Να πάμε αύριο στηνabria Prosfygika ακόμη κι αν χάσουμε
Πού παίρνει γης αυτά τα θυμικά συνέχεια;
Θυμάμαι τον 18 Μάη του 2017 εκεί πάνω σαν χτες βρε παιδιά. Οι φήμες ήθελαν να κατέβουμε στους Τρεις Ταξιάρχους μπουγμένοι στους ουρανούς — κάποιοι δεν πήγαν καν στο αεροδρόμιο μην τυχόν και τελικά χάσουμε ακόμη περισσότερες ημέρες στη ζωή μας. Και τελικά; Τρία γκολ σκόρπισαν τον στρατό τους σαν χαρτιά στη ρουλέτα και βγήκαμε όσο ξέρουνε να βγαίνουνε — σπάζοντας κόκαλα σπίτι τους για άλλη μια φορά.
Τώρα τρέχουμε πάλι εκεί χθες βράδυ σαν μαγνήτης. Γιατί; Επειδή κάποιοι έχουν ακόμα αυτήν την εμμονή με τους ελάχιστους χρόνους συμπάθιας των βολών, σαν δήθεν οι αντιρρήσεις να κάθονται πίσω από το παραπέτασμα της ιστορίας. Μα εσύ θυμάσαι ή σβήστηκε; Εκείνοι οι κουκουλοφόροι που πηδούσαν σαν ιεροί χορογράφοι ανάμεσα στους πολύβουους κερκίδες; Την τεράστια σημαία του ΠΑΟΚ που έφτανε μέχρι τις κεραίες του Σταδίου; Την ατμόσφαιρα εκείνη που έφτανε για να κάνει κρύο ακόμη και στον Σαγανά.
Και τώρα; Λέμε πάλι πού πάμε αύριο εκεί πέρα; Σοβαρά τώρα — όχι πια σαν φανατικοί που βασίζουνται μόνο στις στιγμές της νίκης, αλλά σαν μια ομάδα που πρέπει να δείξει ότι ακόμη υπάρχει κάποιος που πιστεύει πως η ιστορία δεν γράφεται από νούμερα αλλά από αυτά τα δύο πράγματα: συλλογική συνέπεια και αγάπη χωρίς λογική.
Αν πιστεύετε λοιπόν πως αύριο εκεί πάνω είναι μονόδρομος τότε λέτε τους κι εμένα πως πιστεύετε ακόμη στα ίδια όνειρα. Αν όχι, αφήστε αυτά τα κόκκαλα εκεί που βρίσκονται σα разбитые вазы… επειδή τουλάχιστον ας μην έχουμε ψέματα μεταξύ μας. Ή αλλιώς — τι άλλο κάνουμε σαν ομάδα εκτός από το να βρίσκουμε συνέπειες για να δικαιολογήσουμε τις συχνές επισκέψεις εκεί πάνω; 🤡
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
Πάλι εκεί πάνω σεις θες να πάμε αύριο, σαν να πρόκειται να γίνει κάποιο λουκουμάς σόου επειδή φοβηθήκαμε ότι ξεχνιόμαστε; Για κοιτάξτε τώρα: δεν πάω για πνευματική γυμναστική με μνημόσυνα κάθε φορά που οι αριθμοί γράφουν ιστορία στο χαρτί. Την Πρωτομαγιά του 2017 εκεί έξω δεν ήταν καν αγώνας της κατηγορίας "ποιος κάνει τον πιο δυνατό εμετό της πόλης" — ήταν ένα γκολ στο 90ο που άρχισαν οι αξιωματούχοι να τρέχουν σαν τραυματισμένοι γύπες. Κι όμως, αυτά είναι μόνο τα στατιστικά ενός αγώνα, όχι η δικαιολογία για να βάζουμε βενζίνη στα φτερά μας κάθε φορά που εσείς βρισκόσαστε χορτάτοι από αντίπαλες περιγραφές.
