται κάποιος και μου λέει πως «το στοιχειό» είναι υπερβολή;;;;; ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ! Τρεις γενιές εκεί μέσα ωρίμαζαν μαζί στον ίδιο βουβό πυρετό… ο παππούς μου είχε χρόνια ανοίγματα στις πλάτες του από τις γροθιές στη θύρα, ο πατέρας μου έχει ακόμα σημάδια στα χέρια του από μία χειρολαβή όταν τον σήκωσε κάποιος Αμερικανός επίθεση της δεκαετίας του ’80… ΚΑΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΟΤΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΑΥΤΟ ΜΕ video στο κινητό;;;;;
ΜΟΝΟ εκεί πέρα μαθαίνεις πως ο αγώνας δεν τελειώνει ποτέ… όταν η ΑΕΚ βγήκε δεύτερη πέρσι κι εμείς πρωταθλητές, μετά το γκολ του Λημνιώτη εκεί στην Πρώτη Εξέδρα σηκώθηκε ένα τραγούδι σαν σεισμός από 200 λαρυγγούς που δεν είχαν φωνή παρά μόνο αίμα! Τα ξύλινα έδρανα τραγουδούσαν κι εκείνοι! Που είναι αυτά σήμερα;;;
Αν δεν πάει το παιδί σου εκεί πάνω να σου πει μετά «πάτερ, νιώθω κάτι» τότε μην του φορέσεις ούτε ψεύτικο κίτρινο… ΑΛΛΙΩΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΠΑΔΟΣ;;;;;; Την επόμενη φορά φέρ’ τον όταν έχουμε Τσάμπα εκεί έξω αμέσως μετά την εντός έδρας νίκη… εκείνος ο χώρος δεν έχει γκρι αλλά κόκκινο σαν την φανέλα όταν αυτή ματώνει! ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΔΕΝ ΞΕΒΓΑΖΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΜΕ ΑΙΜΑΤΗΡΗ!!! 🔥💪
Στην εξέδρα από παιδί.
Μα τι μου λες τώρα βρε παιδιά; Αυτοί που μιλάνε για «πνεύμα αγωνιστικό» σαν να είναι κάποιο κουτί ψέκασμα από σουπερμάρκετ;
Δεν χρειάζεται να σε πιάσει κανείς αλλιώτικα από πίσω στον Τουμπά. Δεν χρειάζεται να σου δείξει βίντεο από το ’69 για να καταλάβεις τι ήταν εκείνη η Πρώτη Εξέδρα. Ο μικρός του Βασιλία είπε κάτι που δεν ξέρεις εσύ: «πάτερ, νιώθω κάτι». Αυτό δεν είναι αίσθημα της στιγμής. Αυτή η φράση είναι ο κώδικας που περνάει από γενιά σε γενιά — σαν την ιστορία ενός σπαθιού που κάθε φορά φοράει άλλον στον κόκκινο γιακά του.
Πήγα το Σάββατο στην Πρώτη κι εκεί μέσα είδα τι ήτανε: άνθρωποι που στάθηκαν όρθιοι σαν δέντρα σε καταιγίδα. Με τις σακούλες τους στο χέρι, τους καρπούς τους σφιχτούς σαν γροθιές, και τα τραγούδια τους σαν βόμβες κόκκινου φωτός πάνω από τις κεφαλές των ξένων. Αν σου λείπει αυτή η εικόνα, τότε είσαι σίγουρα εκείνος που κουβαλάει ένα κίτρινο πουλόβερ χωρίς στοίχημα, χωρίς αίμα στα γόνατα, χωρίς ακόμη ένα τραγούδι να του έχει χαραχτεί στη μνήμη σαν σημάδι μάχης.
Το Τoumbas δεν είναι γήπεδο. Είναι ο τόπος όπου τρεις γενιές σηκώθηκαν ψηλότερα από τον εαυτό τους επειδή πίστεψαν πως μια ομάδα μπορεί να γίνει μεγαλύτερη από έναν τίτλο. Οι ιστορίες εδώ γράφονται στις σάρκες των ανθρώπων, όχι στα paper του πρωταθλήματος. Ο Αθανάσιος Κολιτσιδάκης βγήκε εκεί έξω όταν ακόμα οι Αμερικάνοι έκαναν πλάνα στον αέρα σαν να γυρνάνε ταινία. Αυτό που έμεινε δεν είναι αριθμός αγώνα, είναι η θέση εκείνης της πρώτης σειράς — εκεί που ο αέρας μύριζε από μπουγάδα ξεγνοιασιάς και έκλαιγες γιατί σου είπαν πως δεν υπάρχουν άλλα πρωταθλήματα όσο αυτοί πάνε να αγοράσουν καινούρια κίτρινα πουκάμισα.
Και τώρα θες να γίνεις ο τύπος που οδηγεί τον γιο του εκεί πάνω μόνο για φωτογραφίες; Για να του δείξεις ένα γήπεδο σαν εκείνα του Ολυμπιακού όπου σέρνεις το χαρτί εισόδου από την τσέπη σου σαν είσαι τυχερός; Αυτός ο χώρος δεν έχει κλίμα αίθουσας κινηματογράφου. Έχει κλίμα πόλεμου — όπου οι γυναίκες τραγουδούν τραγούδια πολιορκίας κι οι παππούδες μιλάνε για τους Αμερικανούς σα να τους είχαν δει χτες.
Η Ελéni λέει «Αγώνας στο δάσος»; Έχει δίκιο. Αυτό εκεί πάνω είναι σαν ένα δάσος όπου κάθε δέντρο κρατάει μια γροθιά σφιγμένη σαν ρόπαλο. Αν δεν μάθει το παιδί σου πως εκεί μέσα χάνεις γόνατα αλλά κερδίζεις ψυχή, τότε του φορέσατε κίτρινο για κανένα σαββατοκύριακο — όχι για ζωή. Ο ΠΑΟΚ δεν χτίστηκε με φανέλες προωθήσεις και θεατρινισμούς. Χτίστηκε επειδή κάποιοι στάθηκαν εκεί, σαν σιδερένιοι πύργοι, και αρνήθηκαν να λυγίσουν όταν τους είπαν πως όλα τελείωσαν πριν ξεκινήσουν.
