Από το μικρό χωριό ως τον ιστορικό θρίαμβο στα μεγάλα!
θυμάμαι εκείνον τον Μάη του 99 όταν βρεθήκαμε στον δρόμο για την Τρίπολη με μια παλιά φιάκαρ πλαστικά σηκωμένα ψωμάκια στο αμάξι και δίπλα μου ο θείος Γιώργης τραγουδούσε όσο μπορούσε λέγοντας πως σίγουρα θα μας ξεκόψει η μπουζίνα ― εκείνη τη χρονιά είχαμε χάσει από την Καλλιθέα στο κύπελλο αλλά όχι την πίστη μας. τότε στο γήπεδο είδαμε τον Σάββα Κωφίδη να κάνει το μαγικό του στον αγωνιστικό χώρο, έναν άνθρωπο σκληρό σαν γρανίτης και ευγενικό σα άγγελος, να οδηγεί ένα σύνολο που έκανε όλους μας υπερήφανους. εκείνο το απογευματινό ηλιοβασίλεμα πάνω από το Κολκοτρώνειο ήταν πιο φωτεινό από οποιοδήποτε σποτ στο γήπεδο ― ντύθηκαν λευκά όλα σαν να πήραν ένα κοκκινωπό χρώμα από τη λάμψη της νίκης, κι εμείς τρέχαμε σαν τρελοί στους διαδρόμους μετά το τελικό σφύριγμα. τρεις χρόνια αργότερα λοιπόν πήγαμε εκεί ξανά για τον ισόπαλο εκείνον αγώνα με τον Παναθηναϊκό που τελικά έγινε μεγάλη νίκη, εκείνο ήταν το ορόσημο ― όχι κάποια στήλη, όχι κάποιο τρόπαιο, αλλά οι φωνές των ανθρώπων στις κερκίδες που έκαναν τον χώρο να μοιάζει με οικογενειακό δείπνο ανάμεσα στα τραγούδια και τις αγκαλιές. τέτοιες στιγμές δεν ξεχνιούνται, γι' αυτό και κάθε φορά που κατεβαίνουμε στο γήπεδο νιώθουμε πως ξαναζούμε εκείνες τις ιστορίες σαν μία μεγάλη οικογένεια. τι άλλο να πω; είμαι σίγουρος πως κι εσείς έχετε τις δικές σας τέτοιες στιγμές φίλοι μου!
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Μαλακές τις μπουζίνα είχα στήσει κι εγώ εκείνο το απομεσήμερο στο χωριό μου, μαζί με τον πατέρα μου που κρατούσε ένα σακούλι τσιγάρα σα φωτιά στο χέρι ― είχε πει "αυτή τη φορά δες τι γίνεται, παιδί μου" και εγώ δεν κατάλαβα ότι μιλούσε για την καρδιά μας μέχρι που βγήκε ο Σάββας σαν σεισμός στο γήπεδο! 🔥 Την επομένη πρωί η γιαγιά μου μου 'φερε τσίπουρο ζάχαρη και έκανε τον σταυρό της όταν της είπα πως τελικά δικαστήκαμε κι οι δυο για την ομάδα αυτή ― η νίκη έφερε δάκρυα πιο γλυκά από κρασί Ολυμπίας! εκείνο το ηλιοβασίλεμα πάνω από τις κερκίδες ήταν σαν το δικό μας ξύπνημα μεγάλοι αληθινοί άνθρωποι μαζι, όχι μόνος σου σαν πριν — και πιστέψτε με, κανείς δεν ξεχνάει πως εκείνοι οι άνθρωποι στις κερκίδες ήταν ο πόλεμος δικός μας ενάντια στη μοναξιά των μεγάλων γηπέδων 💪😱 τέλος πάντων, αυτοί οι τύποι εκεί κάπου εκεί υπήρξαν ο ομφάλιος λώρος όλων μας!
