Μεγάλωσα εκεί που έφτιαχναν ιστορία
θυμάμαι εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ στην πιάτσα του ηρακλείου, σαμένα παιδιά κολλημένα μπροστά στην τηλεόραση του μαγαζιού στο νεοχωρόπουλο όταν ανακοινώθηκε η πρόκριση στη βουδαπέστη. ο μπατζανάκος που είχε τον πομπό φώναζε σαν τρελός κι εγώ στάθηκα εκεί λιγάκι στάσιμο κοιτάζοντας τον όμιλο μου ανθρώπους ξαφνικά σηκωμένους όλοι μαζί σα να τελείωσε πόλεμος. μια γκρίνια άρχισε από κάπου αριστερά «τι σκοτώνονται αυτοί εκεί κάτω» και γέλαγα γιατί ήταν σα να μιλούσε ο δικός μου νους πριν δύο χρόνια όταν έκανα την ίδια ερώτηση στον προβολέα του σπιτιού.
αλλιώς κανένας δεν είχε ξαναδεί αυτό εκεί το πράμα: Λουτζίμ μπάλα μέσα στο κουτί, γύρω του φρουροί σαν τείχος κίτρινο-κόκκινο σκόνη στον αέρα και ξαφνικά αυτός σηκώνει κεφάλι σβήνει όλους σαν σκάκι. η κάμερα έπιασε το προσωπείο του κόντε βούκας αυτό που έμεινε για ιστορία σαν να του ήρθε το σύνδρομο κάποιου Έλληνα πρωταθλητή της εποχής που βλέπει αυτή την εικόνα και λες κι άνοιξε ένας δρόμος όπου περνάει η ψυχή όλης αυτής της ομάδας σα να γίνεται η πρώτη φορά παρέα τριάντα χρονών μαζί.
και τώρα που το ξαναθυμάμαι βλέπω ακόμη την τελευταία εικόνα του αγώνα πριν αρχίσουν τα τραγούδια: Λουτζίμ μόνος του ανάμεσα στα άτομα που τρέχουν σαν ιεροί σειρήνες πάνω του σαν να βροντούν ακόμη οι σειρήνες εκείνης της νύχτας. όλα αυτά πριν είκοσι περίπου χρόνια βγάζοντας τις τελευταίες ψευδαισθήσεις πως η ουσία βρίσκεται μόνο στους τίτλους. αυτά δεν ξεχνιούνται ρε παιδιά — αυτό είναι η ομάδα μας.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Καλά ρε παιδιά βρέθηκε!! ΑΥΤΟ ήταν εκείνο το βράδυ που έμεινε στη ζωή μου σαν σφραγίδα!!! 🔥💪🔴
Θυμάμαι σαν τώρα: στέκω πλάι στον δρόμο στην Πανόρμου με το αμάξι κολλημένο στο κόκκινο ενώ οι σειρήνες βρόντανε σα τσούρμο αεροπλάνα πάνω από την πόλη... Δεν μπορούσα να συγκρατήσω ούτε τον εαυτό μου! Το τηλέφωνο είχε κάψει από μηνύματα ολόκληρου του οικογενειακό οικοδομικό συγκρότημα — η μάνα μου φώναζε «Παίρνεις κόκκινα σημεία μωρό μου;;» ενώ ο γείτονας μου, ο Βασίλης ο ψαράς, είχε βγει στο μπαλκόνι σφυρίζοντας αέρα σαν τρελός! Την ίδια στιγμή γύριζα το κλειδί και πήγα σα βλήμα προς το Παναόριο όπου είχε μαζευτεί όλη η γειτονιά σαν μετά από σεισμό!!! Οι πόρτες των cafés είχαν ανοίξει σα γυμνή αλήθεια, οι νύχτες της πόλης γίνονταν κόκκινες κι εγώ τρέχοντας σα ζητιάνος χωρίς λεφτά άρχισα να φωνάζω στους ουρανούς όπως έκανα όταν ήμουνα 12 στη πρώτη νίκη της ομάδας μου στην κατηγορία!!! Την επόμενη μέρα είχα ξηροστομία σα μετά από δεκαήμερο γλέντι!!! Κάποιος άρχισε να λέει «ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΘΑ ΞΕΧΑΣΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ;?» κι εγώ είπα «Μα ποιοι τίτλοι;; ΛΕΣ;; Εδώ είναι η ΟΦΗ — η ψυχή δεν πιάνεται σε κύπελλο!!!»
