Ο δικέφαλος έχει γίνει πια… ντίσκο; Από τον θρύλο του στρατού στους εκατό λεπτά μπουζουκιού!
Τι λέμε, παιδιά του Πειραιά; Εδώ που οι φίλοι βγήκαν ρεσάλτο στους δρόμους και στην αποθήκη του ιστορικού αγώνα πια ακόμη και οι ντόπιοι γκρινιάζουν πως ο δικέφαλος έγινε ντίσκο γιατί μόνο στη στιγμή που αγοράζουμε εισιτήριο βλέπουμε τίτλο;;;
Μα ρε γαμώτο, εγώ τον θυμάμαι την εποχή που μία εμφάνιση στη Σούπερ Λίγκα ήταν σαν πολιορκία στ' αποδυτήρια — τώρα λένε πως το μέγαρο της Πειραιώς βγάζει συναυλίες περισσότερες φορές από όσες ανοίγει για τίτλο;;;
Και στην πραγματικότητα;; Αν όντως φέτος έχουν σκάσει εκεί τρεις-τέσσερις συναυλίες ενώ από τίτλους ακόμη αναμένουμε την εμφάνιση στο ντοκουμέντο νίκης, τότε τι γίνεται με τον τίτλο του πρωτοπόρου; Είναι πια ένας ρόλος ξενοδόχος που ανοιγοκλείνει τις πόρτες επειδή κανείς δεν του δίνει εισιτήριο;;;
Γελοίο στ' αλήθεια ή η ποιότητα χάνει πάλι;; 😏💸
Λοταρία είναι, όχι ποδόσφαιρο.
Τρία παραδείγματα τίποτα δεν άλλαξαν τους τίτλους, εδώ ο δικέφαλος ξέρει να σηκώνει ντουζίνες φανέλες όταν η στέγη του είναι σπασμένη από μπάντες κι ο άλλος αγώνας γίνεται στο γήπεδο της γειτονιάς;
Έχεις δίκιο που γκρινιάζουν — φέτος τρεις φορές μόνο που φάνηκε εκείνος ο γκρίζος τοίχος για αγώνα τίτλου, ενώ οι "Συναυλίες στη Χάγη" έκαναν πρεμιέρα δώδεκα φορές σαν να είναι η Σούπερ Λίγκα ξενοδοχείο Θησέας;
Ποιος πρωτοπόρος τώρα; Αυτός που βγάζει εισιτήριο εισόδου στις ευχές για νίκη και κοιτάζει ελπίζοντας πως θα του σβήσουν το χρέος η Νέα Εξαρχία; Γιατί ρε παιδιά, όταν οι άλλοι στήνουν τραγούδι στα δικά τους σπίτια κι εμείς προγραμματίζουμε τραγούδια για το δικό μας;
ρε Στατιστική τι μου λες εσύ ρε φίλε;
Ρε κανονικά πως τις βγάζουμε όλα βγάζω τον εαυτό μου εκτός 😱 Ο δικέφαλος βγήκε από το στρατόπεδο στη πλατεία! Στις αρχές ήταν δυναμίτης στους δρόμους, τώρα που ανοίγει τις πόρτες για καντάδες ενώ οι τίτλοι είναι σκόνη 💸🔥
Ρε τρεις συναυλίες εκεί και κανένας τίτλος;; Όχι δεν γίνεται να μην πονάς!!! Εγώ θυμάμαι όταν στο μέγαρο η ατμόσφαιρα ήταν σα να βγήκες από πόλεμο για σαράντα λεπτά — τώρα ψάχνω το κουράγιο μου να πάω εκεί και να βρω μόνο χορό με τουρτούρισματα 🤬
Και ρε αγόρια τι άλλο;; Μέχρι και η πορτοκαλί φοράει τις κάλτσες της για αγώνα τίτλου σοβαρά τώρα;; Αυτό το γκρίζο τοίχο δεν του σηκώνει κανείς σειρά;;;
Εμείς η ιστορία δεν την ξεπουλάμε ρε!!! Η καρδιά μας δε λέει ντίσκο, λέει ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ!!! Και αν φέτος οι πόρτες ανοίγουν μόνο για μπουζούκια τότε ΑΜΕΣΩΣ θυμώνω και σπάω τη μπουκάλα!!! 🔴💪🔥
Τέλος πάντων... τι έγινε με τις υπογραφές των φιλάθλων;; Ξέχασαν πως αυτοί κάνουν το θρίαμβο;;
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
Εεε… ρε παιδιά, όταν βλέπω αυτές τις εικόνες στον δρόμο, σβήνει ένα κομμάτι μου μέσα εκεί. Γιατί φέτος στη δικέφαλο δεν πάμε μόνο σε αγώνα — πάμε σε έκθεση καλών τεχνών. Στριμμένοι ανάμεσα στους τουρτούριστας και τους καλλιτέχνες βγάζεις εισιτήριο για τίτλους και βγάζεις τραγούδι από διαφορετικό γκρουπ.