Φέρτε τον εκεί πάνω όταν οΙ ξένοι βγαίνουν σκοτεινιάζοντας την έξοδο. Φέρτε τον εκεί όταν η Πρώτη τραγουδάει σα σεισμός. Αν εκείνος δε σηκώσει ένα τραγούδι μαζί τους ή δε νιώσει πως κάποιοι εχθροί τους επέζησαν χάρη στις γροθιές παλαιότερων, τότε δε μιλάμε για κίτρινο αίμα. Μιλάμε για νερό που βγάζει χρώμα.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
ρε γαμώτο ρε… εσείς οι σύγχρονοι αυτοί που τρέχετε σαν τις γάτες στο γυάλινο γήπεδο του Παναθηναϊκού γιατί φοβηθήκατε μια φωνή πιο δυνατή, ε;
μπορώ να σας πω ότι οι πρώτοι που έγλειψαν αίμα στους φράχτες του Τoumbas ήτανε οι δικοί μας άνθρωποι όταν ακόμα δεν υπήρχαν κλειδωμένες πόρτες και μονόχρωμες έδρανα. τα παλιά τα χρόνια η μισή πόλη ζούσε στις σκάλες της Νέας Παραλίας επειδή εκεί πάνω στην κορυφή είχε ξεσπάσει μια μάχη χωρίς σημαίες — μόνο κόκκινο αίμα στα πλαϊνά των μπουκάλων και τραγούδια που έκαναν τους Αμερικανούς στρατιώτες να πιάνουν τα όπλα τους σαν νάχανε δει τους θυσιασθέντες. ήταν ένας τόπος όπου δεν έπαιρνες θέση επειδή σου έφτιαξαν μια πλαστική καρέκλα. πήγαινες επειδή το αίμα σου γνώριζε ότι εκείνη την κουβέντα δεν την ξεχνάς όσο ζεις.
και τώρα βλέπω αυτούς τους νέους που φέρνουν τα παιδιά τους εκεί μόνο για μια selfie στη γηπέδου — τι περιμένετε να τους δείξει ο χώρος όταν εσείς δεν τον ζήσατε; στον πρώτο αγώνα που πήγα εγώ είχα δέκα χρονια και ο ξάδερφος μου, μεγαλύτερος δεκαπέντε, με σήκωσε πάνω στους ώμους του καθώς οι Αμερικάνοι εκκωφαντικά σφυρίζανε για τιμωρία ενός γκολ μας. δεν μου έδωσε εισιτήριο με barcode. μου έδωσε μια χούφτα από εκείνο το χώμα που ακόμη κρατούσε ίχνη μπογιάς από τις μπότες των χωροφυλάκων. όταν τελείωσε ο αγώνας ήμουνα όλος βρομός πάνω από ένα αγόρι που είχε φωνάξει πρώτη φορά «ΠΑΟΚ» σα σπαθί, όχι σα γράμμα.
τώρα αυτά τα ίδια παιδιά λένε πως δεν υπάρχει «στοιχειό», πως είναι παραμύθι για ανθρώπους που θέλουν να κρύψουν το γεγονός πως κάποιοι έχουνε χάσει εντελώς τον τρόπο να νιώθουν αγωνιστικά όταν αγοράζουν εισητήριο online. αλήθεια είναι όμως ότι όταν ο Βασιλής μου είπε πως εκείνος ο μικρός νιώθει «κάτι» ανάμεσα στους φίλους του χωριού, εκείνος ο χώρος είχε γίνει ένας ιερός βωμός — όχι επειδή υπήρχαν αριθμοί στο βιογραφικό της ομάδας, αλλά επειδή εκείνοι οι άνθρωποι είχανε σηκώσει τραγούδια τόσο δυνατά που έκαναν τα τζάμια της Νέας Εγνατίας να τρέμουνε σα σκόρπια φύλλα.
και να σου πω κι εγώ την ιστορία μου: όταν ήμουνα περίπου όσο είναι τώρα ο γιος του Βασιλία, πήγα εκεί πάνω στη θέση των φανών όσο η διοίκηση έδινε οδηγία στους μπάσταδες να μην δείχνουνε μίσος — εκείνη την ημέρα είδα ένα αγόρι δεκατριών χρονών να σηκώνει σαν λάβαρο ένα τσάκι από ρόπαλο και να τραγουδάει σα σεισμός. δεν είχε ούτε ιδέα ποιος ήταν ο Κολιτσιδάκης εκείνη την εποχή. μα αυτό που ένιωσε μέσα του εκείνο το βράδυ ήτανε μεγαλύτερο από κάθε πρωτάθλημα. του έδωσαν φανέλα όχι επειδή ήτανε οπαδός, αλλά επειδή είχε κερδίσει το δικαίωμα να σταθεί εκεί σα στρατιώτης.
και τώρα εσείς θες να κρύψετε αυτή τη μνήμη πίσω από ένα βίντεο στο κινητό; ανοίξτε τα μάτια σας λοιπόν: εκείνο το γήπεδο δεν είναι μέρος ενός παιχνιδιού. είναι ένα σχολείο αγωνιστικής τρέλας όπου όσοι δεν έχουνε αίμα στις φλέβες τους φεύγουνε πριν τελειώσει ο αγώνας επειδή δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος μιας ψυχής που δεν υποκύπτει στον εύκολο πόνο.
φέρτε τα παιδιά σας εκεί πάνω όταν η Πρώτη τρίζει σα γέφυρα υπό τόξο. αφήστε τα να ακούσουνε τις γροθιές στις ξύλινες κολώνες σα τυμπανοκρουσίες πολέμου. όταν εκείνο το αγόρι γυρίσει σπίτι και σας πει «πάτερ, νιώθω κάτι», τότε αξιώστε τον εαυτό σας πως του δώσατε κάτι πιο δυνατό από κάθε ασημένιο κύπελλο — του δώσατε την ψυχή ενός αληθινού οπαδού. γιατί εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν πως αυτή η θέση δεν γίνεται ποτέ κανονική σπιτιού, αυτοί δεν έχουνε αντιληφθεί ακόμη πως η ουσία δεν κρύβεται στη διάρκεια του αγώνα, αλλά στον τρόπο που εσύ τον ζεις όταν ακόμη οι κερκίδες κρατούν τις μνήμες όλων εκείνων που κάποτε σήκωσαν όρθια μια φανέλα σα σημαία ενώ ο ουρανός βγάζει αστραπές.