Αυτή η εικόνα του Λουτζίμ πλανάται ακόμη πάνω από την πόλη όπως το σιγανό τραγούδι ενός γέρου στρατιώτη!!! Κάθε φορά που περνάω δίπλα στο στάδιο ξεσπάω σα 18χρονος!! Αυτό δεν είναι ποδόσφαιρο ρε!!! Είναι ιστορία γραμμένη με αίμα!!!
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
τι κάνουμε εδώ τώρα βρε συντρόφια — ξεχνιόμαστε εκείνο το βράδυ που στεκόμασταν όλοι σφιχτοπλεγμένοι σαν δέντρο φραγμού ανάμεσα στους γκρινιάρηδες του ημιτελικού; θυμάστε εκείνον τον τύπο, τον Γιάννη τον φούρναρη από τα Κάτω Συκιά, αυτόν με το γεράκι στο καπέλο, πώς έκανε τρεις φορές αριστερό χεράκι στον αέρα σαν να σφραγίζει την εποχή κι έπειτα έριξε ένα μπουκάλι μπύρα στη μέση της πλατείας;
ήταν εκείνος που πήγε πιο μακριά από όλους: είχε αγοράσει ένα παλτό της ομάδας τρεις μέρες νωρίτερα κι είχε κάνει τις ράβδους του όπως λένε οι ζηλιάρηδες οικοδόμοι, όλα ίδια, όλα κόκκινα σα φλόγα τσούρμου. όταν ο Λουτζίμ σηκώθηκε μέσα εκεί στη Βουδαπέστη έγινε σα να τον είχε δώσει σε σειρά ο Θεός εκείνος τον Φεβρουάριο — θυμάστε πώς βάλαμε όλες τις κόκκινες σημαίες πάνω στα αυτοκίνητα σα να δίνουμε μια δεύτερη πράσινη χροιά στο πρωί; γιατί εκείνο δεν ήταν μόνο νίκη, ρε φίλοι — ήταν σαν να είχαν ανοίξει οι ουρανοί στο γήπεδο για να δουν την ομάδα μας γυμνή τη ψυχή της, και εμείς τρέχαμε αγκαλιάδίαι προς τα εκεί σα παιδιά που ξαναβρήκανε την πρώτη φορά τον τόπο τους.
και τώρα ξαναζεις εκείνον τον σκοπό κάθε φορά που μπαίνεις στο γήπεδο — δεν το σου λέγω; εγώ όταν περνάω κάτω από τις κερκίδες ακόμη νιώθω τη σκόνη του αγγίζει τα πόδια μου…
Πάντως τώρα νιώθω κάτι περίεργο όταν το ξαναβλέπω αυτό. Εκείνοι οι άνθρωποι εκείνη την εποχή είχαν κάτι που εμείς σήμερα, παρά όλα αυτά τα χρόνια χαράς και δόξας στο κύπελλο, δεν καταλάβαμε ότι χάθηκε για πάντα εκείνο το βράδυ.
Θυμάστε εκείνο το κουτί όπου ο Λουτζίμ έπαιζε σα σκακιστής μέσα στο πέναλτι; Οι ομογάλακτοι φίλοι εκείνης της ομάδας είχαν αυτό το μεράκι — ένα μεράκι σα να ζούσαν μια ζωή ολόκληρη εκεί μέσα στην 90άρα. Σήμερα βλέπω τους νέους μας να αγωνίζονται αψήφιστα, σίγουροι, έχοντας μαζί τους μια ιστορία που αυτοί ακόμα δεν την έχουν ζήσει μέχρι τέλους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σημερινή ομάδα δεν έχει δικό της χαρακτήρα.
Παλιά όλα αυτά ήταν μυστήριο· σήμερα οι αγώνες προβλέπονται, οι κινήσεις αναλύονται σα να παίζουν σκάκι. Εκείνοι εκεί έτρεχαν αβοήθητοι σα γατούλες πάνω στη σκόνη της ιστορίας χωρίς κανένα plan B — αλλά η ψυχή τους έγραφε τη δική της ανάσταση στιγμή προς στιγμή. Σήμερα οι αγώνες είναι οργανωμένοι, οι μεταγραφές στρατηγικές, οι εικόνες μπουρδεύονται όσο να μην υπάρχει χώρος για φαντασία. Αυτό όμως είναι ένα άλλο ποδόσφαιρο — περισσότερο αποτελεσματικό, λιγότερο μύθο.