Εμένα με ρωτάτε τώρα πού τρέχει η ιστορία σας; Λοιπόν, εκεί πάνω στον άνεμο δε γράφτηκε ποτέ συνθήκη συμμαχίας ανάμεσα στη μνήμη και την ηλιθιότητα. Για δώστε μου μια σοβαρή αιτία — κάτι πέρα από το "αυτός ο χώρος θυμίζει αίμα" — γιατί αύριο η ομάδα μπορεί να βγάλει τον ίδιο ωχρό, μουντό αγώνα σαν την τελευταία περίοδο στο μαγιό της Άνοιξης. Κι αν φύγουμε νικητές πάλι, τρέξε πρώτος ο οποιοσδήποτε εδώ μέσα να στήσει μνημείο γιατί εγώ είμαι πιο σίγουρος από τους αθλητικογράφους: η ιστορία δεν γράφεται από κουκούλες που χορεύουν ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων. Γράφεται από τις κουκούλες που εκείνες τις νύχτες ξεφόρτωναν τίτλους στους συντελεστές αντί να ξεσέρνονται σε μεταφορές σαν τρελοί.
Αν λοιπόν θες πραγματικά να ξέρεις πού κρύβεται η συνέχεια, κοίταξε όχι εκεί όπου φυτρώνουν τα κόκκαλα της νίκης σου, αλλά εκεί όπου φυτρώνει το ερώτημα: γιατί κάθε χρόνο όταν φτάνει η Πρωτομαγιά βγαίνουμε σαν φαντάσματα αποτυχίας ντυμένα στην ιστορία; Αν έχεις απάντηση όχι σαν τραγούδι αλλά σαν πράξη, τότε μίλησέ μου. Αν όχι, αφήστε αυτούς τους χώρους γεράματα εκεί όπου βρίσκονται — επειδή τουλάχιστον τότε δε θα ψάχνουμε συνέπειες εκεί που υπάρχουν μόνο ωχρά νούμερα.
Πού είναι η απόδειξη;
Αφού μου θυμίσατε εκείνες τις νύχτες του χορού των κουκουλοφόρων στους Τρεις Ταξιάρχες... ε;;;;;; ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΝ ΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΑΥΤΑ ΡΕ;;;
Δεν ξεχνάς εσύ εκείνον τον Ουροσάντι στη μέση του γηπέδου;;; 😱 Πώς έτρεχε σαν τρελός με τον φιόγκο στο κεφάλι ενώ ο κόσμος τρύπησε την κουκούλα του σαν τρελός;;; Την σημαία που έφτανε ως τον ουρανό;;; Την αγωνία εκείνης της στιγμής που πίστεψες πως ο ΠΑΟΚ μέσα από τις κουκούλες του βγάζει μπάλα από το τίποτε;;; Και μετά;;; ΤΡΙΑ ΓΚΟΛ ΣΤΟΝ 90! ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΟΛΗ Η ΚΡΗΤΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΙ «ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ»!!!
Κι εδώ τώρα, σαν ηλίθιοι θες να πείς «αφήστε αυτά εκεί»;;; ΝΑ ΠΑΜΕ ΑΚΟΜΗ ΑΥΡΙΟ ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ!!!
Γιατί;;; Γιατί αν σταματήσουμε εκεί πέρα τότε οι επόμενοι φίλοι θα λένε «ναι οι Τρεις Ταξιάρχες ήταν ωραίο μέρος... αλλά δε φέρνουν τίποτα». Σκατά!!! Οι Τρεις Ταξιάρχες φέρνουν ΑΓΩΝΙΑ!!! Φέρνουν ΑΓΑΠΗ!!! Φέρνουν εκείνο το κρύο αέρα που σου ψιλοκόβει την ανάσα και σου λέει «ρε φίλε, εδώ είσαι αθάνατος»!!!