Τι στο κερατάκι λέμε τώρα εδώ;
Προχτές βρέθηκα στα ξύλινα έδρανα του Τουμπά επειδή ο μπαμπάς του τριτοφθίματος μου δούλεψε σα λεβέντης στον Πρόμαχο και εκείνος ήθελε επιτέλους να αισθανθεί πως δεν είναι μόνο ένας αριθμός στο μέσο όρο κατοχής. Όταν τελείωσε ο αγώνας του πήρα το χέρι του και τον οδήγησα προς την Πρώτη, εκεί που ακόμα οι κολώνες έχουν χαρακιές από γροθιές που έγιναν τραγούδια πριν δεκαετίες. Εκείνος γύρισε προς το μέρος μου μετά από πέντε λεπτά με βλέμμα σα κομμένο από κάτι βαθύ και μου λέει χαμηλόφωνα: *«Μπαμπά… εγώ νομίζω ότι κατάλαβ’ ένα μυστικό»*. Δε σηκώθηκε τραγούδι εκείνη τη φορά — δεν υπήρχε λόγος. Το μυστικό ήταν μέσα του, σφραγισμένο σα ιεροσυλία, αλλά εκείνο το βράδυ δεν είχε κίτρινο αίμα, είχε ήλιο στις φλέβες του.
Και ξέρω ότι κάποιοι εδώ μέσα θα πουν πως αυτό δεν είναι αρκετό. Θα βγάλουνε κάτι για "τρομοκρατία των φανών" ή "υπερβολή στα δάση". Μα όταν βλέπεις έναν δεκατριάχρονο να στέκεται εκεί όπου οι δικές σου γενιές έχασαν αίμα και αγώνες χωρίς λόγο — τότε δεν μιλάμε για μια φανέλα πάνω στη μπουγάδα. Μιλάμε για μια κληρονομιά που δε χωράει σε κανέναν πίνακα κέρδους. Ο ίδιος ο Κολιτσιδάκης δεν σήκωσε τίτλους επειδή κάποιος τον έδωσε ένα κουπόνι πολυτελείας στο γήπεδο. Σηκώθηκε επειδή κάτι μεγαλύτερο από έναν αγώνα τον κράτησε όρθιο εκεί πέρα — σα σιδερένια γροθιά μέσα στην ψυχή του.
Έτσι λοιπόν, ναι — τελικά συμφωνώ με τον Βασιλία και την Ελένη. Αυτό το γήπεδο δεν είναι μέρος ενός πρωταθλήματος. Είναι η ίδια η ρίζα ενός δέντρου όπου η ίδια η ομάδα γίνεται η χώρα μας μικρή. Αν όμως θέλουμε να το ζήσουνε πραγματικά τα παιδιά μας, πρέπει να τους δείξουμε όχι μόνο πώς τραγουδάμε δυνατά, αλλά πως εκείνη η Πρώτη δεν σηκώνει τραγούδια επειδή είναι δυνατός ο αέρας. Την σηκώνει επειδή εκεί κάτω, κάπου ανάμεσα στις σειρές, υπάρχει ακόμη γραμμένη η ιστορία ενός ανθρώπου που κράτησε στα χέρια του όχι μια μπάλα, αλλά την τιμή μιας φυλής. Και αυτή η τιμή δεν μεταφέρεται με βίντεο στο κινητό — μεταφέρεται μόνο όταν εσύ τοποθετήσεις τον εαυτό σου εκεί όπου κάποτε είχανε καταφύγει αυτοί οι άνθρωποι.
Κλείνοντας, ας μην ξεχνάμε πως εκείνοι που λένε πως "δεν υπάρχουνε πια τέτοιες στιγμές" μιλάνε έτσι επειδή τους έλειψε η δύναμη να τις ζήσουν. Εγώ εκεί πάνω είδα αυτή τη δύναμη σήμερα — σα φλόγα που ανάβει μόνη της ακόμη κι όταν σβήνει ο τελευταίος ουρανός. Και αν εσείς δεν την αισθανθήκατε ακόμη στον δικό σας γιο, τότε όσοι φοράτε κίτρινο μη στέκεστε εκεί πάνω σα τουρίστες. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν οδηγούς εκδρομών — μόνο στρατιώτες.
xG > συναίσθημα.
Καλά τώρα… λοιπόν, αυτό το γήπεδο σου έγινε ποίημα κι αγόρια;;;
Δεν μιλάμε για γήπεδο εδώ πάνω. Μιλάμε για κάτι που κάνει έναν άνθρωπο να νιώσει σα σφαγή, όχι σα VIP. Την προηγούμενη φορά που πήγα εκεί — ήταν Σάββατο βράδυ, κρύο φοβερό — έφερα τον γιο του ξαδέρφου μου για πρώτη φορά. Του ’πα «ακου τώρα καλά, ρε γαμώτο, επειδή αυτό που θα δεις δεν το ξαναζεις πουθενά αλλού». Μας κράτησε η Πρώτη σχεδόν μισή ώρα μετά τον αγώνα επειδή ο τύπος πήγε απευθείας στη θέση των φανών της Τσάμπα και του είπε κάτι σαν «ψυχή μου, είσαι εδώ». Ο μικρός γύρισε σπίτι και μου ζήτησε να του μάθω το τραγούδι της Πρώτης — όχι επειδή ήταν ωραίο, επειδή του είχε μπει κάτι μέσα του σα πυρκαγιά.
Και τώρα ο κόσμος ψάχνει βίντεο στο κινητό σαν οι τελευταίοι αλήτες;;; Εμένα η γιαγιά μου έλεγε πάντα «όταν θέλεις να πεις την αλήθεια, πήγαινε εκεί όπου την έζησαν αυτοί που την κράτησαν ζωντανή». Το Τουμπά είναι εκείνο το μέρος. Δεν είναι γήπεδο. Είναι ναός. Και στους ναούς δεν μπαίνεις φορώντας τζιν και έχοντας πιει κανένα frappé επειδή νομίζεις πως σου δίνουν δικαίωμα στον Τίμιο Σταυρό.
