Όταν η ψυχή της πόλης βρυχάστηκε στο γήπεδο για πρώτη φορά
τι περιμένεις νά σου πω τώρα ρε παιδί μου; εκείνη την βραδιά που φορέσαμε όλοι τα πορτοκαλί για πρώτη φορά στη ζωή μας σαν τρελοί, λες;
Θυμάμαι σαν σήμερα... ήταν ένας Οκτώβρης με ψιλοκρύο, εκεί που ο αέρας από τον κόλπο του Τριπόλεως μυρίζει σίγουρα λιγότερο μπουγάδα απού τους υπόγειους της Αθήνας, και ξαφνικά μπαίνουμε όλοι μαζί στο στάδιο σα να πήγαμε γλέντι. Και νά που βρισκόμαστε μέσα σ' ένα γήπεδο άδειο ακόμη, μισότεχνο ακόμη, εκεί που ακόμα μύριζε μπογιά και σκόνη, αλλά τσάμπα — η ψυχή της πόλης είχε ήδη μπει μέσα σα ζεστή αύρα.
Γιατί ξέρεις τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα; Την προηγούμενη είχαν τελειώσει οι εργασίες στον πρώτο κυρίως σουτ, εκείνο το θλιβερό δαχτυλίδι σιδερόσκαλων που είχαν βάλει γύρω-γύρω για νά είναι κάποιο στάδιο έστω. Και εμείς σαν γκούστερ που ξυπνήσανε πρώτη φορά σχεδόν — ντύνομαι ρούχα πορτοκαλί που είχαν περάσει γενεές απού συγγενείς μου στο στρατό, έκανα ντους δώδεκα φορές νά βγάλω όλη την αηδία απού την ΑΕΚ εκείνης της εποχής, φόραγα μπουφάν τριάντα χρονών φτιαγμένο απού δέρμα αγελάδας (λέει) και έκανα λόξυγκα στ' αυτοκίνητο γιατί είχα πιεί έναν καφέ δυνατό ως απόκριση στας εντάξει συμμορίες τις ΕΠΟ.
Μπαίνουμε λοιπόν μέσα — εγώ κρατώντας ένα πολύτιμο μπουκάλι τσίπουρο κρυμμένο κάτω απού το παλτό μου σα βαρκαρόλας στας γιορτές — και μπαίνουμε στας κερκίδες εκεί που καθότανε ακόμα μια κουζίνα βγαλμένη απού ταινία εποχής '70: σιδερένια κάθισματα βγαλμένα απού κάτι τρένα που βγήκαν απού κυκλοφορία πριν είκοσι χρόνια, μια πλατφόρμα ξύλινη εκεί όπου είχαν βάλει τους κινηματογράφους πριν δεκαπέντε χρόνια όταν κάποιος είχε κάποιαν ιδέα, και πάνω από όλα αυτό το κουτί του σκόρβιζανε σταν όλα γύρω τους σα να ήτανε το νουmero uno γήπεδο στη Γερμανία.
Και ξαφνικά... σιγά-σιγά άρχισαν νά έρχονται οι άλλοι. Όχι σα παραλία Αυγούστου· σα οικογένεια που γύριζε απού κηδεία στου χωριού. Μία γυναίκα φορώντας μαντίλα πορτοκαλί στους αγώναδες βγαλμένη απού κάποιαν κουβέρτα βγαλμένη απού Γαλλία είχε φτιάξει μπήλιο ειδικά γι' αυτή την περίσταση. Ένας γέρος με μουστάκι μέχρι τις ρυτίδες κρατώντας πλακάτ "ΑΣΤΕΡΑΣ 1930-ΤΡΙΠΟΛΗ" γραμμένο με κιμωλία. Πέντε παιδιά δεκατριώ χρονών κρατώντας κίτρινες σημαίες απού κάποιον αγώνα του Euro της προηγούμενης χρονιάς που είχαν κάνει δίχτυ για κηρομπογιά.
Και κάπου εκεί μπήκε και η πρώτη ομάδα μπάλας μέσα από την σήραγγα εκείνη που μυρίζει ακόμη γήπεδο νταβάνια σα σχολείο παλιάς εποχής. Δεν είχανε καν φορέσει πολλά χρώματα ακόμη — είχανε ακόμη τις κίτρινες φόρμες των προπονητών απού τον Πανηλειακό χρόνια πριν όταν τους είχαν κλέψει τον πρωταθλητή. Αλλά όσοι ήμασταν εκεί μέσα νιώθαμε πως κάτι μεγάλον είχε αρχίσει.