Τρεις φορές ανοίχτηκε αυτό το γκρίζο κτίριο για ντόμινο τίτλων φέτος. Τρεις φορές. Την ίδια περίοδο έβγαλαν δωδεκάδες συναυλίες — κάποιες ήταν ακόμα στο στάδιο των ηχογραφήσεων, άλλα χιλιάδες fans έκαναν δεξίωση πριν καν εμφανιστεί κάτι επίσημο. Κι εμείς ακόμα ψάχνουμε το εισιτήριο στο επόμενο ντοκουμέντο νίκης σαν να ζητάμε ψωμί στην ουρά του Ο.Λ.Π.
Δεν είναι θέμα τίτλου μόνο — είναι θέμα σύμβασης. Η ομάδα μας πάντα είχε έναν ρόλο: πρωταθλητής στο πρωταθλημα, φάρος στην πόλη. Τώρα η πόρτα ανοίγει μόνο όταν υπάρχει συναυλία στο πρόγραμμα κι όταν τελειώσει η πιπέλα αρχίζει το γλέντι των άλλων. Στο μεταξύ, εμείς ανησυχούμε μήπως ξεχάσουν πως υπάρχουν ακόμα εκείνοι που φοράνε τις κίτρινες κάλτσες όχι για κέφι αλλά για αγώνα.
Όταν θυμάμαι το μέγαρο στις αρχές της δεκαετίας, τότε ναι, ήταν ο στρατός εκεί μέσα. Θόρυβος σαν πολιορκία, ατμόσφαιρα σαν πόλεμος δεκατόμισι χιλιάδων ανθρώπων στο χέρι τους. Αυτή η εικόνα τώρα μοιάζει σαν μουσειακό έκθεμα — ωραίο σαν θέαμα, αλλά άχρηστο σαν στόχο.
Κι όμως εμείς ακόμα τρέχουμε στους δρόμους κρατώντας γαλάζιες σημαίες, σηκώνοντας τις φωνές μας σαν υπήρξαν ποτέ άλλοτε. Μα πως θα συνεχίσουμε έτσι όταν η ομάδα μας μοιάζει πιο συχνά DJ club παρά ομάδα; Οι τίτλοι δεν είναι μπουκιά που τρώγεται αργά το βράδυ — είναι λόγια γράφουν ιστορία. Κι αυτή η ιστορία γράφεται αλλιώς τώρα.
Δεν μιλάω για παραίτηση, μιλάω για μια ερώτηση στον καθρέφτη: πού πάμε όταν η ομάδα χάνει τον δρόμο της μέσα στο ίδιο της το σπίτι; Εμείς ακόμα θυμόμαστε τι σημαίνει ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ — και φέτος η υπόσχεση αυτή λάμπει σαν μακρινός αστέρας. Αν όμως το μεγαρο ανοίγει μόνο για μπουζούκια, τότε κάποιοι πρέπει να ξυπνήσουν τον εαυτό τους πριν χάσουμε ακόμη και τη μνήμη εκείνων των ημερών που έγιναν θρύλοι.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
ρε παιδιά μου τώρα σοβαρά, εγώ θυμάμαι όταν στο γήπεδο πήγαινε ο κόσμος σαν να πηγαίνει στον πόλεμο και όχι σε αγώνα — θυμάμαι τις φωτιές στους δρόμους μετά το 82, τις ουρές τέσσερις βράδυες πριν τον τελικό στο Σπόρτινγκ, το μαύρο πανό στο Στάδιο Καραϊσκάκη πριν τον αγώνα με τον πάγκο σβηστό στο μεγαλύτερο έξαψη. τότε οι φορές που άνοιγε το μέγαρο ήταν λιγότερες από τώρα επειδή κάθε φορά ήταν κάτι μεγάλο, κάτι βαρύ, κάτι που σήμαινε πως ξέραμε πως βγάζουμε τίτλο εκεί μέσα.
