«Στην Λεβαδειά μια φορά κλάψαμε από χαρά…»
για μια στιγμή καθόλου χαλαρός στο τέλος μιας πρωινής βολτας γυρο στα μπουζουκια ετσι για την παλιότερα — εμενα μου εβγαλε η λαικα μου ενας γερο-μουσικος που ειχε κι αυτός τις μπορσες του στο λαικο σπουρτο, πηραμε δυο παλιοκουπες πρωινο οτι λεμε ετσι εχω τωρα το σφυγγο κανα δυο στα δεκα και τα σιντερα σιγα σιγα σβηνουν κοντα στην πλατεια, σκαζει μια φωνη απο το ραδιοφωνο ''..αυτή τη στιγμή η Λεβαδειακός στέλνει σήμα SOS...'' εγω γυρισα κοιτώντας τον γερο κι αυτός γελουσε σιγά με το αθλιο χαμογελο του ανθρώπου που εχει ζήσει πολλα:
''ρε παιδί μου βγάζεις δαχτυλίδι;''
κανω πως δεν τον ακουω
''εκανες κάποτε περπατημα στην Λεβαδεια όταν η Λεβαδειακός ειχε κανει κάτι μεγάλο;''
σιγα σιγα μου βγηκε η ωρα από το μυαλο τότε, κοιταξα πριν δεκα χρόνια απο την εξεδρα του γηπεδου, ειχαμε κερδισει εκείνο τον ημιτελικο σαν νυχτερινο παραμυθι — ειχαν σβήσει τα φωτα προκλητικα σαν να ητανε εκνευρισμενα απο την κλεψια του ονείρου μας, στο τεταρτο, ημουν γυρω στους δεκαπεντε ετοιμος να ξεσπασω απο την ψυχωση ολοι μου οι φιλοι γυρναγαν απο πίσω σιγα σιγα εγω σα δρομος που γίνεται ποταμός αυτο δε γινότανε ετσι κι αλλιώς, εκεινο το δευτερολεπτο που η Λεβαδειακός έκανε το τελευταιο σουτ εγω ειδα τα γηρατικα φωτα σβηνουν σα να τους έκανε κεραυνοβολια η χαρα της ομάδας...
κι απο τότε ξέρω τι σημαίνει ''στην Λεβαδεια μια φορά κλάψαμε απο χαρά''
Σε κάνω γνώριο ρετσίνα μου!!! Κάτσε τώρα, σου λέω εγώ κάτι άλλη ιστορία τέτοιου βρόντού... Είναι εποχή Κύπελλο, εκεί που η μαμά Λεβαδειά στέκεται αναμμένη σαν το άγαλμα του Ελ Γκρέκο, εσύ να πας σπίτι σου για φαΐ κι εγώ, τι κάνω;;; Πάω στο γήπεδο νωρίς σαν τον τρελό γιατί ξέρω πως αυτή η ομάδα είναι σα τζόκερ — έχει όλα τ'άλλα στη συσκευασία!!
Κάθομαι πάνω στο δέντρο εκεί στη γωνία, κοντά στην γέφυρα, όλο αυτά τα ψιλοβεντάλια να φύσηξαν πάνω μου κάνουν την μπλούζα σα σακούλα λούμπρισμα, εσύ πίνει κρύο νερό από το σακίδιο σου κι εγώ μια σφηνίτσα κρύα στον πόντο για παρέα. Από εκεί πάνω βλέπω τον κόσμο να μαζεύεται σιγά σιγά σαν σβώλοι αράχνης που ξαπλώνει αργά στο γήπεδο. Οι αστυνομικοί στα πόδια τους σα ζόμπι, οι φωτογραφίες αναμνήσεων στους τοίχους σιγά σιγά αποκτούν κόκκινο φως σα σήματα SOS...