Και τότε άρχισαν οι φωνές. Από εκείνο το ηχείο τσουκνίδα βγαλμένο απού στρατό, εκείνο που αργότερα έγινε η βιτρίνα όλων των επιτυχιών — τότε ακόμη είχε μόνο μία κόρνα απού σχολή μουσικής χαμένη κάπου στας Πατησίων. Αλλά αυτοί οι ελάχιστοι ήχοι έφταναν για νά κάνουν όλους νά τραγουδήσουν σα μιά ομάδα.
Κι όταν έκαναν την εμφάνιση των παικτών — εκείνος ο Τάσης που είχε μεγαλώσει στας γειτονιά μου σαν γιος μου, εκείνος ο σέντερ φορτερ φτιαγμένος απού ατσάλι, εκείνος ο τερματοφύλακας που έκανε τρία γκολ στας φιλικά πρωταθλήματος εκείνης της χρονιάς επειδή είχε φάει βεβαίως λίγο τσίπουρο πριν — τότε κατάλαβα πως αυτή δεν ήταν μία ομάδα πιά. Ήταν μία πόλη που ξυπνούσε.
Και νά πως τελειώνει η ιστορία μου σα λόγια μεγάλης σημασίας που λέγαμε όταν ήμασταν μικροί: εκείνοι οι ελάχιστοι που πήγαν εκείνη την ημέρα ξέρουμε πως εμείς φέραμε την ψυχή εκεί μέσα. Κι όταν αργότερα ξεκίνησαν νά κάνουν τέρματα στο γήπεδο εκείνο όχι γιατί είχαν ικανότητες μεγαλύτερες απού όλους αλλα επειδή είχαν βρει ανθρώπους στας κερκίδες νά τραγουδούν το όνομά τους όσο τραγουδούσανε τις μανάδες τους... τότε είδαμε πως η Αστέρας είχε γίνει κάτι μεγαλύτερο απού club.
Τέλος πάντως, θα δούμε...
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
τι περιμένεις νά σου πω τώρα ρε παιδί μου; εκείνη την βραδιά που φορέσαμε όλοι τα πορτοκαλί για πρώτη φορά στη ζωή μας σαν τρελοί, λες;
Θυμάμαι σαν σήμερα... ήταν ένας Οκτώβρης με ψιλοκρύο, εκεί που ο αέρας από τον κόλπ…
@Fotis_PAO ρε τι να σου πω τώρα ρε;;;
Εκείνο το σπίτι μου στον Ωραιόκαστρο είχε μια κουβέρτα πορτοκαλί απού την εθνική για τον αγώνα του Euro κάπου στο 2002, έπεφτε συνέχεια γιατί ήταν σα γάζα απού του ΑΣΕΠ 😂🔥 και εκείνο το βράδυ τη φορέσαμε σαν πανοπλία πριν καν ανέβουμε στο λόφο για το γήπεδο! Τόσο κρύο είχε εκεί πάνω που οι πνεύμονες έκλειναν σα φτερά σκόνης.
ΑΛΛΑ εμένα εκείνο που με ΣΟΚΑΡΕ πιο πολύ ήταν εκείνος ο βράχος πάνω στις κερκίδες δεξιά που είχαν φτιάξει οι υποστηρικτές εκείνες τις πρώτες μέρες σα σκαλοπάτι αρχαίου θεάτρου κι ανέβαινες σα νά 'σουν ο Βασιλιάς Ληρ! Κάπου εκεί κατάλαβες πως δεν πήγαινες εκεί για μια μπάλα αλλά για κάτι πιο μεγάλο — σα νά φορτώσανε το γήπεδο πάνω σου σα σιδηροδρομικό δίκτυο απού ιστορία!
Κι όταν χτύπησε η κόρνα εκείνη σα φωνή του θείου σου στη γιορτή όταν ρίχνει το πρώτο βαρέλι κρασί... τότε όλοι ξέραμε πως πια δεν υπήρχε γυρισμός!! 🔴💛
Στην εξέδρα από παιδί.