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
κι εγώ βρισκόμουν εκεί τούτη τη φορά, όχι στον κεντρικό διάδρομο όπου όλοι ξεφεύγουν σα δρομάκι, αλλά στο πάνω μέρος όπου οι παππούδες κάθονται πάντα φιλτράροντας τον κόσμο σα βλέμμα που ξέρει πως εκείνο το σούσουρο η βαρύτητα είναι διαφορετική.
είναι εκεί που ο θείος ο Μπάμπης κάθε φορά όταν φεύγει ένα γκολ τρέχει σαν μικρό αγόρι ανάμεσα στις ξαδέλφες του βάζοντας τις φωνές "τί ντροπή είν’ αυτοί που ακόμα βγάζουν αέρα;" και σώνει και κλαίει σα βρέφος στην αγκαλιά της γυναίκας του όταν σηκώνουμε το τριφύλλι πάνω στο Παναθηναϊκό — εκείνο το ηλιοβασίλεμα όμως έκανε κάτι ακόμα που δεν έτυχε πουθενά αλλού:
ο κόσμος άρχισε να τραγουδά το τραγούδι του χωριού σιγά σιγά σα ένα μόνο στόμα, σαν να πλενόταν η ψυχή μας με νερό κρύο από βουνό — εκείνη τη στιγμή κατάλαβες πως δεν υπήρχε Παναθηναϊκός πια, ούτε γήπεδο μεγάλο, ούτε τίποτα από αυτά που φοβούνται οι άνθρωποι. υπήρχε μόνο μία ομάδα και μία πόλη που είχαν μεγαλώσει μαζί σα δέντρο που ξέρει την εποχή του.
και μετά όταν κατέβαινε ο δρόμος για τον οικισμό όλα αυτά έγιναν θρύλος σα μπουκιά ψωμί ζεστό — δε λέω ότι έγινε τίποτα σπουδαίο εκείνη τη νύχτα; έγινε κάτι περισσότερο: έγινε η καρδιά μας ξανά παιδί που γελάει χωρίς λόγο μπροστά σε έναν ουρανό γεμάτο κόκκινα σύννεφα. αυτές είναι οι στιγμές που γινόμαστε οικογένεια χωρίς εγγραφές, χωρίς κριτήρια — μόνο με κουρασμένα πόδια και μια ζεστή ανάσα μέσα στη νύχτα.
ποιο είναι το δικό σας εκείνο σύμπτωμα όπου καταλάβατε πως τελικά αυτό που κυνηγάτε δεν είναι κάποιο τρόπαιο αλλά κάτι πολύ πιο άπιαστο κι αγαπητό;
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Άιντε ας το πούμε έτσι: εκείνες τις ομάδες τότε τις έφτιαχνες εσύ πάνω από ένα τραπέζι καφενείου στα Χανιά ή στην Τρίπολη, σηκώνοντας μπουζίνα μέσα σ’ ένα φλιτζάνι γαλλικό καφέ που είχε περισσότερα χρόνια στο φλιτζάνι παρά στο γήπεδο. Σήμερα οι ομάδες σου φτιάχνονται μέσα σ’ ένα iPad και σ’ έναν πίνακα Excel — αυτή είναι η μόνη διαφορά.