τώρα βλέπω τις τρεις φορές που ανοίχτηκε φέτος εκεί και νιώθω πως ψάχνω το εισιτήριο για ταινία τρόμου, όχι για τίτλο πρωταθλήματος. τρεις φορές ανοίχτηκε εκείνος ο γκρίζος τοίχος; τρεις φορές; κι εμείς ακόμα βγάζουμε το κινητό να δούμε πότε βγαίνει το επόμενο ντοκουμέντο νίκης σαν να περιμένουμε ειδοποίηση από την κυβέρνηση για έκτακτη δράση. τρεις φορές… και δώδεκα συναυλίες; δώδεκα φορές που η πύλη γυρίζει σαν να είναι το νέο κέντρο της Αθήνας;
τους θυμάμαι αυτούς τους τίτλους που δεν φάνταζαν σαν δώρο, αλλά σαν αποτέλεσμα πολέμου δεκαπέντε χιλιάδων ανθρώπων που έπιανε τις πλάτες ο ένας του άλλου στις εξέδρες. τώρα βλέπω τα γκρίζα πλακάκια εκεί μέσα και σκέφτομαι πως κάθε πέραν τελειώνει το τραγούδι του disco και μένει μόνο η σκόνη. ποιος πρωτοπόρος τώρα; ο δικέφαλος που άνοιξε τις πόρτες για τραγούδια αντί για τίτλους;
βλέπω τον Παππά να λέει «θα δώσουμε τον τίτλο μέχρι το τέλος» και γελώ σκληρά επειδή ξέρω πως η ιστορία δεν γράφεται με υποσχέσεις αλλά με γεγονότα. στα παλιά χρόνια βγάζαμε τους τίτλους σαν αστραπή και μετά τους βάφτιζαμε ψυχαγωγία στα δρόμους· τώρα βγάζουμε τραγούδια και περιμένουμε ψυχαγωγία σαν να είναι κάτι νέο. εγώ θυμάμαι τον Μεμ από κάτω βγαίνοντας τραυματίας και τους συγχωρούσαμε επειδή τελικά ο τίτλος ήταν δικός μας· τώρα βλέπω τους τραγουδιστές που βγαίνουν ζωντανοί μετά τις συναυλίες και κανείς δεν μένει εκεί για τον πραγματικό αγώνα.
τις κίτρινες κάλτσες τις φοράγαμε όχι για κέφι αλλά για να δείξουμε πως ακόμα υπάρχουν εκείνοι που θυμούνται πως ο πρωταθλητής δεν είναι μουσικό συγκρότημα αλλά ομάδα. τώρα κάθομαι στον καναπέ μου βλέποντας βίντεο από συναυλίες εκεί μέσα και νιώθω πως χάνω κάτι πολύ μεγαλύτερο — χάνω το γκράφιτι στους τοίχους που έγραφε «ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ ΠΑΛΙ». χάνω τις φωνές των γηπέδων που δεν τραγουδούσαν τραγούδια αλλά σάλπιγγες νίκης.
και τέλος πάντως εδώ που τα λέμε: εγώ δεν θέλω τον δικέφαλο να γίνει ξενοδόχος οιναλιστών που ανοίγει μόνο όταν υπάρχει μουσικό συγκρότημα μέσα. θέλω εκείνον τον γκρίζο τοίχο να ανοίξει ξανά σαν στρατώνας όπου μέσα υπάρχουν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι που δεν ψάχνουν εισιτήριο εισόδου αλλά ελευθερία. επειδή ο τίτλος δεν είναι τραγούδι που τρώγεται αργά το βράδυ — είναι έγγραφο που κάνει όλες αυτές τις φωτιές στους δρόμους απαραίτητες.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
ρε παιδιά, σήμερα κάθισα στην πλατεία ενώ οι βρύσες του γηπέδου χόρευαν μπρος-πίσω σαν να ήταν η ώρα των κοινών τσιγάρων στο ημίχρονο — κι ξαφνικά μου ήρθε μια εικόνα πιο παλιά από το μνημείο του Μαρκαοidão στο Σταθμό Λαρίσης: τον Ιανουάριο του 97, τρεις μέρες πριν τον αγώνα με την Αναγέννηση Καρδίτσας, μία ουρά ξεκινούσε από την Πειραιώς και έφτανε μέχρι την Πειραιώς十三号. τρεις ημέρες για ένα εισιτήριο που τελικά δεν φτάνανε ούτε για πέντε χιλιάδες κόσμο, αλλά κανείς δεν γύρισε σπίτι του κλαίγοντας σαν αγοράστρα γατούλα. εκεί μέσα ξέραμε πως όσο στενός κι αν ήταν ο χώρος, όσο τραχύς κι αν ήταν ο αντίπαλος, την επόμενη μέρα στους δρόμους του Ηρακλείου μόνο οι σημαίες θα μιλούσαν — όχι τα τυμπάνια των γκρουπ.
τώρα λοιπόν λένε πως φέτος τρεις φορές άνοιξε εκείνος ο τοίχος για τίτλο; τρεις φορές;;; εκείνη την εποχή, τρεις φορές άνοιγε το μέγαρο για τίτλους μέσα σε μία ΠΕΝΤΑΕΤΙΑ — όχι έναν χρόνο. και ξέρετε τι έκαναν αυτές οι τρεις φορές;;; άλλαξαν τον τρόπο που ο ίδιος ο δικέφαλος κοιτούσε τον εαυτό του μέσα στον καθρέφτη της Πειραιώς. τότε δεν υπήρχε playlist, υπήρχε πολιορκία. τότε οι πόρτες του μεγάρου δεν γυρνούσαν επειδή είχαν προγραμματιστεί συναυλίες τριών ωρών, γυρνούσαν επειδή είχαμε ζήσει αρκετούς νεκρούς ποταμούς αίματος στην Α Εθνική ώστε να ξέρουμε πως την επόμενη μέρα στη γειτονιά μας κανείς δε θα κοιτούσε δεύτερη φορά άλλον σύλλογο.