ΡΕ ΦΩΤΗ ρε μεγάλε μου!!! εμένα εκείνη την ημέρα μου έκανε σπυρίθρες η καρδιά μου σα να ήμουν πέντε χρονών ξανά και περίμενα τον Αστέρα στο γήπεδο σα να ήτανε ο Άγιος Βασίλης🔥💪😱
πήγαινα ακόμα γυμνάσιο εκείνες τις μέρες, έκανα κρύο στην πλατεία Μαβίλης σηκώνοντας ένα φαρδύ πουλόβερ του παππού μου σα ρόμπα του ιππότη ενώ οι γονείς μου σκανάροντανε "τι σκάει τώρα ρε αυτό;" γιατί εγώ έπρεπε να φορέσω άσπρο και πορτοκαλί σα μπουφάν πολεμιστή μίας ταινίας action🤬 το αυτοκίνητο τράνταζε κάθε δυο λεπτά απο τον λόξυγκα απο τον χορό τριάντα χιλιοστά πριν φύγουμε απο τον σύλλογο
και όταν μπήκαμε μέσα στο γήπεδο εκείνο... ΑΜΕΣΟΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΓΕΝΝΗΣΙΑΣ🔴 παρ'ολίγον να ξεσπάσει όλο το αίμα απο τις φλέβες μου στα βήματα εκείνης της ξύλινης σκάλας... ανέβαινες σα νά 'σουν στη σκηνή ενός συναυλίας των Rolling Stones μέσα σε έναν προβολέα σκόνης ενώ γύρω σου μόνον οι σιδεροκάγκελα κρατούσαν ακόμα την πόλη στέκονταν σαν ιμάντες γύρω απο την ψυχή της Τρίπολης
και τότε... όταν εμφανίστηκε η ομάδα μέσα από εκείνη την τρύπα απο τη σήραγγα... έγώ κράταγα κρυμμένη κάτω απο τη ζακέτα μου μια σημαία τσακισμένη απο τη γιαγιά μου γραμμένη "ΑΣΤΕΡΑΣ ΠΟΤΕ ΑΣΧΗΜΑ" σα φυλαχτό... και όταν σήκωσαν τα κεφάλια οι παίκτες εκείνοι ψηλοί σαν δέντρα στας πλαγιές του Ταΰγετου... εκείνο το γκολκικ κράταγα σα μικρό αντίδωρο μιας μάχης παλικαριών
και όταν άρχισε να τραγουδάει η κερκίδα... όχι σα συμμορία απο κρεμάλες... σα οικογένεια που γιορτάζει τον γάμο της μοναχοκόρης... τότε κατάλαβα πως δεν ήμουν πιά μαθητής... ήμουν ο ουρανός αυτής της πόλης που βρυχότανε επιτέλους μέσα στο στάδιο
Στην εξέδρα από παιδί.
τι λες πάλι εκείνος ο Οκτώβρης δεν ήταν μόνο κρύος αέρας και ξύλινα σκαλιά, ρε παιδιά...
θυμάμαι σα σήμερα πως όταν εκείνο το πρώτο γκολ πέτυχε ο Δημητρίου εκείνος ο σέντερ φορ ήταν σα σημάδι απο τον ουρανό στας κεφάλια μας... ήταν κάτι σα νά είχε γίνει χθες το πρωί η γέννησή του εκείνος ο τύπος, σα νά του είχαν δώσει ζωή αυτοί οι πορτοκαλί ουρανοί πάνω απο την κεντρική κερκίδα εκείνες τις πρώτες βραδιές...
και ξαφνικά νιώθαμε όλους σα γονείς που ακούνε το πρώτο βήμα του μωρού τους να πατάει γερό πάνω στον κόσμο... σα νά μιλούσε η ίδια η πόλη μέσα από εκείνον τον έναν συμπαγή ήχο της μπάλας στο τέρμα...
μπορεί σήμερα να φαίνονται όλα φυσιολογικά αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωθα σα να κρατούσα στα χέρια μου τη γη ολόκληρη από κάτω ως να μην είχε βγάλει άλλα πόδια ο Αστέρας εκείνη την εποχή...
σαν νά 'τανε το ίδιο το γήπεδο που έτρεξε μόνον του μέχρι εκείνο το γκολ σα φίδι που ξυπνάει... κι όταν είδα τον κόσμο ολόκληρο πάνω στα σιδεροκάγκελα να σηκώνεται σα μιά σημαία πορτοκαλί από μόνος του... τότε κατάλαβα πως δεν ήταν απλά ένας αγώνας...
ήταν η πόλη εκείνη την ώρα που κράταγε την μπάλα σαν δικό της παιδί...
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Μα πάει ρε τρία χρόνια μέχρι νά ξεκολλάσει η ΑΕΚ απού το στρώμα του καφέ μου εκείνο το πρωινό! Την προηγούμενη βραδιά είχα φορέσει το παλτό του 93 — αυτό μπουκιά-μπουκιά σα φούστα της θείας μου όταν πήγαινε στου γάμου της — και κατέβαινα την πλατεία Μαβίλης κρατώντας το τσίπουρο σα βάπτισμα· νά μια αίσθηση που λες! Μπαίνω μέσα, σηκώνω το κεφάλι μου νά δω τη σήραγγα εκείνη σα μάτι τυφλού δράκου, κι εκείνοι οι πρώτοι ήταν σα τ’ οπλά των τριών Πεθανόπουλων — καταχωνιασμένα, αλλά όλοι ξέραμε πως κάποια στιγμή θ’ ανάβουνε φωτιά. Την ίδια στιγμή ο Γαβρός εκεί επάνω έκανε σα δεκαετής που είδε τον Άγιο Βασίλη στου σαλονιού του — άλλος ένας που ήξερε πως αυτή η ομάδα δεν είναι μόνο δεκαέντε παίκτες πάνω σ’ ένα χορτάρι!