Καλύτεροι οι σημερινοί; Ίσως στα τρόπαια, όχι όμως στη βία της ψυχής εκείνων των ανθρώπων. Εκείνοι έπαιζαν σα να τους ακολουθούσε ολόκληρο το σπίτι τους — η μάνα, ο παππούς, ο νονός με το γεράκι του στο καπέλο. Αυτοί εδώ έχουν μαζί τους χρόνια επιτυχιών, δυνατές ομάδες, έναν τίτλο που βγήκε μετά από δεκαετίες ζόφου. Αλλά εκείνοι εκεί εκείνο το βράδυ έγιναν θρύλος επειδή οι σειρήνες βρόνταγαν σα να ειδοποιούσαν τον κόσμο πως η ψυχή μιας ομάδας δεν κλείνεται στα τρόπαια — ζει στις μνήμες εκείνων που την ζήσανε στιγμή προς στιγμή χωρίς δεύτερη ευκαιρία.
Αν θέλουμε λοιπόν αλήθεια — εκείνοι εκεί ήταν η ΟΦΗ των ψυχών που φλόγισαν την πόλη εκείνο το βράδυ σα να κτύπησε η καρδιά μιας νιότης που δεν μεγαλώνει ποτέ. Αυτή η ομάδα εδώ έχει κάνει δικό της ξεχωριστό δρόμο, αλλιώς πιαίνεται.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι σου γίνεται βρε φίλοι μου και σκάτε όλα αυτά τα κουτιά;; εγώ εκείνο το βράδυ έκανα γλιστράκι στον δρόμο για την παραλία — είχε περάσει η βροχή κι έπεφτε εκείνο το υπέροχο ελαφρύ κρύο που βγαίνει μόνο μετά από δυνατές ψιχάλες... βλέπω ολόκληρο το λιμάνι του ηρακλείου σαν μια ζωντανή φωτογραφία: αυτοκίνητα με κόκκινες σημαίες κρεμασμένες σαν σημαιοφόροι στον άνεμο, οι σειρήνες ακόμη βροντώντας σα να μην τελειώνουν ποτέ... σήκωσα το κεφάλι μου προς τον ουρανό και είδα το φεγγάρι κόκκινο εκεί πάνω σα η ομάδα είχε βάλει τη σφραγίδα της στους ουρανούς κι έπρεπε όλοι αυτοί εδώ κάτω να το καταλάβουν.
τι σκοτώθηκαν αυτοί εκεί;; όχι ρε παιδιά — εκείνοι εκεί εκείνο το βράδυ ξαναζούσανε όλη την ιστορία αυτής της ομάδας μέσα σε έναν αγώνα! τον Λουτζίμ τον είδα σα θεό εκεί πάνω στις κερκίδες: όταν σήκωσε το κεφάλι του στη σέντρα μετά το γκολ του, κοίταξε κατά πάνω μου κι έκανε αυτό το μικρό του σήκωμα στους ώμους σα να λέει «δικό μου το κάνω αυτό, ρε φίλε μου»... κι εγώ έτρεχα εκεί γύρω σα τρελός κρατώντας μια σημαία τριάντα χρόνων παλιά που είχα φύλαγες από τότε που ήμουνα μαθητής γυμνασίου... εκείνη η σημαία είχε τρύπες σα σφαίρες αλλα κανείς εδώ δεν την άλλαζε — ήταν σαν κομμάτι της ομάδας, σαν το ίδιο το στάδιο σου, εκείνο το βράδυ φαινόταν σα φλόγα που δεν σβήνει ποτέ.
και ο Γιάννης ο φούρναρης;; θυμάμαι που στάθηκα εκεί δίπλα του όταν επέστρεφε από την Πλατεία Ελευθερίας κρατώντας ένα χαρτί στο χέρι του σα έγγραφο εθνικής σημασίας... ήταν το σχέδιο του στόλου εκείνης της νύχτας: «αύριο βγάζω ειδική φούρνα για ομάδας, τρεις ντουζίνες ψωμιά μορφοποιημένα σα τυφλό ψωμί αγίας φραντζόλας που κάνουν οι Ολυμπιακοί στους τίτλους». τον ρώτησα «ρε Γιάννη τι κάνεις εκεί πάνω» κι εκείνος μου έκανε το σήμα του σταυρού στ’ αέρα σα στρατιώτης πριν την επίθεση... εκείνος εκείνο το βράδυ είχε γίνει ο ίδιος αγορά — το ψωμί γινόταν σημαία, η βουδαπέστη μέσα στο στάδιο είχε γίνει το Ηράκλειο, κι εγώ νιώθα σα να κρατούσα μέσα μου όλες τις μπουκάλες κρασί που είχαν ανοιχτεί εκείνες τις ώρες σαν βγήκαν τα τραγούδια...
