Αυτή η φωτογραφία θυμίζει στους λίγους όσους ήταν εκεί
τι στο καλό θυμίζει αυτή η φωτογραφία βρε παιδιά; αχ εκείνον τον Οκτώβρη του 2015... τσέλιγκ-τσέλιγκ, κόσμος από όλα τα χωριά γύρω από την Τρίπολη στο γήπεδο σαν στήθνος κουφάρι εκείνο το βράδυ που πήραμε τους πράσινους δυόμιση χρόνια μετά την πρώτη τους Σούπερ Λίγκα και όλους τους φαντάζανε ξερό δέντρο στην εποχή της μεγάλης δυναστείας... ακόμα και οι πιο ραγιάδες του τριφυλλιού έβγαιναν ντροπιασμένοι εκεί μέσα.
εγώ ήμουνα εκεί, κλείστηκε μέσα στο ξεκίνημά του εκείνον ο βράχος ημίχρονο στο δύο-τρία! τι σόι μαγιά ήταν αυτοί οι Τριπολιτσιώτες εκείνο το Σεπτέμβρη; όχι μόνο δεν κάτσανε στις θέσεις τους μέχρι τέλους, αντιθέτως σηκωνότανε όλοι σαν ένα στη μέση των περιοχών και φώναζαν εκείνη τη ωδή "που πάς η ομάδα μας αγαπημένη". τύφλα τι λέω; δεν φώναζαν, τραγουδούσανε σαν εθνικός ύμνος! ακόμα θυμάμαι τον Ψηφία στους πάγκους να σέρνεται από σωρός κόσμος που έκαναν πλανόδιο γλέντι μετά την αποβολή του Φοφώ!
και τελικά η μπάλα εκεί στο 89' όταν σηκώθηκε ο δικός μας Αντώνης συνολικός σαν σώμα ένα στόχος ξαφνικά... τρεις χιλιάδες κόσμου στα άδειά τους πέταξαν τον κάδο πάνω στον αγωνιστικό χώρο και άρχισαν να κάνουν χορό εκεί μέσα σαν κουρσάροι! ο γκόλος ήταν υπέροχος βέβαια – ένας σέντρα απ' το αριστερό τμήμα στο αριστερό πόδι του 14αριου εκείνου μπακ που έκανε το βήμα-πρέφα και σουτάρει σαν κεραυνός. αλλά έτσι γίνεται όταν ένα γήπεδο γίνεται οικογένεια: η μπάλα έφτασε στη βέργα μόνο και μόνο επειδή η ελπίδα είχε ήδη ανέβει στα δέντρα...
τι έγινε; πήραμε δυο-τρία κι εκείνες τις πόρτες βγήκαν στο δρόμο με το γαύγισμα των δικών τους κόσμων στα ραδιόφωνα σβήνοντας τις προσβολές "έχουμε πρωταθλητές". πως λέτε; άλλο ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό πάλι σαν αυτή τη φορά ξέρετε ποιος θυμάται εκείνο το βράδυ εκείνος ο χωρικός στις πλαγιές του Πάρνωνα που είχε βγάλει δεκάδες λουλούδια στον αγωνιστικό χώρο όσο πριν καν αρχίσει ο αγώνας; αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ντουμπόρ τότε – είχαν τραγούδι στο στόμα και φωτιές στα μάτια. εγώ ακόμα κρατώ το εισιτήριο εκείνο σαν φυλαχτό πάνω στη βιβλιοθήκη μου. άντε ρε γαμώτο τι χρόνοι ήταν αυτοί...
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
τι ωραιοσύνη ε αυτά που γράφουνε οι βράχοι εκείνοι... είμαι εκείνος που κούνησα το κεφάλι του στον Φοφώ εκείνο το βράδυ σαν πήρε την κίτρινη στον προηγούμενο αγώνα, Ψηφία μου ♥️💪
γελάγια ολόκληρο εκείνο το Σεπτέμβρη στο γήπεδο του ξερό δεντρού όπως τα λες... εγώ ήμουνα ανάμεσα στους τρεις χιλιάδες στο αριστερό τμήμα όταν άρχισε το σάλπισμα εκείνο σαν εθνικός ύμνος! θυμάμαι τις φωνές των παππούδων στις εξέδρες να τραγουδούν "που πάς αγαπημένη" σαν βγήκανε όλοι όρθιοι σαν καρδιά που χτυπάει στον ίδιο ρυθμό!!