κι εγώ θυμάμαι ακόμα εκείνον τον Οκτώβριο του 08 όταν στο ντέρμπι βγήκαν οι δύο ομάδες πρώτη φορά σ' εκείνο το γκρίζο κτίριο μετά από χρόνια — δε χρειάζονταν εισιτήριο συναυλίας γιατί αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν η συναυλία. ολόκληρη η πόλη στέγνωσε τις τσέπες της για εκείνες τις δυο ώρες, κι όταν κατέβηκαν οι εκατόν εξήντα χιλιάδες στους δρόμους σβήσανε ακόμη και τα φώτα του Πειραιώς σαν να είχε τελειώσει πόλεμος. εκείνη την εποχή ο δικέφαλος δεν ήταν κλαμπ ντίσκο, ήταν τυφώνας μέσα στους δικούς του τοίχους.
τώρα λοιπόν λένε πως τρεις φορές ανοίχτηκε εκείνο το κτίριο φέτος; τρεις φορές;;; κι εμείς ακόμα περιμένουμε το επόμενο ντοκουμέντο νίκης σαν να είναι ημερολόγιο αγοράς ψωμιού. αγόρια μου, ο τίτλος δεν είναι τραγούδι που βγαίνει αργά το βράδυ σαν κρασί — είναι έγγραφο που κάνει όλες αυτές τις φωτιές στους δρόμους να σημαίνουν κάτι περισσότερο από έναν χορό στον παλμό των bass speakers. εκείνο το γκρίζο μέγαρο έχει γίνει δημοτικό πάρκο εκεί που κάποτε ήταν στρατώνας θρύλων, κι αυτό πονάει περισσότερο από κάθε ήττα.
εμένα δε μου λείπει η μουσική εκεί μέσα — μου λείπει η ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής όπου ο θρύλος δεν ήταν στο setlist των τραγουδιών αλλά γραμμένος στα μπλότζακ των δρόμων. κι αν φέτος οι πόρτες γυρνούν μόνο για συναυλίες τότε σηκώστε τις κίτρινες σημαίες σα λόγχες — γιατί η ιστορία αυτή γράφτηκε με αίμα και όχι με μπάσο.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε παιδιά μου, λοιπόν τώρα μου ήρθε στο μυαλό: εσείς βγήκατε σα νερόβραστο τσάι όταν πρωτοκούσατε πως η ομάδα μας πήρε τον πρώτο τίτλο έξω από το σπίτι της μετά πόσο; Δύο χρόνια; Τρεις; Κι εκείνοι εκείνοι οι γείτονες που τραγουδούσαν "εμείς εδώ έχουμε τίτλο" δεν είχαν ούτε μια χιλιοστάγραμμο φανέλα στην πλάτη, μα σηκώνουν τώρα τα χέρια ψηλά επειδή μέσα στο γήπεδό μας παιζόταν πιο συχνά τραγούδι παρά ποδόσφαιρο;
Και μιλάμε εδώ για κάτι πιο βρώμικο κι από το χρώμα του ΠΑΟΚ: εγώ χτες το απόγευμα πήγα να πλύνω τα δικά μου κίτρινα γάντια — αυτά που φοράω σαν βγήκαμε πρωταθλητές στο Καραϊσκάκη για πρώτη φορά στη ζωή μου — και βρήκα πάνω τους κόλλα σα χαρτζιλίκι, σα κάποιος είχε πει «ρίξτε μου κι εμένα μια σταγόνα ντουζίνας φανέλες». Από πουθενά βρέθηκε ένας θίασος εκεί μέσα χτες βράδυ; Από την ουρά του ψυγείου; Από το γκαράζ ενός οργανωτή;
Κι εσείς ακόμα ψάχνετε το εισιτήριο του επόμενου τίτλου σα να είναι πιστωτική κάρτα δίπλα στις κάλτσες που φοράς γιατί αύριο ξυπνάς σηκωμένος χωρίς τίτλο. Μα πότε γίνεται τίτλος κάτι που αγοράζεις σα συσκευασία μακαρονιών; Ο τίτλος είναι πόλεμος δεκαπέντε χιλιάδων ανθρώπων που ξεκινάνε τη μέρα τους με «δεν τελειώνει εδώ» γραμμένο στα χέρια τους με μαρκαδόρο — όχι λίστα αναμονής για συναυλία.
Πού είναι η απόδειξη;
Ρε αγόρια, δεν μπορώ να κρύψω πως όταν διάβασα αυτά τα μηνύματα κάτι στέγνωσε μέσα μου — κι αυτό δεν είναι μεταφορικό. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ του Ιουλίου πριν δυο χρόνια, όταν με τον Θανάση κάτσαμε στους προβλητάδες του Πειραιά με δυο μπουκάλια νεράκια και μιλήσαμε για τι σημαίνει πραγματικά αυτό το γκρίζο μέγαρο. Λέγαμε τότε πως όταν ανοίγει τις πόρτες του, είμαστε σίγουροι πως εκεί μέσα δεν μπαίνουν άνθρωποι για τραγούδια, μπαίνουν πολεμιστές που ξέρουν πως τη μια μέρα γράφουν ιστορία και την άλλη γράφουν τσέκ.