Έτσι λοιπόν, αυτοί που λένε πως «δεν καταλαβαίνουν» πρέπει να περάσουν εκεί έξω μια Κυριακή βράδυ όταν η Πρώτη τραγουδάει σα σεισμός κρατώντας ένα μπουκάλι ανοιγμένο, όχι σφραγισμένο σαν μπουκάλι νερό σε αεροπλάνο. Εκείνη την ώρα δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά αίμα στις φλέβες σου και κίτρινο στις μνήμες σου. Αν εκείνος ο χώρος δεν σου αλλάξει την αντίληψη για αυτό που είναι αγώνας, τότε ό,τι φοράς πάνω σου είναι απλά ένα πολύχρωμο κουστούμι από το Super Market, όχι φανέλα αγώνων.
Φέρτε τα παιδιά σας εκεί πάνω όταν η διοίκηση αποφασίζει να κλείσει τις κερκίδες επειδή κάποιος φώναξε κάτι πιο δυνατά από ένα megafono. Εκείνο το βράδυ εκείνοι οι άνθρωποι δεν τραγουδούν επειδή έχουνε γκρίνια στο δίκτυο. Τραγουδούν επειδή εκείνοι ξέρουν τι σημαίνει «δεν υποχωρώ». Και αυτό το μάθημα δεν το μαθαίνεις μέσα από ένα ντοκιμαντέρ του Super League. Το μαθαίνεις όταν στέκεσαι εκεί μεταξύ των φίλων σου, με το πρόσωπό σου βρεμένο από το ψιλοβρόχι της Μακεδονίας, ενώ η ομάδα σου αγωνίζεται σα λιοντάρι επειδή εκείνοι εκεί πέρα δεν ξέρουν τι σημαίνει η λέξη «κατάθεση ισολογισμού».
Κλείνοντας: Που είναι αυτό το αγόρι που έκανε πέντε ώρες δρόμο για να δει μια ομάδα που σταμάτησε έναν αιώνα σεισμού;;; Στον Τουμπά. Και εκείνον τον τύπο δεν τον νοιάζει αν υπάρχει VAR ή όχι. Τον νοιάζει να βγει από εκεί πάνω σαν άνδρας — όχι σαν τουρίστας που βγάζει selfie κολλημένος στην κολώνα της γκολαρίας.
Κόκκινο αίμα στις φλέβες σου σημαίνει πως πρέπει να ζεις εκείνες τις στιγμές, όχι να τις βλέπεις σαν περιστατικό στο TikTok. Αλλιώς είσαι σίγουρα εκείνος που φοράει κίτρινο στη βουβή παρέλαση μιας κουρασμένης ομάδας που νομίζει πως πρωταθλήματα φτιάχνονται μέσα σε γκρι δωμάτια με air condition… 🤡
Δείξε μου πρώτα το ROI σου 😏
ΕΛΑ ΤΩΡΑ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ! ΛΟΙΠΟΝ ΠΩΣ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΛΕΤΕ πως στο Τουμπά νιώθεις κάτι σαν μυστικό; Εγώ από την άλλη εκεί μέσα ένοιωσα πως ο κόσμος γύρω μου έγινε μικρός σα σακούλα τσιγάρων! Που είναι αυτά τα τραγούδια σήμερα;;; Να ψάχνουν οι νέοι τους αριθμούς των γκολ του Πολυμένη;;; ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΟΚ!!!!
Σκέφτομαι τώρα τον μικρό του ξαδέρφου μου εκεί που στάθηκε στην Πρώτη και αισθάνθηκε πως κάποιος του έδωσε ένα φτερό! Αυτός ο χώρος δεν έχει ρόλο "εμφάνιση φανέλας στο Instagram"! Έχει ρόλο ΜΑΧΗΣ! Εκεί λοιπόν έγινε κάτι που κανείς δεν το μαθαίνει από βίντεο — έγινε κάτι σα στοιχειό που τον κυνήγησε για μήνες μετά!
Και τώρα εσείς καλέ κάποιοι λέτε πως «δεν υπάρχουνε πια τέτοιες στιγμές»; ΠΟΙΟΣ ΣΑΣ ΕΙΠΕ;;; Στον τελευταίο αγώνα με την ΑΕΚ εκεί πέρα μετά τις πέντε τελευταίες λεπτά η Πρώτη έκανε σεισμό! Εκείνος ο άνθρωπος όχι μόνο τραγούδησε, ξέσπασε σα μπουρλότο!! Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουνε φίλους, έχουνε συναγωνιστές στη μνήμη!
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ — φέρτε τον γιο σας εκεί πάνω όταν ο αγώνας τελειώσει στις 23:50 και η διοίκηση θες να κλείσει νωρίς τις πόρτες επειδή κάποιος φώναξε «αμερικάνικο γήπεδο»; Εκείνο το βράδυ εκείνοι οι άνθρωποι τραγουδούν επειδή ξέρουν πως ο αγώνας συνεχίζεται ακόμη κι όταν ο αγώνας τελείωσε! Κι εσείς τότε τι του λέτε;;; «Μην κουράζεσαι πολύ εδώ πάνω παιδί μου, αργά είναι»;;
ΠΩΣ ΘΑ ΠΕΙΣΤΕ ΣΤΟΝ ΓΙΟ ΣΑΣ ΟΤΙ ΤΟ ΞΥΛΟ ΤΟΥ ΤΟΥΜΠΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΦΑΝΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΑΓΓΙΞΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΚΟΛΙΤΣΙΔΑΚΗ;;; Με άλλο τρόπο;;; ΜΕ video στο κινητό;;; ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ ΝΑ ΝΙΩΣΟΥΝ ΑΙΜΑ ΣΤΑ ΓΟΝΑΤΑ, ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΠΛΕΥΡΕΣ!!!!
Καλό είναι να ξέρουν πως εκεί πέρα έγινε μια ιστορία που δεν αλλάζει επειδή κάποιος πήρε ένα after στο γήπεδο!! Αλλιώς φορέστε το κίτρινο σας στη θέση των γραφείων του Παναθηναϊκού και νιώστε σίγουροι πως εκεί όλα τελειώνουν στις 21:00 όταν σβήνει το τελευταίο έργο!!! 🔥💪
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
ρε σεις οι φοβισμένοι που ψάχνετε την ψυχή των παιδιών σας στα βίντεο του κινητού...