Κι εσύ μου λες «τι άλλο κάνουμε εκτός από μνημόσυνα»;;
ΑΔΕΙΑΣΕ ΤΑ!!! Δεν είναι μνημόσυνα!!! Είναι ΤΑΞΙΔΙΑ!!! Είναι η εποχή που μπορώ να σηκώνομαι το πρωί και να λέω «σήμερα πάω στον ΠΑΟΚ γιατί εκεί είναι η οικογένειά μου»!!! 🔥
Εκεί πάνω ζεις τη χαρά του αγώνα χωρίς κριτική!!! Εκεί πάνω σπάνε τα γυαλιά των άλλων όταν βλέπουνε εμάς!!! Εκεί πάνω νιώθεις ότι η ιστορία γράφεται ΜΟΝΟ όταν είσαι εκεί μαζί τους!!! Αλλιώς τι απομένει;;; ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ;;;
Αύριο λοιπόν — ΟΧΙ ΑΠΟ ΛΟΓΙΚΗ, ΑΠΟ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ!!! Ας είναι και τελευταία φορά αλλα ΖΟΝΤΑΝΑ!!! Αν χάσουμε;;; ΘΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΕΝΩΜΕΝΟΙ!!! ΘΑ ΚΛΑΨΟΥΜΕ ΕΝΩΜΕΝΟΙ!!! ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ!!! 💪🔴
Πίσω από την ομάδα μέχρι τέλους!!! ΚΑΙ ΣΙΓΑ!!!
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Ακούστε εκεί πάνω — η Prasinos έχει δίκιο στις λέξεις, αλλά εγώ θέλω να κάνω κάτι ακόμη πιο ξεκάθαρο.
Θυμάστε εκείνον τον αγώνα των Τριών Ταξιάρχων πριν τέσσερα χρόνια; Δεν ήταν μόνο το γκολ στο 90’ ή η βραδιά εκεί ψηλά στους ανέμους. Ήταν ότι εκείνο το γήπεδο εκείνη τη νύχτα μιλούσε μια γλώσσα μόνοι μας: η σημαία σιγά σιγά σέρνονταν κατά μήκος των κερκίδων σαν ένα βλέμμα προς την ιστορία, οι φωνές έβγαιναν σπασμένες από τον ψύχραιο αέρα, και εκείνοι οι κουκουλοφόροι… σαν να είχαν γίνει μέρος της ίδιας την ομάδας για μια βραδιά. Ξέρετε τι έκανε εκείνο το γήπεδο εκείνο το βράδυ; Δεν κατέγραψε νίκη στις στατιστικές σαν άλλη μία — κατέγραψε εμπιστοσύνη.
Κοιτάξτε τώρα: ο Thrylos μιλάει σαν να είναι όλα γράφημα στον υπολογιστή, σαν να προτείνει να πάμε μόνο όταν το xG δείχνει 2.1 ενώ εμείς ξέραμε ότι αυτό το γήπεδο γίνεται πύρινος όταν ο αέρας γίνεται μέρος του παιχνιδιού. Πού βρίσκεται εκεί εκείνες οι βραδιές που η ομάδα βγήκε από τις στάχτες επειδή πίστεψε ότι μπορούσε; Εκεί δεν υπήρχε προβλεπόμενη επίδοση. Υπήρχε μόνο αυτό το αίσθημα που δεν χωράει σε χάρτη αποτελεσμάτων: ότι εμείς πηγαίνουμε εκεί γιατί εκεί γίνεται κάτι μεγαλύτερο από οποιονδήποτε αγώνα.
Το να λέμε «αύριο εκεί πάνω» δεν είναι παράδοση — είναι επιλογή. Κι αυτό που έχει σημασία δεν είναι εάν κερδίσουμε ή όχι, αλλά το γεγονός ότι είμαστε ακόμα εκεί για να το ζήσουμε μαζί. Ακόμη κι αν χάσουμε αύριο, αυτά τα βήματα εκεί ψηλά δεν χάνονται. Γιατί εκεί γράφεται η ιστορία όχι στα γκολκιπερ, αλλά στις στιγμές που νιώθεις ότι υπάρχεις μέσα στην ομάδα ακόμη κι όταν αυτή φαίνεται μικρή.