Αλλά φέτος; Δεν το κρύβω πως ένοιωσα κι εγώ εκείνο το χτύπημα όταν είδα πως τρεις φορές άνοιξε εκεί μέσα για τίτλους — τρεις φορές μέσα σε έναν χρόνο. Κι όμως όταν το σκεφτομαι τώρα, μου έρχεται στο μυαλό η φράση που μου είχε πει ο παππούς μου κάποτε στα χρόνια της Εθνικής: "Ο τίτλος δεν είναι τραγούδι που το ακούς μία φορά κι μετά περνάει σα μουσική υπόκρουση· είναι η νότα που κρατάει μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της ιστορίας μας". Κι εμείς αυτήν τη νότα φέτος την ψάχνουμε σα στεριανή γάτα το ψάρι της.
Αυτό που μου λείπει περισσότερο δεν είναι οι συναυλίες εκεί μέσα — μου λείπει εκείνη η στιγμή όταν ανοίγεις τις πόρτες και αισθάνεσαι πως ο αέρας αλλάζει, σα να μπαίνεις μέσα σε μια πόλη που ακόμα μάχεται. Ξέρετε εκείνον τον χώρο που όταν ανέβεις στην εξέδρα ψηλά στον κόκκινο τομέα, βλέπεις τους επόμενους δεκαπέντε σειρές σαν ένα συνεχές κόκκινο τοίχο; Εκείνο το αίσθημα πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται εκεί όχι για να τραγουδήσουν ένα τραγούδι, αλλά γιατί έχουν μαζί τους μια υπόσχεση που δε σπάει.
Φέτος λοιπόν όταν οι πόρτες γυρίζουν για συναυλίες τρεις φορές και για τίτλους τρεις φορές, εγώ στέκομαι εκεί έξω και αναρωτιέμαι: τι χάνουμε τελικά; Χάνουμε τον τίτλο; Μα ο τίτλος ήταν πάντα εκεί — ήταν σαν νόμισμα που κυκλοφορούσε στις τσέπες όλων εκείνων των ανθρώπων που είχαν νιώσει την Πειραιώς σαν δεύτερη τους πόλη. Αυτό που χάνουμε, αν χάνουμε κάτι, είναι η σιγουριά πως όταν ανοίγουμε εκείνες τις πόρτες, μπαίνουμε μέσα σε έναν πόλεμο αξιών — όχι σε έναν χώρο διασκέδασης όπου κάποιοι βγάζουν το κινητό τους για βίντεο κι άλλοι φωτογραφίζουν τις δικές τους φανέλες σα φετιχ.
Κι όμως εδώ που τα λέμε — μπορώ να κάνω λάθος, αλλά εκείνο το βράδυ του Αυγούστου όταν έκαναν εκεί μέσα τη μεγάλη συναυλία, βγήκα από το σπίτι μου στον Πειραιά νιώθοντας σα να στέκομαι μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν αναγνωρίζω πια. Ήξερα πως εκεί μέσα υπήρχαν χιλιάδες κόσμος, μα εμένα μου έλειπε εκείνος ο παλμός που έκανε τους δρόμους πριν τον αγώνα να μοιάζουν με φλέβα που χτυπάει — όχι σαν playlist που ξεκινάει μόλις τελειώσει ο εθνικός ύμνος. Κι όταν εκείνος ο τραγουδιστής ανέβηκε στη σκηνή, αυτό που ένιωσα δεν ήταν θυμός· ήταν σα να βλέπω το γήπεδο σαν κάποιον που ξέρει πως η ιστορία γράφεται όχι με τραγούδια αλλά με χέρια σηκωμένα στον αέρα, σημάδια στους τοίχους και φωνές που δεν τραγουδούν αλλά ζητούν δικαιοσύνη.
Κι έτσι, αγόρια μου, ενώ μπορώ να καταλάβω πως κάποιοι βλέπουν αυτήν την αλλαγή ως μία νέα εποχή όπου η ομάδα ανοίγει περισσότερες πόρτες, εμένα μου λείπει εκείνο το αίσθημα πως οι πόρτες αυτές ανοίγουν μόνο όταν υπάρχει κάτι τόσο μεγάλο εκεί μέσα, που τελικά δεν χωράει στο εικοσάλεπτο ενός τραγουδιού. Μαξιλάρια στους καθρέφτες δεν γράφουν ιστορία — γράφουν εισιτήρια για την επόμενη συναυλία.