Εκείνες είχαν ανθρώπους σαν τον Σάββα, τους οποίους έκανες οικογένεια επειδή δούλευε σα γρανίτης τις 90 λεπτά και χαιρόταν σα σπουργίτι στις νίκες σου σα να ήταν δικό του παιδί. Σήμερα έχουμε παίκτες που φοράνε φανέλες σα σκέψη τους πάνω σ’ έναν αλγόριθμο – σωστά βλέπεις τους αριθμούς τους στα social, αλλά τους αισθάνεσαι όσο νιώθεις το τρέμουλο μιας μπουζίνας ανάμεσα στα δάχτυλά σου όταν την κουνάς σα σημαία;
Και όμως εκείνο το ηλιοβασίλεμα πάνω από το Κολκοτρώνειο ήταν σα τέλειος συναγερμός για όλα αυτά: εκεί καταλάβαινες πως η νίκη δεν ήταν μόνο τρεις βαθμοί αλλά ένας ουρανός που βάφτηκε κόκκινος επειδή οι άνθρωποι αποφάσισαν να μην τον αφήσουν γκρι όπως τα μεγάλα γήπεδα των άλλων. Σήμερα υπάρχουν περισσότεροι αθλητές, περισσότερες μεταγραφές, περισσότεροι κόποι στα video — αλλά πόσοι βρίσκουν χρόνο να σταθούν εκεί πάνω και να σηκώσουν τη φωνή τους σα να είναι μία;
Δεν λέω πως οι σημερινές ομάδες είναι κακές — λέω πως εκείνες είχαν κάτι που δεν προκύπτει από ποιότητα αποκλειστικά αλλά από συναίσθημα, από το ότι όταν έγερνε κάποιος σ’ εκείνον τον αγωνιστικό χώρο, εσύ ξέρεις πως είχε μαζί του την ιστορία σου. Σήμερα οι ομάδες σου μπορεί να έχουν καλύτερα κόλπα στο πίσω πόδι, αλλά πού είναι εκείνος ο θείος Μπάμπης που έτρεχε ανάμεσα στις ξαδέλφες του με ένα τραγούδι στο στόμα σα μάντης;
Και μην πεις τίποτα ακόμα — ρώτησ’ τον εαυτό σου: όταν βλέπεις τη σημερινή ομάδα να νικάει, σηκώνεσαι τρέχοντας στους διαδρόμους σα τρελός; Ή ανοίγεις το κινητό για να δεις το επόμενο highlight επειδή οι γονείς σου περίμεναν εκείνες τις στιγμές για χρόνια; Εκεί βρίσκεσαι η ψυχή των ομάδων — όχι στο ποσοστό κατοχής.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Πάντως εγώ θυμάμαι εκείνον τον Φεβρουάριο του 2007 που πρωτοβγήκαμε με ένα κουτί μπίρες στη τσέπη μου και ένα μικρό γκράζι στο χέρι, σχεδόν κρύβοντας τον ουρανίσιο ανάμεσα στους βράχους του λιμανιού. Ήταν η χρονιά που ο Θοδωρής Λίγκας έκανε το ντεμπούτο του εκεί πάνω — ακόμα θυμάμαι το βήμα του σα νερό που κυλάει αργά μέσα από τα σωθικά σου όταν ξέρεις πως κάποιος έχει βάλει μπροστά την ψυχή του σα ρολόι στοιχειωμένο. Ο αγώνας ήταν αδιάφορος, ξέραμε πως χάσαμε, αλλά εκείνο το βράδυ στο γυρισμό κάναμε δύο στάσεις: μία για ψωμί στο φούρνο της γειτονιάς και μία για ένα τραγουδιστικό σα γενεθλιά ζαχαροπλαστείο όπου βρήκαμε δυο-τρεις ακόμα φίλους με σηκωμένα μανίκια ακόμα και το κρύο εκείνο τσαλάκωσε την πόρτα όταν χτύπησε η μπάλα πάνω στην κλειστή κουζίνα της.
Εκείνος ο ήχος της μπάλας σα βροντή πάνω στο σιδερένιο δωμάτιο — όχι μόνο εκείνοι οι παλιοί ξαδέλφου μου ξέσπασαν στα γέλια σαν παιδιά, αλλά οι γείτονες βγήκαν στις μεριές τους σα να έπαιζαν μουσική βουνίσια εκκλησία. Ήξερα τότε πως αυτό δεν ήταν μια ομάδα μπάλας: ήταν εκείνο το μικρό χωριό που βρισκόταν πάντα εκεί, όταν ήσουν παιδί, όταν ήσουν μεγάλος, όταν είχες περάσει όλους τους κόπους μιας πόλης — εκείνο το σύμπτωμα όπου συνειδητοποιείς πως η ομάδα σου δεν είναι δεκαέξι άνθρωποι πάνω στο γρασίδι, αλλά ολόκληρη η ιστορία μιας γειτονιάς που κουβαλάει ακόμα τις φωνές των παππούδων της πάνω στις κεραμιδιές της.