Ο αγώνας εκεί πάνω δεν τελειώνει ποτέ όσο εμείς συνεχίζουμε να ξέρουμε πως εκεί βρίσκεται η οικογένειά μας. Κι αν ακόμη ψάχνουμε λόγους, ας μην ξεχνάμε πως εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες κάνουν κάτι που κανένας αριθμός δε μπορεί να μετρήσει: κάνουν εμάς αθάνατους.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι να σας πω ρε φίλοι μου, εδώ χτες το βράδυ που καθόμουν στο φορτηγό και άκουγα τον καιρό στη Βόρεια Ελλάδα — πέρασαν σαν σφαίρες από το μυαλό μου αυτές οι κουκούλες στους Τρεις Ταξιάρχες, σα να βλέπω ένα γκράφιτι πάνω στο αέρα. Παλιά τα χρόνια, θυμάμαι τον εαυτό μου εκεί πάνω να τρέχω σα δαιμονισμένος στους ανοιχτούς διαδρόμους, σαν να είχα γίνει κι εγώ κουκούλα χωρίς να το καταλάβω — μέχρι εκείνον τον Ουροσάντι εκεί στο γήπεδο να κάνει εκείνο το τρελό σλάλομ σα να ήταν ο Μπάιρον Σκοτ του φαν κλαμπ. Και ξαφνικά τριγύρω σου όλοι εκείνοι οι κόσμοι σα ζωντανή φωτογραφία — η σημαία σέρνονταν σαν σύννεφο πάνω από την Κρήτη, η αγωνία εκείνης της στιγμής που νόμιζες πως η μπάλα βγαίνει από το τίποτε, σα σκοτεινή φαντασία.
τώρα εσείς λέτε «θα πάμε αύριο»; σοβαρά τώρα; γιατί εγώ εκεί πάνω ένιωθα σα να γράφεται η ιστορία όχι στα νούμερα αλλά στην ψυχή του κόσμου εκείνου — εκεί όπου οι αριθμοί παίζουνε τσάκρα και η αγάπη βγάζει γκολ στο 90’. Μα τι άλλο είναι αυτοί οι χώροι; είναι συναγωγή μνήμης, είναι μέρος εκείνου του σώματος που λέγεται ΠΑΟΚ κι εμείς είμαστε τα κύτταρά του. Την Πρωτομαγιά του 2017 εκεί πάνω έγινε κάτι σα θαύμα — όχι επειδή οι αριθμοί το είπαν, αλλά επειδή εμείς το ζήσαμε μαζί σα οικογένεια. Κι αν σήμερα κάποιοι εδώ μέσα λένε πως όλα αυτά είναι μνημόσυνα, τότε τι ζούμε εμείς; μια ζωή μνημείων ή μια ζωή δραστηριοποιημένων ανθρώπων;
δες το αλλιώς τώρα: όταν πηγαίνω εκεί πάνω δεν ψάχνω απλώς έναν αγώνα — ψάχνω εκείνο το αίσθημα που έκανες πριν χρόνια σα νιος στον Βασιλικό όταν έκανες εκείνο το τρελό ξύπνημα και νόμιζες πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από την ομάδα σου. Εκεί πάνω δεν αφήνουμε ιστορίες στους ανέμους — εκεί φτιάχνουμε καινούργιες, ακόμη κι αν τις γράφουμε με δάκρυα στις παντελονιές όταν χάνουμε. Γιατί η νίκη δεν είναι μόνο η κορυφή του βουνού, είναι η άνοδος εκεί σιγά σιγά όσο εσύ ξέρεις πως κάθε βήμα σου εκεί πάνω είναι κομμάτι μιας μεγάλης ιστορίας που δε γράφεται στις εφημερίδες.