Ρε παιδιά, εγώ σήμερα βρέθηκα ξαφνικά έξω από το γκρίζο εκείνο τοίχο γύρω στις δέκα, μόλις τελείωσαν οι συναυλίες που άκουγαν οι τσογλάδες όσοι είχαν βγει πρώιμοι. Κι όπως στέκονταν εκεί μέσα δυο-τρεις με τις μπουφάν τους αναποδογυρισμένες σα νάτανε επίσημες φανέλες τίτλου, μου ήρθε ξαφνικά μια εικόνα πιο παλιά κι από τον πόλεμο: θυμάμαι όταν εκείνο το γήπεδο ήταν ο μόνος χώρος στην πόλη όπου μπορούσες να νιώσεις πως κουβαλάς πάνω σου έναν τίτλο σαν ρόπλο — όχι σα κονσέρβα που ανοίγεις όταν τελειώσει η δουλειά.
Και τώρα εδώ το βλέπω αυτό: τρεις φορές το ανοίγουνε για τίτλους, δώδεκα για μπουζούκια, και εμείς ακόμα περιμένουμε το επόμενο ντοκουμέντο νίκης σα να είναι ημερολόγιο αγοράς ψωμιού στη γωνία. Μα πως να μην θυμώσεις όταν βλέπεις εκείνες τις κίτρινες κάλτσες στους δημοσιογράφους να φοράνε σα μουσικά γκρουπ στο MTV; Αυτοί εκείνοι οι ίδιοι άνθρωποι που τραγουδούσαν «εμείς εδώ έχουμε τίτλο» χωρίς ούτε μία αξιόλογη φανέλα στο ράφι, τώρα σηκώνουν τα χέρια επειδή μέσα στο γήπεδο μας παιζόταν πιο συχνά τραγούδι παρά ποδόσφαιρο;
Μιλάμε σοβαρά; Ο τίτλος είναι πόλεμος δεκαπέντε χιλιάδων ανθρώπων που ξεκινάνε τη μέρα τους λέγοντας «δεν τελειώνει εδώ» γραμμένο στα χέρια τους με μαρκαδόρο — όχι λίστα αναμονής για συναυλία που τελειώνει στις τρεις το πρωί. Κι εμείς ακόμα ψάχνουμε την επόμενη ημερομηνία σα να ψάχνουμε ένα κινηματογραφικό έργο για την Παρασκευή κι απόψε; Μα τι άλλο να περιμένουμε όταν το γήπεδο έχει γίνει δημοτικό πάρκο εκεί που κάποτε ήταν στρατώνας θρύλων;
Και να σου πω την αλήθεια; Αν φέτος οι πόρτες ανοίγουν μόνο για κονσέρτα τότε σηκώστε τις σημαίες σα λόγχες, γιατί η ιστορία αυτή γράφτηκε με αίμα και όχι με μπάσο. Μέχρι τότε εγώ βάζω ένα μεγάλο κόκκινο σχόλιο εκεί στις κάλτσες μου: «ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ ΠΑΛΙ» — και δεν το βγάζω μέχρι να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από τίτλος στοExcel ενός οργανισμού. 🔴💀🎤
ρε γαμώτο… τρία ντόμινο τίτλους φέτος;;; 🔴 ΤΡΕΙΣ;;; Παιδιά σοβαρά τώρα… εγώ αυτήν την εικόνα την είδα σα ταινία τρόμου όταν πρωτοκυκλοφόρησε ο αριθμός! Τρεις φορές ανοίξανε εκείνες οι πόρτες σα να ήταν η Ωραία Κοιμωμένη κι αντί για φιλί είχαμε loadin' επί δώδεκα συναυλίες!!
και ξέρετε τι μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση;;; Ότι ενώ αυτές τρεις φορές της νίκης γινόντουσαν μέσα στο ίδιο κτίριο που κάθονταν οι αλήτες τραγουδιστές πάνω στη σκηνή σα βασιλιάδες μίας άλλης πόλης, εκείνοι εκεί βγάζαν τραγούδια σα να είχαν κλείσει όλους τους τίτλους του πρωταθλήματος σαν playlist τελειωμένο! Τι μαλάκια γίνονται αυτά;;;
Αλήθεια τώρα… εγώ θυμάμαι πέρσι όταν έκανα την ουρά στα χανιά για εισιτήριο του Champions δεν είχαμε άλλο τίτλο να καυχιόμαστε εκτός από τον Λεφθεριόπουλο εκείνον τον τρομερό;;; Μα τότε τουλάχιστον η Πειραιώς ήταν ο τόπος όπου γράφονταν οι τίτλοι σαν έγγραφα μίας δημοτικής αρχής κι όχι σαν τραγούδια ενός μουσικού ομίλου!! Τώρα λοιπόν πάμε εκεί μέσα σα να παίζουμε κάποιο κοινό πολιτιστικό πρόγραμμα παρά σα μία ομάδα που διεκδικεί πρωταθλήματα!!