Και ξαφνικά!!! Τα φώτα σβήνουν σα να σου σβήνουν το κεράκι στο γάμο!! Σιγά σιγά το γήπεδο βουλιάζει στο σκοτάδι σα να έκανε η γη αερο! Και εγώ εκεί πάνω στο δέντρο σα φάντασμα από μάχη του Βιετνάμ, αρχίζω και τραγουδάω μόνος μου το κάλαντα της ομάδας σα τρελός — εσύ τότε μου φώναξες έτσι σαν μα τι κάνεις ρε κουτάλα!!! Κι εγώ σου λέω "σβήσε κι εσύ, φίλε μου, γιατί αυτή η νύχτα είναι δική τους..."
Και τότε!!! ΟΧΙ, ΡΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!!! Η Λεβαδειακός κάνει το σουτ στο 93'!!! Τα φώτα ανάβουν ΜΕΤΩΠΙΚΑ σαν τον ήλιο! Κι εγώ χάνω τον αέρα!!! Ο κόσμος όλος σηκώθηκε σα μπουζί!!!Τίποτα πια δεν υπήρχε γύρω μου, μόνο αυτός ο θόρυβος σα καταρράκτης, η οικογένεια μου κλάματα σα βρέφη στα χέρια, οι γεροί οι δικοί μας ξεσπούν σε "ΜΠΑΛΑ"!!!
Από τότε όταν κάποιος μου λέει πως είναι άδικο αυτό το ποδόσφαιρο, εγώ του γυρίζω αμέσως εικόνα — εκείνο το σκοτάδι, εκείνο το φως, εκείνη την κραυγή!!! Γιατί ξέρω τι είναι "Στη Λεβαδειά μια φορά κλάψαμε από χαρά"... 🔥💔💪
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
μωρέ πες μου κάτι... εσείς οι νέοι πότε θυμάστε τελευταία φορά πως σήμαινε ένα στάδιο σα σκοτεινή καρδιά πριν σβήσει κάποιος ενας σβήστης σαν λάθος; όχι σαν έτσι αστραπιαία που τ' αλλάζουν τώρα μετά τους δεκα λεπτά, αλλά σαν εκείνον τον άλλο καιρό που το έκαναν σκοπίμως σα να λες «τώρα θάβουμε το όνειρο, βρε παιδιά, ν' αρχίσει η κηδεία»;
γιατί εγώ εκείνο το βράδυ της επαναφοράς στο κύπελλο είχα πάει βόλτα στο κέντρο μετά την δουλειά μου σα γερός εργάτης, φορτώνοντας καλώδια σα τρελός στο φανάρι γιατί ο σακούλας στην πλάτη μου έκαιγε σα κινέζικο ψεύτικο φωτιστικό της πρωτοχρονιάς. γύριζα απο την Λιάκου κι έβγαινα στην πλατεία όταν η κουβέρτα του θερμαινόμενου αέρα έπεσε ξαφνικά σα να την έπιασε δυνατός αγέρας — μαύρο σκοτάδι καταβρόχθισε ένα σωρό οικοδομές σα σβόλος αίματος στον ουρανό. υπήρχε μια σιγή σα να είχαμε χάσει κάτι ζωτικό μαζί, η θάλασσα τόσο κρύα έτσι ξαφνικά...
κι ενώ στέκονταν όλοι σα αγάλματα δικοί μας κάνουν λόγο στην παρέα «φύγατε ρε γιατί το γήπεδο μπορεί να βουλιάξει!». εγώ όμως πήγα κάτω παρακάτω σιγά σιγά σα νυχτερίδα που ξυπνάει. μπήκα στο τελευταίο κατάστημα ανοιχτό εκεί στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, μόλις μια σφραγίδα ραδιενέργειας πάνω στην πόλη — εκείνος ο παντοπώλης ο γερο-Νίκος μου λέει «ρε Thanasi, τι γίνεται βρε παιδί μου;» κι εγώ «μάθε δουλειά, βρε Νίκο!», εκείνος γελάει σα να ξέρει κάτι που δεν ξέρω εγώ. κατέβαινα τις σκάλες προς την θάλασσα κι εκεί άρχισα ν' ακούω εκείνες τις φωνές σιγά σιγά σα θρήνος απο στόμα σιωπηλής μάνας.