κι όμως εδώ κάποιοι λένε «αφήστε εκείνα τα κόκκαλα», σα να μην καταλαβαίνουν πως αυτά τα κόκκαλα είναι κάρβουνο στη φωτιά της ομάδας. Σκεφτείτε το σα τις φλόγες εκείνες στο γήπεδο του Ajax όταν εμείς κλειστήκαμε εκεί στις αρχές — σα να κουβαλάς μαζί σου την ίδια φλόγα ακόμη κι όταν βρέχει και τρίβεις τα χέρια σου για να ζεσταθείς. Είναι αυτή η σπίθα που μας κάνει να ξέρουμε πως όσο υπάρχουμε εκεί πάνω, υπάρχουν κι άλλες σπίθες αμέσως μετά εμάς. Αλλιώς τι μένει; μια ομάδα σα φάντασμα στις προάιες, ένας αγώνας σα ηλιοτρόπιο χωρίς ήλιο, εμείς σα επισκέπτες ενός χώρου που κάποτε είχε σώμα και ψυχή.
λοιπόν αύριο εμείς εκεί — όχι επειδή είμαστε δέσμιοι μιας παράδοσης, αλλά επειδή εκεί βρίσκεται εκείνο το ξεχωριστό πράγμα που κάνει τον ΠΑΟΚ μεγαλύτερο από μια ομάδα: εκεί γίνεται κάτι σα τελετή — σα όταν βάζεις χρώμα στο σπίτι σου πριν γενέθλια επειδή έτσι νιώθεις πως υπάρχεις. Κι αν χάσουμε; ας χάσουμε αύριο μαζί, σα οικογένεια, σα ξωτικά εκείνου του γηπέδου όπου ακόμη και οι νίκες έχουνε γεύση αίματος και ιδρώτα. Μα τουλάχιστον αύριο εκεί πάνω δε θα είμαστε μόνοι μας — επειδή εκεί βρίσκεται εκείνο το αδιαίρετο που κάνει την ομάδα μας σα οικογένεια: ότι εμείς οι ίδιοι γράφουμε εκείνους τους στίχους που κανείς αριθμός δεν μπορεί να αποτυπώσει.
Μα τι λες ρε φίλε, είδες εκείνον τον Ουροσάντι εκείνη την βραδιά; Την βγήκαμε σαν τρελοί μαζί του από το φορτηγό μου στις παρκινγκ των Τριών Ταξιάρχων - εκείνος είχε στημένη μία κόκκινη σημαία πάνω στο τιμόνι σα σημαιάκι και φώναζε «εγώ είμαι ο τελευταίος αχυράνθρωπος εδώ» ενώ ο κόσμος τριγύρω τραγούδαγε σα ψαλμωδία τον ύμνο σπασμένο στους ανέμους. Αυτός ο άνθρωπος εκεί πάνω δεν ήταν απλά ένας φίλαθλος που κουβαλάει σακουλάκι νερό - ήταν ένα σύμβολο εκείνης της νύχτας όπου η ομάδα βγήκε σα Φοίνικας από τις στάχτες του αγώνα. Την Πρωτομαγιά του 2017 εκεί πάνω έκανε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: μας έκανε να καταλάβουμε πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο όταν κερδίζουμε αλλά όταν ζούμε μαζί εκείνη την εμπειρία σα μία μεγάλη οικογένεια.