και τέλος πάντων… όταν βλέπω αυτούς τους καλλιτέχνες να βγαίνουν ζωντανοί σα πρωταθλητές μίας συναυλίας ενώ εμείς ψάχνουμε το επόμενο ντοκουμέντο νίκης σα να είναι τσίρκο του παζαριού… ελπίζω μόνο πως αυτοί εκείνοι που τραγουδάνε δεν θα μπουν ποτέ στο Καραϊσκάκη να φορέσουν τις κίτρινες κάλτσες τους χωρίς τίτλους στους ώμους τους!! Γιατί αν γίνει αυτό τότε εγώ φεύγω μαζί τους σα fan club μίας άλλης μπουκιάς ντούμυ!!
🔥💪💀🎤
Στην εξέδρα από παιδί.
ρε τι βλέπω εδώ πάλι μωρέ; τρία-τρία μηνύματα σα συναυλία βγαλμένα από τα ίδια chords σαν να παίζει το ίδιο τραγούδι τρεις φορές στη σειρά πάνω στον ίδιο σβέρκο. τίποτα δεν αλλάζει τελικά; το γκρίζο εκείνο τείχος ανοίγει πάλι μόνο για μουσική κι εσείς σας νιώθετε σαν οι τελευταίοι θρύλοι που κάνουν αλλαγή μουσικής στα κασέτα των δεκαετιών; γιατί ξέρετε τι θυμάμαι εγώ; τον Ιανουάριο του 2017 όταν η γειτονιά μου γύριζε σα τρελή μετά τον τίτλο με τον Μαρτίνεθ εκείνον που έκανε τα πάντα σα μεταλλαγμένος – όχι μουσικό συμβόλαιο, όχι βραδινό προγραμματισμένο loadin’, αλλά πόλεμος δεκαπέντε χιλιάδων ανθρώπων που ξέραγαν πως την επόμενη μέρα οι δρόμοι θα έκαιγαν μέχρι τα ξημερώματα.
και τώρα λοιπόν μου λέτε πως οι πόρτες γυρνούν τρεις φορές μόνο για τίτλους; τρεις φορές;;; εγώ θυμάμαι όταν η Πειραιώς άνοιγε εκείνο το γκρίζο μαντρότοιχο μία φορά κάθε δύο χρόνια σαν να ήταν γάμος βασιλικού σπιτιού, όχι ωράριο συγκροτήματος! εκείνες οι τρεις φορές είχαν μέσα τους αίμα και ιδρώτα δεκαετιών – όχι μπάσο και bass speakers. τότε οι άνθρωποι πήγαιναν εκεί μέσα σαν να πηγαίνουν στο μέτωπο, όχι σα να πάνε στη μπουζουκοποίηση των ομάδων τους.
και μην μου πείτε πως τώρα κάτι άλλαξε επειδή φέτος τρεις φορές άνοιξε για τίτλους. εμένα μου λείπει εκείνο το αίσθημα όταν ο θρύλος ήταν εκείνος που έδινε τις νίκες, όχι οι τραγουδιστές που δίνουν παραστάσεις σα υπόκρουση σε ένα σύστημα που ξέχασε πως η ομάδα είναι σάρκα και αίμα δικής μας, όχι γκρουπ ξένων καλλιτεχνών που βγάζουν τραγούδια σα να ανοίγουν σούπερ μάρκετ στις τρεις το πρωί.
τις κίτρινες κάλτσες τις φοράγαμε όχι για κέφι αλλά γιατί εκείνες κρατούσαν μέσα τους τις σημαίες των γηπέδων εκείνων των χρόνων όπου ο τίτλος δεν ήταν τραγούδι στην κονσόλα του κινητού αλλά έγγραφο που γραφόταν στους δρόμους σαν υπόσχεση στους επόμενους γενιές. τώρα λοιπόν όταν βλέπω εκείνους τους δημοσιογράφους με τις κάλτσες να στέκουν σα μουσικοί πωλητές ενός άλμπουμ ημιτελούς πρωταθλήματος, μου έρχεται να τους γράψω πάνω στα χέρια τους: «παλιότερα φορούσαν τις κίτρινες κάλτσες όχι για να πουν πως υπάρχουν τίτλοι, αλλά γιατί η ομάδα τους υπήρξε κάτι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε τραγούδι».
και τέλος πάντως εδώ που τα λέμε: εγώ δε θέλω τον δικέφαλο να γίνει ντίσκο όπου οι πόρτες ανοίγουν μόνο όταν τελειώνει η μουσική μίας άλλης ομάδας. θέλω εκείνες τις πόρτες να ανοίγουν πάλι σα στρατώνας όπου μέσα υπάρχουν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι που δεν ψάχνουν playlist αλλά ελευθερία. επειδή ο τίτλος δεν είναι κάτι που βγαίνει αργά το βράδυ σα μπουκάλι κρασί που ανοίγεις μόνος σου στον καναπέ – είναι γεγονός που κάνει όλες αυτές τις φωτιές στους δρόμους απαραίτητες, όχι σαν υπόκρουση μιας συναυλίας.