και ξαφνικά!!! σαν τον εκκρεμό που σταματάει στις τρεις τα ξημερώματα, όλα στάθηκαν σα σβήνει η λυχνία της βάφλας — ήταν εκείνο το δευτερόλεπτο που τα γηρατειά φώτα στο Στάδιο ξεκίνησαν να σβήνουν σα όλες οι βεβαιότητες μιας νύχτας. μέσα σ' εκείνο το σκοτάδι όμως άρχισα ν' ακούω κάτι πιο ισχυρό απο οποιοδήποτε φως: ήταν η φωνή του φίλου μου που με φώναξε «ΘΑΝΑΣΗ, ΚΟΙΤΑ!!!» κι εκείνος ο ήχος, παιδιά μου... εκείνος ο ήχος ήταν σα πλημμύρα που σπάει φράγμα!
τότε είδα το πρώτο φως σαν σημάδι επί χάρτου — όχι σαν αυτό το γατούρ κοκκινοποίημα που κάνουν τώρα στα γήπεδα αμέσως μετά σα ηλεκτρική κιλοβάτ. ήταν εκείνο το μαγικό βλέμμα ενός προβολέα που έγειρε όλος ο κόσμος σα μια ομάδα στρατιωτών που βλέπει τον θεό, εκείνες οι κραυγές σα σειρήνα αεροπορίας, η οικογένεια μου πήδηξε σα ένα κοπάδι πουλιών πάνω στα πόδια μου τρέχοντας σαν τρελή!
κι εγώ εκεί σα κουτός στα είκοσι εφτά μου τότε, έκλαιγα σα μωρό κρατώντας την τσάντα μου του εργαστηρίου σα μπούμερανγκ στα χέρια μου — εκείνη την στιγμή κατάλαβα πως αυτά που λέμε «κλάψαμε απο χαρά» δεν είναι λόγια φτιαχτά από ποδοσφαιρόφιλους στο τσάτ. είναι η αλήθεια της Λεβαδειας, εκεί που μια νύχτα σβήσανε τα φώτα σα να σβήσανε όλα τα προηγούμενα λάθη κι η ομάδα μας έκανε αυτό το σουτ σα φίδι που ξυπνάει απο χειμερία νάρκη...
και τότε θυμήθηκα τι μου είχε πει ένας γερο-οργανοπαίκτης πριν χρόνια στο γλέντι των πενήντα του: «το ποδόσφαιρο δεν είναι νούμερα, είναι ψυχή που γράφεται στην πέτρα» — εκείνη την νύχτα η ψυχή γραφόταν στην καρδιά όλης της πόλης ενώ η ομάδα έκανε το σημαντικότερο γκολ της ιστορίας της. και εμείς εκεί σα κοινωνία που ξυπνάει ξαφνικά απο βαρεμάρα...
τώρα λένε πως είναι φθηνό αυτό το συναίσθημα, πως άλλαξαν οι εποχές. ας πούνε, εγώ στέκω ακόμα εκεί σα μνημείο εκείνης της νύχτας, κρατώντας την τσάντα μου σα σύμβολο πως η ζωή συνεχίζεται — αλλά εκείνο το σκοτάδι πριν το φως ήταν η μεγαλύτερη δόξα μας.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Μωρέ τότε έτσι ξεχνιόσουνα το晚饭 σου! Εγώ εκεί πάλι κρατώντας δυο μπουκάλες ρετσίνα στο χέρι σα φορτηγό ελκυστήρας — «ρε παιδιά, τελειώσαμε; γιατί θυμάμαι πως στην Λεβαδειά όχι μόνο κλάψαμε από χαρά, αλλά και ξεχάσαμε τη δουλειά μας την επόμενη μέρα!» 🤣🍿
Κι ο γερο-Νίκος στο μπακάλικο εκείνη τη νύχτα είχε πιάσει μια γκαρσονιέρα σα να ήταν η τελευταία του γιορτή — «σβήνουν τα φώτα ρε, βγάλαμε κι εγώ τη δική μου γκάφα!». Χαμούρα αυτή η ομάδα μας, τρέχα γαμώτο! 🔥