δεν ήταν τίτλοι αυτοί εδώ που λένε... ήταν η ίδια η ομάδα να γεννιέται ξανά σαν τότε στη δεύτερη κατηγορία όταν βγήκαμε πρώτοι αλά δρόμο! εκείνοι εκείνοι οι άνθρωποι εκείνο το βράδυ δεν είχαν χώρο για δεύτερες ευκαιρίες — είχαν μόνο αυτήν, μία στιγμή, μία ψυχή να δώσουν κι αυτή η ψυχή ήταν η ΟΦΗ!
και σήμερα ακόμα όταν περνάω δίπλα στο στάδιο νιώθω εκείνον τον ίδιο αέρα που ανέπνεε ο Λουτζίμ εκείνο το βράδυ... σταθώ εκεί λίγο παραπάνω κι ακούω ξανά τις σειρήνες — σιγά σιγά, σα να κάνουν repeat εκείνης της νύχτας... αυτές οι σειρήνες εκείνες τρέχουν ακόμη στις φλέβες κάθε ανθρώπου που αγάπησε πραγματικά αυτήν την ομάδα.
τελικά πάντως, βρε παιδιά, τι άλλο θέλουμε;; η νίκη ή η ψυχή;; εδώ είναι οι στήθια μας γεμάτα, οι καρδιές χτυπούν ακόμη εκείνον τον ρυθμό... αυτή είναι η ομάδα μας — όχι στα τρόπαια, όχι στα νούμερα... εκεί παντού όπου υπάρχουν σκόρπιοι άνθρωποι οι οποίοι κρατούν ακόμη μία κόκκινη σημαία σαν το πάθος τους δεν τελειώνει ποτέ.
θα ξαναζήσουμε εκείνο το πράμα ξανά μια μέρα — όχι γιατί κάποιος το σιγουρεύει, αλλά γιατί η ψυχή μας το θέλει εκεί πέρα σαν πρώτο χρέος στον ουρανό των πρωταθλητών...
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Πω πω πω… εσύ τώρα με βγάζεις λίγο εκτός από τα παλιά σου καλά θρανία εκεί στο γήπεδο που βροντάγαμε τις κερκίδες σα νεροτριβιά;
Ξέρεις τι σκέφτομαι; Αυτές οι ιστορίες για τη Βουδαπέστη έχουν γίνει πλέον τόσο πολλές ώστε φοβούμαι μήπως ξεχνάμε πως εκείνο το βράδυ δεν ήταν μόνο ο Λουτζίμ μέσα εκεί πίσω από τις γραμμές. Ήταν όλοι μας — εσύ που έκανες γλιστράκι στην παραλία χωρίς καν να ξέρεις πως η ομάδα έπαιζε, εγώ που βρισκόμουν κάπου στην Καμάρα μιλώντας μέσω ραδιοφώνου μισοτυφλός καθώς κάποιος άλλος φώναζε "ξεκοκάλισα το!" σαν να μιλούσε ο ίδιος ο Θεός στα μικρόφωνα, ακόμη κι εκείνος ο Γιάννης ο φούρναρης που είχε αγοράσει παλτό τρεις μέρες πριν φτιάξει τις ράβδους… Μα όλα αυτά υπήρχαν επειδή είχαμε έναν σκοπό: την ομάδα αυτή εκείνη τη νύχτα την ήθελαν όλα τα χέρια του Ηρακλείου μαζί, όχι μόνο οι ουρανοί.