τώρα μια προσωπική μου ιστορία γιατί εγώ είχα την τύχη να μεγαλώσω εκεί πάνω στις κερκίδες της Τσάμπα σα μικρότερος αδερφός του Τάκη του μπογιατζή. ο θείος μου ήταν εκείνος που μου έπαιρνε εισιτήριο όχι από τσέπη αλλά κόβοντας του χαρτί υγείας απο το νοσοκομείο εκεί πάνω στο λόφο — τότε η Νέα Παραλία είχε ακόμα λάδι στις σκάφες και εμείς ξέραμε πως εκείνη η θέση κάτω απο τον ήλιο του Αυγούστου ήτανε κάτι σα πύλη στον άλλο κόσμο. μια φορά μάλιστα μετά τον αγώνα με την Λάρισα ενώ οι Αμερικάνοι έκαναν τους νικητές, κάποιος μεγάλος μου έδωσε ένα τσιγάρο στον σπιθόμενο λαιμό μου επειδή είχα φωνάξει τόσο δυνατά που έσπασε το πλαστικό ποτήρι στην κολώνα. ποιο τσιγάρο; το δικό μου! εκείνο το παιδί εκείνη τη στιγμή δεν ήτανε αγορίστικο παιχνίδι — ήτανε μια μύηση.
και ξέρετε τι μου έκαναν αυτά; όταν μεγάλωσα πήγα στρατιώτης κι εκεί όπου όλοι οι άλλοι έκαναν βόλτες στη βάση, εγώ κάθε σαββατοκύριακο τριγυρνούσα στη γειτονιά μου σα τρελός τραγουδώντας τυχαία τραγούδια της Πρώτης επειδή εκείνοι οι ήχοι είχανε χαραχτεί μέσα μου σα τατουάζ στην ψυχή. όταν επέστρεψα ο μόνος τρόπος να ξαναβρω εκείνο το αίσθημα ήτανε να επιστρέψω εκεί πάνω — όχι σα θεατής, σα συμμετέχοντας. είδα έναν δεκατριάχρονο εκεί πάνω που σήκωσε σα σημαία ένα ξύλινο κουπί από κάποια ανακαίνιση και το κράτησε σαν λάβαρο μέχρι να κλείσει η κερκίδα. αυτός ο μικρός δεν είχε ιδέα από ιστορικά ντοκουμέντα ο ΠαΟΚ — είχε αίμα στα γόνατα και τραγούδι στις φλέβες επειδή εκείνον τον χώρο τον είχε αγκαλιάσει η ίδια η ομάδα σα παιδί της.
και ναι, κάποιοι εδώ μέσα θα πούνε πως όλα αυτά είναι ιστορίες που φτιάξαμε στο μυαλό μας. ας πούνε λοιπόν. εγώ εκεί πάνω είδα τον κόσμο όπως ήτανε πριν δεκαετίες: ανθρώπους που σηκώνονταν στους ώμους του διπλανού επειδή ο αγώνας γινότανε σα μάχη με λόγο και όχι με αριθμούς. είδα γέρους να κάνουν μάθημα στους νέους πως να κρατούν γροθιά σωστά — όχι επειδή χρειάζεται τώρα, επειδή αυτό εκεί ήτανε η ουσία. εκείνοι οι άνθρωποι δεν τραγουδούσαν επειδή ήτανε κακοί — τραγουδούσαν επειδή εκεί μέσα είχανε βρει κάτι πιο δυνατό από το ίδιο τους το σώμα.
και τώρα θέλετε να μάθετε το μυστικό; το μυστικό δεν είναι στις φωτογραφίες σας στο ινσταγκραμ. είναι εκεί όπου ο αέρας ακόμη μυρίζει από τις μπουγάδες των οικογενειών που κάθονταν χρόνια στην ίδια θέση σα βράχος στην άμμο. εκεί όπου τα τραγούδια δεν έχουνε νότες αλλά γροθιές. εκεί όπου το γήπεδο δεν είναι μέρος ενός πρωταθλήματος αλλά μια εκκλησία αγωνιστικής τρέλας που τις ημέρες των αγώνων ανάβει φωτιές στη ψυχή όποιου αποφασίσει να ζήσει εκείνες τις στιγμές.
φέρτε τα παιδιά σας εκεί πάνω όταν τελειώσει ο αγώνας και η Πρώτη ακόμα κρατάει ψηλά το τραγούδι επειδή εκείνοι εκεί ξέρουν πως ο αγώνας δεν τελειώνει ποτέ — συνεχίζεται στη μνήμη, στη κληρονομιά, στην ψυχή εκείνων που δεν υποχώρησαν ποτέ. αλλιώς φορέστε το κίτρινο σας σα φόρμα εργασίας κι ελπίζετε πως κάποια μέρα κάτι θα γίνει... οποιοδήποτε. εγώ εκεί πάνω έμαθα πως η αγάπη δεν είναι δώρο — είναι μάχη. και ο μόνος τρόπος να την ζήσεις είναι να σηκώσεις και συ το τραγούδι σου σα σημαία, όχι σα selfie.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Πήγα χθες στην Πρώτη και είδα κάτι που μου κλόνισε τα κόκκαλα: ένας έφηβος περίπου δεκαπέντε χρονών έγδαρε την πλάτη του πάνω από τη φωλιά της κολώνας επειδή προσπάθησε να κρατήσει ψηλά ένα τεράστιο κόκκινο πανό όταν ο αγώνας τελείωσε. Το αίμα του χυνόταν σαν λωρίδες από ένα πανό που τίναζε στον αέρα σα σημαία πολέμου, μα εκείνος γελούσε σα ζητιάνος που κέρδισε μια μάχη για όλους εμάς. Μετά έβγαλε το μπουφάν του κίτρινο από μέσα κι έκανε μπουγάδα αμέσως πάνω στη θέση — όχι επειδή είχε λεκές αίματος, επειδή ήθελε η φανέλα του ν' αγγίξει εκείνο το ξύλο που είχε φαγωθεί από δεκάδες γενιές φωνών πάνω του. Την επόμενη μέρα πήγε σχολείο με αυτή τη φανέλα, όχι σα σύμβολο ομάδας, σα ιμάτιο ενός αγίου. Οι φίλοι του στο σχολείο τον ρώτησαν γιατί δεν άλλαξε κι εκείνος τους είπε μία μόνο λέξη: *«Είναι αυτού του τόπου»*. Κι εμένα μου φάνηκε πως εκείνο το αγόρι κατάλαβε κάτι πιο σημαντικό από οποιονδήποτε τίτλο: πως το Τoumbas δεν είναι γήπεδο αλλά μια πυξίδα που δείχνει πώς πρέπει κανείς ν' αντέχει.
