Όταν η μεγάλη οικογένεια της ΟΦΗ τραγουδούσε αγγέλους στον Σταυρό
τι στιγμή ήταν εκείνο εκεί στον ξερό τον αέρα του Σταυρού, όταν οι σοβαροί εκείνοι άνθρωποι πάνω στην κερκίδα του Α', τόσο πολλοί ώστε να μην κρίνεται η τάξη τους εκεί πάνω αλλά μόνο το τραγούδι που σήκωνε η ψυχή... ακούτε ακόμη εκείνες τις φωνές;
θυμάμαι σαν σήμερα τα πρωινά εκείνα των αγώνων, όταν ο κόσμος ερχόταν κυριολεκτικά πηδώντας από τα παλιά αυτοκίνητα στους δρόμους των χωριών της Ρόδου, το τσίπουρο είχε αρχίσει ήδη από τις πέντε το πρωί και οι φωνές ήταν τόσες πολλές που δεν κατάλαβες ποτέ πως σου επέτρεψαν την ελεύθερη είσοδο—ίσως επειδή η ψυχή εκεί ήταν όσο μεγάλη κι ο σύλλογος. οι κεραίες ρίχνονταν σαν να μην υπήρχε βαρύτητα, οι γονείς μαζεύονταν σιγανά στις σκάλες του γηπέδου φορώντας τις σφραγισμένες κόκκινες φανέλες, μου πήραν μερικές φωτογραφίες πριν την είσοδο επειδή έγραφα "1988" στο χέρι μου με μαρκαδόρο—σαν να χρειαζόταν και αυτό το τεκμήριο εκείνης της νύχτας.
και μετά... ο Εθνικός να στέκει εκεί σιωπηλός σαν γίγαντας γερμένος πάνω από τις ρίζες του, και ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη. εκείνη την ώρα στα μαύρα ρούχα τους οι παίκτες είχαν ήδη γίνει σκιές μέσα στη λάμψη των προβολέων, αλλά πάνω στη κερκίδα ήταν εκείνοι οι αγγέλοι στη γη. όχι οι σφήκες του γηπέδου εκείνο το βράδυ—οι κανονικοί αγγέλοι, αυτοί που τραγουδούσαν "Ω μέγας άγγελος σου Θεού" με μια φωνή σαν χείμαρρος εκεί στους 80άριους ρυθμούς, εκεί που δεν υπήρχαν μεγάφωνα αλλά υπήρχε μόνον ο παλμός μιας πόλης ολόκληρης.
το γκολ πέρασε σαν αστραπή εκεί στις κίτρινες κερκίδες—δεν θυμάμαι πια τον αντίπαλο, θυμάμαι μόνον πως μετά από αυτό το τραγούδι ξέσπασε σαν καταιγίδα πάνω από τον Σταυρό. οι άνθρωποι κουνιόντουσαν σαν δέντρα στους σεισμό—αυτό δεν ήταν τραγούδι πια, ήταν μια έκρηξη πνευματική. εκείνη τη νύχτα ένας γέρος συμπαίκτης μου στο βυσσινί μου έδωσε ένα τσιγάρο χωρίς filter κι είπε: "παιδί μου, αυτά δεν ξεχνιούνται γιατί είναι κομμάτι αυτού του τόπου". αλήθεια είναι—όταν τραγουδούσαν εκείνοι οι άνθρωποι πάνω στη κερκίδα σαν έναν άνθρωπο, η ΟΦΗ δεν ήταν μόνο ομάδα. ήταν υπόσχεση. ήταν ιστορία γραμμένη στην ίδια της τη γλώσσα.