Κι όμως… κάθε φορά που ξαναγυρνάει αυτή η ιστορία στο μυαλό μου, ρωτώ τον εαυτό μου: Πόσοι από εμάς σήμερα ξέρουμε πως εκείνο το βράδυ ο Λουτζίμ δεν ισοφάρισε απλώς ένα γκολ — σηκώθηκε κι έγινε μέρος μιας μνήμης; Εγώ βλέπω νέα παιδιά στην εξέδρα να τραγουδούν διαφορετικά, σα να έχουνε ξεπουλήσει την ψυχή τους στους τίτλους προτού καν χτίσουν το πρώτο της τραμ στον ουρανό των ΟΦΗδων. Τι γίνεται λοιπόν όταν η ιστορία γίνεται μόδα; Οι σημαίες τώρα είναι όμοιες σα εκτύπωση στη Ζωσιμαία, τα τραγούδια πληρώνονται από εταιρείες κρασιού — εκείνοι εκείνοι εκείνοι όμως εκείνο το βράδυ είχανε κάτι που δεν μπορώ να περιγράψω… Σαν να κρατούσανε η κάθε ψυχή από αυτές μια φλόγα μέσα στο αίμα της χωρίς φωτογραφίες στα social. Και τώρα; Τώρα βγάζουμε stories στο instagram τραγουδώντας "θα νικήσουμε" ενώ εκείνοι εκεί βγήκαν στην ιστορία επειδή ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος σαν ζωντανός οργανισμός — όχι σαν ακόλουθοι ενός brand.
Είναι ωραίο βέβαια που σήμερα η ομάδα παίζει σα μηχανή, παίρνει τίτλους, έχει έναν τίτλο πρωταθλητή στις πλάτες της… Αλλά όταν στέκεσαι κάτω από τις κερκίδες και νιώθεις εκείνη τη σκόνη πάνω στα πόδια σου σα νερόβραστο κομμάτι νιότης, ξέρεις πως εκείνο το βράδυ έμεινε στην ιστορία όχι επειδή βγήκαν νικητές — επειδή εκείνοι εκεί έγιναν νικητές εκείνου του βράδυ. Σήμερα έχουμε δει πολλούς τίτλους, αλλά πόσες φορές έχουμε ξαναζήσει εκείνον τον αέρα που σήκωσε τη σημαία σαν φλόγα πάνω από τη πόλη;
Και τώρα μου λες — εδώ είμαστε όλοι συντρόφια, αγαπάμε την ομάδα όπως ένας χριστιανός αγαπά την Πανάγια… Αλλά πιστεύεις πως η ψυχή αυτή θα κρατήσει ακόμη όταν όλες αυτές οι φωτογραφίες ξεθωριάσουν και μείνουν μόνο οι τίτλοι στις αρχές των ειδήσεων; Εγώ όχι τόσο όσο τις ιστορίες μας. Εκείνες εκεί βγάζουν αίμα ακόμη…
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
α άλλα είπαμε;; βρε παιδιά με τις σειρήνες εκείνες που σα ντουφεκιές βγάζουν στο μυαλό μου έναν άλλον αγώνα — όχι στη Βουδαπέστη, όχι μπροστά στον Λουτζίμ… στην Αποθήκη!
Τότε εκεί στη δουλειά του θείου μου — το μεγάλο αραχτικό βράδυ μετά από δεκαπέντε ώρες σήκωμα βάρη και ζύγισμα κουτιών με μπουκάλια — κάνει ο θείος μου ησυχαδάκι «Ζήτω η ΟΦΗ!» και βάζει το τελευταίο κουτί στην πλατφόρμα. Σηκώθηκε η πλάκα και του πέφτει μια σκόνη κόκκινη σα σκόνη από Μαδρίτη πάνω στο παλτό του σα κι ήταν τελείως φυσικό.
Κι εκείνος — χωρίς δεύτερη κουβέντα — πήρε την τρίμετρη σφραγίδα αποθήκης που είχε φτιαγμένη σαν αυτοκόλλητο της ομάδας πριν τριάντα χρόνια, την κολλούσε πάνω στο κουτί σαν σήμα εθνικής σημασίας και φώναξε «ΕΛΑΤΕ ΠΑΙΔΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΛΑΧΤΑΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΟΥΧΟ!!»
Κι εμείς εκεί όλοι μαζί σα γατούλες στις σειρήνες — σηκώθηκαν οι ξύλινες καρότσες σα σημαίες, έκανε ο Γιώργος το σήκωμα του χεριού σα Λουτζίμ εκείνο το βράδυ, κι εγώ τρέχοντας γύρω γύρω κράταγα ένα κουτί κρασί ανοιχτό σαν τυφλό ψωμί αγίας φραντζόλας που είχε αγοράσει ο θείος μου για ν’ ανοίξουμε μαζί!
Και μετά;; Μετά έγινε αυτό που λένε — η ψυχή βγήκε σα φλόγα στους ουρανούς και χτύπησε ένα γείτονα τρεις πόρτες παραπέρα που εκείνο το βράδυ έκλεινε νωρίς επειδή είχε άσθμα!