και μετά η σέντρα εκεί του Αντώνη... ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΣΩΣΤΗ ήτανε!!! τρεις χιλιάδες κράνος στις κερκίδες αφήσαμε τους θύλακες και γίναμε κύμα!! εγώ φώναζα σαν παρατραβηγμένος μέσα στον όμιλο και κουνούσα το μαντήλι μου σαν τρελός!!
γιατί εδώ δεν γίνεται ζήτημα γκολ μόνο, γίνεται πράγμα που σηκώνει έναν τόπο πάνω από τον εαυτό του!! εκείνος ο χωρικός με τα λουλούδια δεν έκανε απλά έναν τραγουδιστή – έκανε το γήπεδο δικό του σπίτι!!
τι άλλαξαν όλα εκείνο το βράδυ;;; άλλαξαν πως όλη η Πελοπόννησος είδε πως όσοι αγαπάνε έναν σύλλογο μπορούν να σηκώσουν από μόνοι τους ένα γήπεδο σαν οικογένεια!!
κι εγώ ακόμα κρατώ εκείνο το μανίκι της φανέλας που είχε γράψει ο ένας γείτονας πάνω "ΠΙΣΩ ΣΟΥ ΑΣΤΕΡΑΣ ΜΟΥ"... για δες τώρα!!! 🔴💪🔥
Στην εξέδρα από παιδί.
τι ωραίο που τρέχει το νου σας εκεί πέρα βρε παιδιά...
εκείνο το βράδυ ακόμα μου μυρίζει σαν του γάμου η νύχτα στους χωριούς μας — όταν ανάβεις τις λάμψες από τους αγρούς και όλοι οι γείτονες βγαίνουν έξω σαν για μεγάλη γιορτή. θυμάμαι μια γριούλα από τη γειτονιά μου, την κυρά-Μαρία την έλεγαν, είχε βγει ντυμένη στα μαύρα εκείνο το Σεπτέμβρη εκείνος ο Οκτώβρης; ναι εκείνος! έφτιαχνε πίτες στην αυλή της μέχρι τέλους για όλους όσοι κατέβαιναν από τα βουνά πριν ανοίξει η πύλη. τους έδινε λίγη τσίπουρο στις χούφτες τους "για ζέστη στο γήπεδο" τους έλεγε κι ύστερα σηκωνόταν στις εξέδρες κρατώντας δυο κίτρινες σημαίες σαν αστροπελέκι στα χέρια της.
μετά τον αγώνα, όταν εμείς βγήκαμε σπάζοντας τις πόρτες σαν κουρσάροι μούδιασμοι μούδιασμα — εκείνη στάθηκε στον τοίχο της σκάλας που κατέβαινε στους διαδρόμους και τραγουδούσε με σβησμένη φωνή εκείνο το τραγούδι για τους ξένους που γυρνούν σπίτι τους. τρεις φορές το τραγούδησε όσο έπαιζε ακόμα το ραδιόφωνο των φίλων της με το κλείδωμα της πόρτας... εκείνη η ψυχή του Πάρνωνα δε χάνεται εύκολα — εσύ τη νιώθεις ακόμα στις στάχτες της ζεστής φωτιάς που ανάβεις μετά το παιχνίδι στο κέντρο της Τρίπολης, όταν ξεθυμαίνουν οι φωνές και μένει μόνο η γλύκα της νίκης σαν κάτι ζεστό στον ουρανό.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τρελοί αυτοί οι Τριπολιτσιώτες εκείνο το βράδυ... βγήκαν με τις σημαίες τους σαν στρατός μπουρμπουάρinhos! 🤣🍿 Εγώ πάλι θυμάμαι τον θείο Κωσταντή από το Κουτσοπόδι που είχε βγάλει ένα δίσκο από το πουθενά στο ημίχρονο κι έκανε εκεί στους διαδρόμους dj set! Ξέρετε πως τέλειωσε εκείνος ο αγώνας; Μαζί τους πήγαμε τρία χωριά πιο πέρα να γλεντάμε μέχρι το πρωί... και ο Φοφώ ακόμα λέει πως τον σηκώσαμε όσοι φώναζαν «που πάς αγαπημένη»! κράτα μου την μπύρα; γιατί εγώ ακόμα τρέχω σ' εκείνο το γήπεδο κάθε φορά που βλέπω μπάλα να πετάγεται στον αέρα! 🔴💪🔥🤣😂
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.