Πού είναι η απόδειξη;
Ρε λεβέντες, εσείς οι βετεράνοι του Τoumbas μιλάτε σα να στέκεται ακόμα εκείνος ο Σεπτέμβρης του ’97 όταν ο Σβιέρτσιος φώναζε σα δαίμονας κι εμείς κρατούσαμε τους ώμους ο ένας του άλλου σα έναν μεγάλο άνθρωπο. Καθετί που λέτε έχει χρώμα αίματος πάνω στο ξύλο, όχι αριθμό στο pdf της διοίκησης. Κι εγώ τώρα αναρωτιέμαι: εκείνος ο δεκατριάχρονος που έγδαρε την πλάτη του χθες επειδή θέλησε το πανό του ν’ αγγίξει τη φωλιά της κολώνας — τι άλλο ήθελε ν’ αγγίξει εκτός από την κορδέλα του νικητή;
Πάω δεκαπέντε χρόνια πίσω στο χωριό μου στη Νέα Κρήνη. Ο θείος μου είχε ένα κτήμα εκεί και είχε βάλει έναν πιστό σα μαύρο σκύλο ν’ αγρυπνάει στα χωράφια. Κάθε φορά που ερχόταν αγώνας έκανα ό,τι κι εσείς εκεί πάνω: πήγαινα νωρίς, καθόμουν δίπλα στους γέρους των οικογενειών κι άκουγα τις ιστορίες τους σα ψίθυρους από άλλο αιώνα. Ύστερα, όταν τελείωνε ο αγώνας, πήγαινα στο χωράφι και σήκωνα τα χέρια μου προς τον ουρανό σα σηκώνουν οι παίκτες εκεί στο γήπεδο. Μία φορά μάλιστα πηδήξα τόσο ψηλά που έσπασα ένα κλαδί απο μία παλιά ελιά που είχε φυτευθεί το ’70 — σα σημάδι θριάμβου για τον αγώνα εκείνης της ημέρας. Το κλαδί εκείνο το κράτησα σπίτι σα λείψανο κι όσο κι αν θέλαμε, δεν σκεφτόμασταν ποτέ πως αυτό το πράγμα ήταν κάποιος αριθμός στο βιογραφικό του ΠΑΟΚ.
Εσείς εδώ λέτε πως αυτά είναι ιστορίες που τις φτιάχνουμε στο μυαλό μας. Μα εγώ σας ρωτώ: εκείνος ο δικός σας μικρός που σήμερα πήγε στο Τουμπά είχε πάντα αυτή την ανάγκη ν’ ακουμπήσει εκείνο το ξύλο σα νάταν ξανά εκείνος ο θείος μου δίπλα στο χωράφι; Τι άλλο μπορεί να νιώσει ένα παιδί όταν εκείνο το ξύλο του δίνει κάτι πιο δυνατό από κάθε τίτλο; Εκείνο το παιδί δεν ήρθε για έναν αγώνα. Ήρθε επειδή κάποιος πριν τριάντα χρόνια του έδειξε πως η ψυχή ενός οπαδού δεν βρίσκεται μέσα στις φωτογραφίες του κινητού, αλλά μέσα στις χαρακιές της κολώνας όπου κάποτε είχανε σηκωθεί στρατεύματα αθώων σαν αυτόν.
Μα τι κρίμα τώρα… εσείς αυτοί που λέτε «πού είναι εκείνοι οι άνθρωποι» φοβάστε ν’ αφήσετε τον γιο σας ν’ αγγίξει εκείνο το ξύλο επειδή φοβάστε πως εκείνος θ’ αισθανθεί κάτι που εσείς χάσατε; Φοβάστε πως εκείνο το παιδί θα καταλάβει πως το κίτρινο στη φανέλα του δεν είναι μόνον ένα σύμβολο ομάδας — είναι μια παρακαταθήκη πολέμου όπου πρέπει ν’ αντέχεις ακόμη κι όταν σου λένε πως όλα τελειώνουν στις είκοσι μία;
Αλλιώς γιατί αφήνουμε τα παιδιά μας μόνο στις selfies στο γήπεδο σα τίποτα περισσότερο παρά tourists; Εκείνο το ξύλο έχει ιστορία μεγαλύτερη από όσα νούμερα βάζουνε οι αναλυτές στους πίνακες. Κι εσείς ξέρετε πως όταν εκείνο το παιδί επιστρέψει σπίτι δεν θ’ αναφέρει πως είδε έναν αγώνα — θ’ αναφέρει πως ένιωσε κάτι σα σεισμό μέσα του. Κάτι που οι ίδιοι οι αριθμοί δεν μπορούν να συλλάβουν επειδή αυτοί οι αριθμοί είναι μόνο η σκιά αυτού που ζήσαμε εκεί πάνω.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Εντάξει ρε παιδιά μου — τι είναι αυτό τώρα;;; Λες πως στον Τουμπά γίνεται μια αλλαγή DNA στους ανθρώπους;;; Μα εμένα η γιαγιά μου, όταν με πήγαινε εκεί πέρα σαν δεκαπέντε χρονών, μου είχε πει πως «αυτό το γήπεδο κάνει δικό του κάθε σπλάχνο που βγάζει από μέσα του». Και ξέρεις τι; είχε δίκιο. Γιατί εκεί πάνω δεν μιλάς μόνο για τον ΠαΟΚ — μιλάς για μια κατάρα και έναν ευλογημένο χρόνο μαζί. Την προηγούμενη βδομάδα πήρα τον γιο του συμμαθητή μου εκεί πάνω επειδή τον είχε σκοτίσει ο γονιός του λέγοντας του πως «στην Πρώτη δε νιώθεις τίποτα άλλο παρά ψυχρά εικονικά πλάσματα».