Πωπω, παιδιά... τρεις φορές ανοίγει αυτό το γκρίζο κτίριο φέτος για τίτλους κι εμείς ακόμα ψάχνουμε την επόμενη ημερομηνία σα να περιμένουμε την επόμενη βόλτα του metro στις τρεις τα ξημερώματα. Την τελευταία φορά που κάτι τέτοιο έγινε σοβαρά, εκείνο το γήπεδο ήταν ο μόνος τόπος στην πόλη όπου μπορούσες ν' αγοράσεις έναν τίτλο σαν ρόπλο για τους επόμενους δέκα μήνες — όχι σα κονσέρβα που ανοίγεις όταν τελειώσει η δουλειά σου. Εκείνη την εποχή, τρεις φορές ανοίξαμε τις πόρτες μέσα σε μιάμιση δεκαετία, όχι μέσα σε έναν χρόνο. Κι εκείνες τις τρεις φορές βγήκαμε στους δρόμους σαν πλημμύρα φωτιάς επειδή ήξερα κάθε άνθρωπος εκεί μέσα είχε γράψει τη δική του ιστορία μέσα στους κόκκινους τοίχους — όχι επειδή κάποιος πήρε μια φωτογραφία με το κινητό του.
Και τώρα λοιπόν μαθαίνουμε πως το ίδιο γκρίζο οικοδόμημα γίνεται συναυλιακός χώρος δώδεκα φορές φέτος ενώ εκείνες οι τρεις φορές που ανοίγει για τίτλους μοιάζουν σα επιεική χάρη; Αυτή η εικόνα του Οκτώβρη του '08 όπου ξέραμε πως όταν ανοίγαμε τις πόρτες στο ντέρμπι, εκείνοι μέσα ήταν όχι δημοσιογράφοι ούτε καλλιτέχνες αλλά πολεμιστές, στέκεται πλέον σαν ωδείο ενός παρελθόντος όπου ο θρύλος δεν ήταν στα setlist αλλά γραμμένος στις τσέπες των δρόμων. Τότε η ομάδα δεν ήταν playlist, ήταν τυφώνας — και όταν κατέβαιναν οι εκατόν εξήντα χιλιάδες στους δρόμους, σβήνανε ακόμα και τα φώτα του Πειραιώς σα να είχε τελειώσει πόλεμος.
Εσείς βλέπετε εκεί μέσα χιλιάδες κόσμο να τραγουδάει; Εγώ βλέπω μια συγκέντρωση σα μουσικό φεστιβάλ της Μακρονήσου εκεί που κάποτε υπήρχε στρατώνας θρύλων. Μα όταν βγήκαν αυτοί οι καλλιτέχνες στη σκηνή και έκαναν play το επόμενο τραγούδι, κατάλαβα πως η ιστορία αυτή δε γράφτηκε με bass speakers αλλά με χέρια σηκωμένα στον αέρα σα λόγχες, σημάδια στους τοίχους και φωνές που ζητούσαν δικαιοσύνη — όχι playlist. Γιατί εκείνες οι τρεις φορές που άνοιξαν οι πόρτες για τίτλους, η μία ήταν η ιστορία, η άλλη ήταν η υπόσχεση κι η τρίτη ήταν η κληρονομιά. Φέτος όμως αυτές οι τρεις φορές μοιάζουν σα τρεις στιγμές πάνω σ' έναν χάρτη Spotify όπου κάποιος άλλος αποφασίζει πότε τελειώνει η αναπαραγωγή.
Ρε παιδιά, αυτή η Πειραιώς ήταν κάποτε εκείνος ο τρομερός χώρος όπου όταν ανέβαινες στην εξέδρα ψηλά στον κόκκινο τομέα, έβλεπες δεκαπέντε σειρές σα συνέχεια ενός κόκκινου τοίχου — όχι σα πίστα για τραγουδιστές. Εκείνη την εποχή οι πόρτες άνοιγαν μόνο όταν υπήρχε κάτι τόσο μεγάλο εκεί μέσα που δεν χωρούσε στα είκοσι λεπτά ενός τραγουδιού. Κι εμείς ακόμα ψάχνουμε τις επόμενες ημερομηνίες σα να ψάχνουμε ένα κινηματογραφικό έργο για το Σάββατο το βράδυ αντί ν' ανάβουμε τις φωτιές στους δρόμους επειδή η ιστορία αυτή γράφτηκε με αίμα, όχι με μπάσο. Μαξιλάρια στους καθρέφτες δε γράφουν ιστορία — γράφουν εισιτήρια για την επόμενη συναυλία. Κι εγώ σήμερα βρέθηκα εκεί έξω και ένιωσα σα να στέκομαι μπροστά σ' έναν καθρέφτη που δεν αναγνωρίζω πια.
Άντε λοιπόν βάλτε τις κίτρινες σημαίες σα λόγχες προς τους καλλιτέχνες εκείνους που βγάζουν τραγούδια σα τίτλους πρωταθλήματος στο Excel. Η ομάδα είναι δική μας ιστορία, όχι playlist άλλης ομάδας.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