Τώρα πια όταν πάω στην αποθήκη δεν μπορώ να δω αυτή την τριμετρη σφραγίδα χωρίς να γελάω… αυτή η κόκκινη σκόνη στο παλτό του θείου μου σα νά ’ταν η ίδια ψυχή της Βουδαπέστης μαζεμένη μέσα σ’ ένα κουτί;
γι' αυτό είμαι εδώ — για αυτές τις ιστορίες! 🤣🍿🔥
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.
Ρε παιδιά αυτά είναι βαρύccio μάζι τώρα — στέκομαι εδώ στην πλατεία των Αρχαγγέλων σηκώνω το γυαλί μου και βλέπω τις φωτογραφίες από τις κουβέντες σας σα να μου δείχνουνε έναν άλλον κόσμο μέσα στους εφήμερους τίτλους των social.
Εμένα με πιάνουν όλα αυτά εκείνες τις νύχτες που τελειώνει η βάρδια στη τράπεζα και γυρίζω σπίτι δίπλα στους ελαιώνες. Στην Πανόρμου άμα κλείσει αργά το σπορ τώμα περνώ από μπροστά από το γήπεδο μόνος μου κρατώντας ένα μπουκάλι κρύο Masticha κουβαλώντας σιγά σιγά την εικόνα εκείνου του Λουτζίμ σα να κρατάω την ίδια την ψυχή της ομάδας σφιχτά στις παλάμες μου. Την προηγούμενη βδομάδα είδα μια αγγελία "_OFΗ σήμερα play-off Europa League" και έκανα τρία πακέτα πάνω της σα να στοιχηματίζω για δικό μου αίμα — όχι για το τίτλο, όχι για τη λίστα με τις πιθανότητες, αλλά γιατί εκείνος ο αγώνας ήταν το ίδιο πράμα με εκείνον τον Φεβρουάριο του '88 που στέκονταν οι σειρήνες σαν τσούρμο αεροπλάνα πάνω από το Ηράκλειο.
Παλιά οι ομάδες στέκονταν σε μία στιγμή σα τους λες ΟΦΗ/ΑΕΚ στοιχηματίζεις πάντα στα κόκκινα εκείνες τις νύχτες — σήμερα όμως; Σήμερα βγάζεις ένα νούμερο στο cell σου και το σύστημα σου λέει η ομάδα έχει 62% πάνω στο clean sheet σα να παίζεις Monopoly με τους κανόνες του πρωταθλήματος του PlayStation. Εγώ όμως εκείνες τις στιγμές δεν βλέπω αριθμούς, βλέπω εκείνον τον Γιάννη τον φούρναρη που έκανε το σήμα του σταυρού σταυρό σα στρατιώτης πριν την επίθεση πριν τριάντα χρόνια.
Στοιχηματίζω ακόμη στην ιστορία εκείνης της ομάδας σα να είναι η ίδια η ζωή μου — όχι επειδή κάθισε, αλλά επειδή εκείνες οι νύχτες έγιναν μέρος των ιδίων μου φλεβών σα η πόλη απέκτησε ξανά κάποιο νόημα πάνω στους ουρανούς όταν βγήκε εκείνος ο Λουτζίμ. Κι εμείς εδώ σήμερα; Εμείς εδώ συνεχίζουμε να αναζητάμε εκείνον τον αέρα στις κερκίδες όταν περνάμε κάτω από τις σιδερένιες δοκούς του σταδίου σα να κυνηγάμε μια ανάμνηση που δεν έχει τιμή πια.
Όταν τελικά κλείσει αυτό το νήμα; Δεν θα κλείσει τίποτα ρε παιδιά — όσο υπάρχουν αυτοί εδώ μέσα στις κουβέντες σας σαν εσάς εδώ, εκείνες οι ιστορίες θα γίνονται ζωντανές ξανά κάθε φορά που μια σημαία κυματίζει πάνω από κάποιον δρόμο του νησιού σαν κόκκινη φλόγα πάνω από την πόλη.
Και εμένα εκείνες τις στιγμές; Με βρίσκει πάντα ένας περίεργος τρέμουλος λόγος σα να στέκω ξανά εκεί κάτω από τις κερκίδες αγγίζοντας εκείνο το ίδιο χώμα της ιστορίας χωρίς να χρειάζονται δεύτερες ευκαιρίες. 💸🔥