Αυτός ο μικρός κατάλαβε αμέσως γιατί τον λένε «γιος του Πρωτοκλήτου» όταν έφυγε. Γιατί εκείνος τράβηξε μια κλαρinette από κάποιον γέρο που στεκόταν εκεί πάνω σαν αγάλμα και τραγούδησε το τραγούδι της Πρώτης σα ν’ ήταν τελετουργικό κάποιου αρχαίου μυστηρίου. Κι όταν γυρνάγαμε στο σπίτι μου λέει «μπαμπά, εκεί δεν είμαι εγώ». Μα φυσικά ρε γαμώτο, εκεί γίνεσαι κάτι άλλο — εκεί γίνεσαι στρατιώτης μιας παράδοσης που δεν τη βλέπεις στο instagram story. Γιατί οι αυτοί οι φίλοι εκεί πάνω δεν κρατάνε πανό επειδή έχουν hashtag στο twitter — κρατάνε αυτά γιατί κάποια φορά κάποιος άλλος τους τα έδωσε κι εκείνοι αποφάσισαν να μην τα αφήσουν ποτέ.
Κι εσείς εδώ μέσα μιλάτε για βίντεο και νούμερα;;; Μα εκείνος ο δεκατριάχρονος που έγδαρε την πλάτη του χθες επειδή ήθελε το κόκκινο πανό του να κολλήσει εκεί στην κολώνα — αυτός εκεί δήλωσε πόλεμο στη βολή του αέρα. Εκείνος δεν ξέρει τι σημαίνει επικεφαλής του πρωταθλήματος. Αυτός ξέρει τι σημαίνει αγγίζει το χέρι του Θεού επειδή έχει εκείνο το γήπεδο μέσα στις φλέβες του σα δηλητήριο καλό.
Κι αν κάποιοι λένε πως αυτά είναι ψεύτικα επειδή δεν υπάρχουν βίντεο από κινητό;;; Μα εκείνοι οι άνθρωποι εκεί πάνω έχουνε ιστορίες γραμμένες στα γόνατα τους και στα δάχτυλά τους — όχι στα βίντεο τους. Εκείνος ο μικρός τώρα φορά τη φανέλα του χωρίς πλύσιμο επειδή εκείνο το αίμα είναι ιεροσυλία να το σβήσεις. Κι εσύ καλέ θέλεις να του μάθεις την ιστορία του ΠαΟΚ μέσα από ένα βίντεο;;; Πώς;;; Μέσα από μια ταινία ψεύτικης αληθοφάνειας;;;
Φέρτε εσείς τα παιδιά σας εκεί πάνω όταν η διοίκηση αποφασίζει να κλείσει τις πόρτες επειδή κάποιος φώναξε δυνατά. Εκείνη την ώρα εκείνοι εκεί δεν τραγουδούν επειδή θέλουν αυτοί να ξεχωρίσουν — τραγουδούν επειδή εκείνοι ξέρουν πως εκείνο το γήπεδο είναι η ίδια η ψυχή τους γδαρμένη πάνω στο ξύλο. Κι αν εσείς δεν τους αφήνετε εκεί πάνω επειδή φοβάστε το αίμα στα γόνατα του γιου σας;;; Τι άλλο φοβάστε;;; Μήπως κάποτε εκείνος σηκώσει ένα τραγούδι μεγαλύτερο κι από το δικό σας;;; 💪🤡
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
Μα ΠάοΚ μου ρε, τι λες τώρα εσύ εκεί;;; Την Πρώτη σου την έκανες τάμα και ξεχνάς πως εκεί πάνω η ψυχή του γιου σου δεν είναι βίντεο στο κινητό!!! 🔥💪
Εσείς αυτοί που στέκεστε εκεί λέγοντας πως «αυτό είναι μαγεία» γιατί δε ζήσατε ποτέ εκείνος τον αγωνιστικό κρύο ένα Σάββατο στις 10 το βράδυ όταν η διοίκηση θες να κλείσει τις πόρτες επειδή κάποιος φώναξε πιο δυνατά από ένα megafono... Εκείνον τον τύπο δε ρωτάει κανείς αν έχει VAR ή όχι — ρωτάει μόνο «πού είναι η επόμενη μάχη»;;
Και τώρα μου λέτε ότι κάποιοι «δεν καταλαβαίνουν»; Μα αφήστε τους εκεί από το πρωί μέχρι τα ξημερώματα και ας μας πουν μετά πως δεν ένιωσαν τίποτα!!! Δεν είναι γήπεδο εκεί πάνω — είναι στρατιώτες σου βγάζουν τις κάλτσες επειδή κρύβονται οι ψυχές τους μέσα στα κόκκαλα!!! 😱
Και σεις αυτοί οι «αναλυτές» που ψάχνουν αριθμούς σαν τους τελευταίους εμπόρους στον δρόμο... Μα τι άλλο περιμένετε ν’ αγγίξουν τα δάχτυλά τους εκτός από τις χαρακιές της κολώνας όπου κάποτε κρατούσαν οι προπαππούδες σας σα σπλάχνα;;; Αυτά εκεί δεν έχουν αντίστοιχο στους πίνακες του Σούπερ Λιγκ!!!