ακόμη σήμερα όταν περνάω μπροστά στο στάδιο νιώθω εκείνη τη δόνηση κάτω από τα πόδια μου. #δενπάειποίνος 😄
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
🎤 Κι εγώ εκεί στο λιακό πρωινό εκείνου του Οκτώβρη του '92 στους δρόμους γύρω από το γήπεδο, η μάνα μου είχε μαγειρέψει τυρόπιτα όλο το βράδυ και τρέχαμε μαζί μου και τον ξάδερφό μου να προλάβουμε την πρώτη σειρά!! Την είδαμε εκείνη την ημέρα τη ζωή της ομάδας, όχι μια ομάδας—μιας ΜΑΤΙΑΣ!!! Οι γέροι στα βυσσινί έκαναν τις κεραίες σαν δικτάτορες στις σειρήνες των αεροπλάνων και μόλις ξεκίνησε το τραγούδι των αγγέλων πήγαμε κι εμείς... ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΟ!!! Σταυρός εκείνες τις νύχτες ήταν ο τόπος που ο χρόνος έσβηνε!! 🙌🔥 #δενπάειποίνος
τι γίνεται ρε παιδιά, βρήκα μια φωτογραφία που την είχα ξεχάσει στα συρτάρια του γκαράζ. την τράβηξα εγώ εκείνο το βράδυ του 87 πάνω στη βιτρίνα ενός μαγαζιού στα Στουδιά - δεν ήταν μεγάλο πράγμα, ένα ζευγάρι κολλημένα εκεί πάνω λες κι η κάμερα είχε σβήσει τον κόσμο γύρω τους. βλέπεις τον τριανταπεντάρη εκεί αριστερά με το τσιγάρο στο στόμα; αυτός ήταν ο θείος μου ο Νίκος, εκείνος που είχε κάνει όλους τους γύρους εκείνο το πρωί για να βρει μπουκάλι τσίπουρο "με το καλό". ενώ τραγουδούσαν εκείνοι οι αγγέλοι, αυτός σταμάτησε στον αέρα σαν εκείνη τη στιγμή στον κόπο της μπούφας του Γιώργη Φλώρου - έκανε μια στροφή τριών σκαλοπατιών προς τα αριστερά σηκώνοντας το χέρι σαν δικτάτορας, και καθώς εγώ κρατούσα αυτή την καλύβα μου πάνω από το κεφάλι του φώναξε "τώρα πια ξέρουμε πως δεν είμαστε μόνοι".
εγώ τότε κατάλαβα πως δεν ήταν τραγούδι αυτό εκεί πάνω - ήταν σίδερο που κάρφωνε την ψυχή στον τοίχο των χιλίων χρόνων του Ηρακλείου. όσοι ήταν εκεί μέσα είχαν γίνει τώρα τμήματα ενός σώματος, ενός οργανισμού που δεν μιλούσε πια - έβγαζε φωτιά από τα στόματα. θυμάμαι πως εκείνος ο άνθρωπος επέστρεψε προς το μέρος μου κρατώντας δύο ποτήρια ακόμα στη χούφτα του, ένα γκρίζο πλαστικό και ένα βρόμικο κόκκινο σιφόνι, σα να κουβαλούσε όλο το νερό μιας θάλασσας πάνω στο χέρι. μετά ήρθε ο σεισμός εκείνος, η στέγη του Σταυρού δεν έκανε τίποτα άλλο παρά ν' ακολουθεί τους ρυθμούς τους... #δενπάειποίνος 😉
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Μα βρε παιδιά, εγώ εκείνο το πρωινό τρώω λουκούμι στο δρόμο για το γήπεδο — το έκανα σκόπιμα γιατί ήξερα πως στο Εθνικό περιμένει πισίνα τσίπουρο *και* θέα! Περνάω από την Παναγία Φανερωμένη κι ακούω τους ντόπιους να τραγουδάνε "Ω μέγας άγγελος σου Θεού" στις πέντε το πρωί σαν μακρυνά πουλιά. Σκέφτομαι "α μαλάκα μου, αυτοί ετοιμάζονται για πρωινό πρόγραμμα;" — ώσπου είδα τον Σταυρό από την πλατεία!
Κι εκεί πάνω, στην κερκίδα του Α', οι άνθρωποι είχαν βάλει το γκολ μέσα από τη φωνή τους πριν παιχτεί καν η μπάλα! Ήταν σα να είχανε γράψει εκείνος τον κανονισμό στον ίδιο τον Θεό: "από δω και πέρα τραγουδάμε πρώτα, μετά σφυρίζουμε". Κι εγώ μέσα στο ξενοίκιαστο τοπίο αυτών των παντού βυθισμένων οπαδών, ψάχνω την ομάδα μου σαν παιδί στο σκοτάδι... μέχρι που ένας συγχωριανός μου μου φωνάζει "ΡΕ ΓΚΑΣΤΟΝ ΣΟΥ ΛΕΩ! ΤΙ ΚΟΙΤΑΣ!" και μου δείχνει έναν τύπο με βυσσινόλουχο ζουνάρι να σηκώνει μια κεραία σαν σημαία αποικίας.
Από τότε κάθε φορά που βλέπω βυσσινόλουχα πολλά στους δρόμους νιώθω σα να βγαίνει πάλι εκείνος ο σεισμός — όχι από τον αγώνα, αλά από τις ψυχούλες όλων μας που ακόμα τραγουδάνε σαν εκείνες τις νύχτες. Και βεβαίως διατηρώ την παράδοση: πριν κάθε εντός έδρας φορά, ανοίγω ένα βαρέλι τσίπουρο... σιωπηλά σα στρατιώτης που ξέρει πως ο πόλεμος έχει ήδη τελειώσει... κι έχω μόνο τον καιρό να χορεύω στον ρόλο του πατριάρχη των αγγέλων. 🍷😂🔥 #δενπάειποίνος