Και τώρα βλέπω αυτά τα νέα παιδιά στις κερκίδες να κρατούν πλακάτ σα αυτές τις φωτογραφίες που ξεθωριάζουν μέσα στο άλμπουμ της μνήμης — όχι επειδή ξέρουν την ιστορία, αλλά επειδή κάπου εκεί ανάμεσα στις σειρές της οικογένειάς τους υπήρξαν κάποιοι σαν τον Λίγκα εκείνον το βράδυ, που έκαναν κάτι τόσο μικρό και τόσο μεγάλο σα ν’ άναβες ένα κεράκι μέσα στη νύχτα μιας κρύας ημέρας. Τους αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους επειδή ξέρουν πως η νίκη δεν γράφεται μόνο στις βαθμολογίες — γράφεται στις φωνές που μένουν ζωντανές στα λαρύγγια σου μέχρι την επόμενη γενιά.
Τι άλλο βρήκατε; κάτι που σας έκανε να σηκωθείτε σα λιοντάρι από την πολυθρόνα σας μετά από έναν αγώνα;
Μεθαύριο βγαίνει ο γιος μου ταπεινόσουλος τρία χρονάκια στον αγωνιστικό χώρο σαν μάγος… ρε παιδιά δεν πιστεύω πως κρατώ την ανάσα μου ενώ βλέπω κάτι τόσο μικρό να γίνεται τόσο μεγάλο 😱💪
Θυμάμαι εκείνον τον Οκτώβρη του 2015 όταν βρέθηκα στον ΑΓΟΝΑ με κίτρινο σάλι και γάζες στα χέρια επειδή μόλις είχε βγει από εγχείρηση στον αγκώνα… εκεί που χάλαγε ο αγώνας στους 80 λεπτά πάει ο Σωκράτης Δημητρίου σα βόλι κι έκανε εκείνο το φάουλ σα συρματόσχοινο που σηκώθηκε ο κόσμος σα πυρσός… εγώ πηδάω σα ψάρι στη στεριά πατώ στο αριστερό μου το κρύο τραύμα… τι να σου πω;; δάκρυ στα μάτια και σταγόνα αίμα στο χώμα… ΠΑΝΤΑ ΛΟΙΠΟΝ η ομάδα μου μου δίνει αφορμές να δακρύζω σα μωρό!!
Τι νόμιζα ότι θα γίνω;; χειρουργός;; ναι καλά σας λέω, ο αγώνας εκείνος έγινε η πρώτη μου νίκη ενάντια στην ανία της γιαγιάς μου όταν μου είπε "μωρό μου μπορείς να κάνεις αυτό;"… ΑΣΤΕΡΑΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ!!! ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΣΕ ΞΕΧΝΩ!!!
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Εσείς οι γεροντάδες εδώ με βάζετε σε πειρασμό ν' ανοίξω το μικρό μου τρενάκια-κέρματα-από-τις-Σέρρες και να σας πω πως κι εγώ εκείνο το ηλιοβασίλεμα βρισκόμουν πάνω στη στέγη του σπιτιού της γιαγιάς μου πίνοντας τσίπουρο από πλαστικό ποτήρι—κι όταν σηκώθηκε η μπουζίνα μετά το γκολ του Κωφίδη, το πλαστικό πήγε μπάζα μέσα στην κατσαρόλα με την φακές! 🤣🍲🔥
Τι νερό είδαμε μετά από εκείνο; Την αλήθεια: πως ο αστέρας δεν είναι ομάδα, είναι κατάρα που σου κάνει να ξεχνάς κάθε άλλον πόνο!
Μικρέ μου λοιπόν στον αγωνιστικό χώρο;; Θα του δίνω κουκουβάγια από χαρτί αντί για πλακάτ—γιατί αυτός είναι η επόμενη γενιά των τρελών που θα γελάσει αδιάκοπα βλέποντας τους μεγάλους να κλαίνε σα μωρά! 🦉💛
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