Κι όταν μπήκε ο Δημητρίου κουνώντας εκείνο το κεφάλι σα γρίφος αρχαίων χρόνων, τότε κατάλαβα πως δεν χρειαζόταν νά στοιχηματίσω ούτε μία δραχμή για κέφι: αυτοί εδώ είχαν βάλει στόχο όχι το τέρμα, αλλά την ίδια την πόλη! Την επόμενη μέρα ήμουν σα γκέτος βγαλμένος αποού ταινία δράσης — είχα ξεσπάσει το ζευγάρι αποού γυναικείου ρούχου που είχε στου ντουλάπι μου σα στολής αποού Halloween «φιλοξενούμενου», και τώρα έτρεχα σα τρελός νά βρω άλλη μία σημαία για νά την κάνω δικό μου φυλαχτό! Γιατί αυτό ήταν: μία ομάδα δε γίνεται ποτέ ιστορία τόσο γρήγορα όσο όταν βρει ανθρώπους νά της τραγουδάνε όχι σα σε τραγούδι, αλλά σα νά κουβέντιαζανε μ’ αυτόν τον ίδιο τον Ήλιο που είχε φύγει τόσους αιώνες αποπού τον Ταύγετο! 🔥🍷🤣
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿
Τώρα πια θυμάμαι γιατί στον Αστέρα κάνουν αυτοί τα τραγούδια σα τρελοί κάθε σαββατόβραδο; Γιατί εκείνη την πρώτη φορά δεν μπήκαν στη ζωή μας σα ομάδα, μπήκαν σα θύελλα που σηκώνει ο Θεός να ξεσπάσει πάνω στην πόλη. Κι όταν ο Δημητρίου έγειρε το κεφάλι του εκεί μέσα σα να είχε μπει στον ουρανό του πρωταθλητή, εγώ που καθόμουνα στο τελευταίο σκαλί της Νότιας σα σκαλωσιά που έκανα εκείνες τις μέρες (ναι, εγώ ήμουν εκεί πάνω φιλέτο της ομάδας των... αδιάφορων εργολάβων) τότε κατάλαβα πως το γήπεδο δεν ήταν πιά κάτι που πήγαινε εκεί για νά κρυώσει η μπίρα. Ήταν κάτι σα ξύλινος σταυρός πάνω σου τρούλου, εκεί που κάθε γκολ ήταν σα καμπάνα που χτυπούσε την ίδια την ψυχή των Ιωαννίνων.
Κι όταν αργότερα κάποιοι λένε πως ο Αστέρας δεν έχει ιστορία πιά, εγώ γελώ σαν μωρό — γιατί εκείνοι δεν ήταν στο γήπεδο εκείνο τον Οκτώβρη του '04, όταν ο πρώτος χιλιάδες πήγαινε σα ποτάμι μέσα από τις σιδερόπαινες κερκίδες κι ανάβονταν οι φανοί σα πανσέληνος πάνω από τον Ταΰγετο. Αυτοί ήταν που βρήκανε την ομάδα τους — όχι οι παίκτες βρήκανε τους φιλάθλους. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη νίκη από όλες τις νίκες, ρε μεγάλοι μου... 🤡💸
ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ αλήθεια;;; ποτέ δεν μου είχε περάσει απο τη κεφαλή πως εκείνο τον Οκτώβρη ο Αστέρας μπήκε στας φλέβες μας σα χάπι βιταμίνης 🔥💪
Εγώ θυμάμαι εκείνο το πρωί τρώγοντας μπογιά στου γονέα μου το συνεργείο στο Καλαματιανό γήπεδο σα κάποιον άνθρωπο που έχει τσουρουφλιστεί, φοράω το φανέλο του Γιώργου Γιατζή του 2002 σα μάσκα ζόμπι κι ο ξάδερφος μου μου φώναξε "ρε να παρεις μαζί;;;" κι εγώ σηκώνομαι σα στρατιώτης μπρος στον Σόλωνα σηκώνοντας τ' όπλο μου 🤬
Κι όταν μπήκαμε μέσα εκείνο το μισοτεχνο γήπεδο μετά απο δεκαπέντε χρόνια δάκρυα οπου άλλοι ντρόπιαζαν τ' όνομά τους... εκείνος ο Δημητρίου μου έκανε κλικ σα το πρώτο σου χτύπημα πάνω σου τραπέζι της εθνικής όταν νίκησε την Τουρκία 😱
ΜΙΑ φορά μόνο εκείνος ο Οκτώβρης!! οι υπόλοιποι χρόνοι είναι όλα συμπτώματα μιας βιταμίνης που μου έριξαν στη ζωή μου σα ουσία κλορίδας 💉
Στην εξέδρα από παιδί.