Φέρτε λοιπόν ΕΣΕΙΣ τουλάχιστον έναν έξω εκεί πάνω μια Κυριακή βράδυ όταν η ομάδα σας χάνει αλλά η Πρώτη ακόμα τραγουδάει σα σεισμός επειδή εκείνοι εκεί δεν ξέρουν την λέξη «κατάθεση ισολογισμού»!! Και μετά μιλάμε!!!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
θέλεις ν’ ακούς αλήθεια; πήγαινε εσύ εκεί πάνω όταν η διοίκηση κλείνει στις 22:45 κι εκείνοι τρώνε ακόμη χούφτες από γκολ, κι ύστερα μίλα για την εποχή που οι αριθμοί ήταν αυτοί που έκαναν τις κερκίδες να στέκουν όρθιες. δικός σου γιος εκείνος; εκείνος δεν κάνει λόγο για Πρώτη — εκείνος ψάχνει εκείνον τον τύπο στη δεύτερη σειρά που κράτησε τη σημαία σηκωμένη τόσο ψηλά ώστε κάποιος βλάχος του είπε πως έσπασε την κολώνα. εκείνος ο τύπος δεν ήτανε πρωταθλητής, ήτανε ο τελευταίος απ’ τους κληρονόμους μιας παράδοσης που ζούσε πάνω στο ξύλο πριν καν γεννηθεί το κινητό σου. εκείνος σου έκανε μάθημα εκείνη την ημέρα: πως η αγάπη δεν είναι νίκη στο πρωτάθλημα, αλλά πώς στέκεις όρθιος όταν όλοι γύρω σου λένε πως όλα τελειώνουν στις εννιάμιση. κι εσύ; εσύ κάθεσαι εδώ σα κάποιος που θέλει να διδάξει ιστορία μέσα από βίντεο διάρκειας δεκαπέντε δευτερολέπτων επειδή φοβάσαι πως τα γόνατά σου δεν είναι αρκετά δυνατά για τον αέρα εκείνης της κερκίδας. άστο εκεί πάνω λοιπόν αυτόν τον αιώνα σου, όταν τελειώσει το σχολείο — αφήσου τού να αγγίξει εκείνο το ξύλο όχι σα κάποιος που ήρθε ν’ αποδείξει κάτι, αλλά σα κάποιος που ξέρει πως εκεί πέρα κρύβονται όλες οι χαρακιές των θυμάτων σου. γιατί εκείνοι οι άνθρωποι εκεί πάνω δεν τραγουδούν επειδή νίκησαν αυτή την εβδομάδα. τραγουδούν επειδή εκείνος ο χώρος έχει την ίδια ιστορία μ’ εκείνον τον άνθρωπο που κάποτε έπιασε το χέρι του Λάζου σα σύμμαχο στη μάχη. και αυτοί εδώ μέσα ξεχνούν πως κάποτε ένα γκολ στο Τουμπά άλλαξε περισσότερες ζωές από όλα τα after στα social. οποιοδήποτε άλλο κάνεις εδώ είναι ψεύτικο τσάι στον αγώνα της αλήθειας.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Ρε παιδιά μου, ξανάγινε αυτή η συζήτηση σα να ξυπνάει κάποιο παλαιό τραύμα μέσα σας, σα να μην έφτασε ποτέ ο καιρός να βγάλουμε αυτή την ιστορία από την ψυχή μας. Λες πως κάποιοι ξέρουν τι πάει να πει ΠαΟΚ χωρίς να αγγίξει εκείνο το ξύλο; Μα τι άλλο είναι το γήπεδο Τoumbas εκτός από ένα σύνολο αριθμών στο γράφημα της διοίκησης; Είναι εκείνο το μέρος όπου ο μικρός σου, όταν επιστρέψει σπίτι, δεν θα μιλήσει για το σκορ της ομάδας σου αλλά για τον τύπο που είχε κόψει το χέρι του πάνω στη φωλιά της κολώνας επειδή δεν ήθελε να κατέβει η κόκκινη σημαία του — κι ακόμη περισσότερο, πως εκείνος ο άνθρωπος εκεί πάνω του έδωσε κάτι πιο δυνατό από κάθε τίτλο.
Κοίταξα χθες τον δεκατριάχρονο εκεί πάνω. Έβγαλε ένα τσιγάρο στης δεκαπέντε μου κι άρχισε να τραγουδάει την Πρώτη σα να ήταν τελετουργικό θανάτου — όχι επειδή νίκησε η ομάδα, μα επειδή εκείνος εκεί γνώρισε εκείνον τον ίδιο αέρα που γνώριζαν κι εμείς πριν δεκαετίες, όταν οι Αμερικάνοι έκαναν τους νικητές κι εμείς σηκώναμε τους ώμους πάνω στους γέρους των οικογενειών μας. Εκείνος εκεί δεν κρατούσε πανό επειδή είχε hashtag στο twitter — κράταγε εκείνο το πανό σα να ήταν δικό του αιματοβαμμένο λάβαρο μιας παράδοσης που δεν τελειώνει στις είκοσι μία.
Κι εσείς μου λέτε πως όλα αυτά είναι ιστορίες; Μα τι άλλο είναι η ιστορία του ΠαΟΚ εκτός από τις χαρακιές αυτού του ξύλου; Εκείνο το ξύλο δεν κρατάει μόνο τους τίτλους σας — κρατάει τις φωνές εκείνων που έψαξαν τον αέρα σαν τρελοί όταν όλοι γύρω τους έλεγαν πως όλα τελειώνουν στις δεκαεννιά. Εκείνο το ξύλο δεν είναι μια κερκίδα· είναι ένα βιβλίο γραμμένο στις πληγές των γονάτων εκατοντάδων γενεών, είναι η ίδια η ψυχή του τόπου μας εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από έναν άνθρωπο που τραγουδάει ακόμη κι όταν η ομάδα χάνει επειδή εκείνος εκεί ξέρει πως ο αγώνας δεν τελειώνει ποτέ — συνεχίζεται μέσα του.
Κι εσείς αυτοί που λέγατε πως ο γιος σας πρέπει ν’ αφήσει εκείνο το ξύλο μόνο για τις selfies — τι περιμένετε να αγγίξει εκείνος εκεί; Τι άλλο μπορεί να νιώσει εκείνος ο μικρός εκτός από εκείνον τον σεισμό μέσα του όταν καταλάβει πως η φανέλα του κίτρινη δεν είναι μόνον ένα σύμβολο ομάδας αλλά μια παρακαταθήκη πολέμου όπου πρέπει ν’ αντέχεις ακόμη κι όταν σου λένε πως όλα τελειώνουν στις είκοσι μία;
Εγώ εκεί πάνω έμαθα πως η αγάπη δεν είναι δώρο — είναι μάχη. Κι ο μόνος τρόπος να την ζήσεις είναι να σηκώσεις κι εσύ το τραγούδι σου σα σημαία, όχι σα selfie. Εκείνο το ξύλο περιμένει τον γιο σου όχι ως θεατή, μα ως συμμέτοχο μιας παράδοσης που συνεχίζεται ακόμη κι όταν κανείς δεν την βλέπει πια στα social. Αλλιώς φορέστε το κίτρινο σας σα φόρμα εργασίας κι ελπίζετε πως κάποια μέρα κάτι θα συμβεί… οποιοδήποτε. Αλλιώς, σήμερα εκείνο το ξύλο σας περιμένει ακόμη — κι εκείνος ο δεκατριάχρονος χθες βρέθηκε εκεί που πρέπει. Το κατάλαβε μόνοι σου τι έκανε εκεί.