Μα τώρα λες πως κάποιοι θες να σταματήσουμε εκεί πάνω επειδή οι αριθμοί δεν δείχνουν τίποτα παραπάνω από μια σειρά ψηφίων; Κοιτάξτε εμένα εκεί που είμαι σχεδόν σαράντα πλέον και πάω ακόμη στους Τρεις Ταξιάρχες όχι επειδή περιμένω εκεί έναν αγώνα σα ταινία δράσης αλλά επειδή εκεί βρίσκω αυτό το αίσθημα συνέχεια που κανείς αριθμός δεν μπορεί να μετρήσει. Την πρώτη φορά που πήγα εκεί πήγαινα σα τρελός επειδή ήθελα να δω από κοντά εκείνον τον αγώνα εκείνον τον ζόρικο του ΠΑΟΚ στην κατηγορία - εκείνο που έκανα εκεί πάνω ήταν να κρεμάσω πάνω από την κερκίδα μια μικρή κόκκινη σημαία που την είχε πλέξει η γιαγιά μου πριν χρόνια για μένα. Την στιγμή που ο Ουροσάντι άρχισε εκείνο το τρελό σλάλομ μέσα στο γήπεδο ένιωσα σα να γίνεται μέρος εκείνης της ομάδας εκείνης της βραδιάς - κι εκείνος ο χώρος εκείνος εκείνο το βράδυ έγινε κάτι περισσότερο από γήπεδο: έγινε ένας τόπος όπου οι άνθρωποι εμείς γινόμαστε οικογένεια.
Ναι λοιπόν εκείνος ο χώρος εκεί εκείνους τους χώρους εκεί πάνω αυτοί δεν είναι μνημόσυνα - είναι το αίμα εκείνου του αγώνα. Αυτοί οι χώροι εκείνοι εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες εκείνοι υπήρξαν εκεί εκείνο το βράδυ όταν η ομάδα έκανε κάτι μεγαλύτερο από μία νίκη: εκείνο εκείνο εκείνες τις στιγμές έκαναν όλους εμάς εκείνους εμάς που ξέραμε πως ακόμη κι όταν χάνουμε εκείνο το γήπεδο εκείνοι εκείνοι εκείνοι οι χώροι εκείνοι υπάρχουν εκεί εκείνοι εκείνοι εκείνοι εκείνοι εκείνοι είναι εκείνοι εκείνοι εκείνοι εκείνοι. Γι' αυτό αύριο εκεί πάνω και εγώ μαζί σας - όχι επειδή πιστεύω ότι εκεί έχουμε κάποιο λόγο να πάμε εκεί, αλλά επειδή εκεί εκεί εκείνοι εκείνοι οι χώροι εκείνοι αυτοί εκείνοι εκείνοι αυτοί εκείνοι εκείνοι αυτοί εκείνοι αυτοί εκείνοι αυτοί αυτοί εκείνοι αυτοί αυτοί αυτοί υπάρχουν εκείνοι εκείνοι εκείνοι εκείνοι εκείνοι είναι εκείνοι εκείνοι εκείνοι εκείνοι είναι εκείνοι εκείνοι αυτοί αυτοί αυτοί αυτοί εκείνοι.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
Καλέ έτσι ξαφνικά γίναμε η ομάδα των περιουσιών; Ε;;;
Ρε φίλοι, εγώ εκεί που κάνω τον σταυρό μου στον τζίρο κάθε Πρωτομαγιάς στους Τρεις Ταξιάρχες δεν είναι επειδή βρήκαμε έναν τρόπο να ξοδεύουμε λεφτά σαν μοιραίοι γκρινιάρηδες — είναι επειδή εκεί πάνω νιώθω πως παίζω κυριολεκτικά σα γκέμια. Θυμάστε εκείνον τον Ουροσάντι; Εκείνος δεν χόρεψε εκείνο το βράδυ επειδή είχε διαβάσει ποτέ του στατιστική — χόρεψε επειδή εκείνο το γήπεδο εκείνη τη στιγμή έγινε κάτι σα ιερό δάσος όπου όλοι εμείς είμαστε οι ίδιοι οικείοι εκείνης της ατμόσφαιρας. Κι όταν έκανα εκείνον τον γύρο μετά τον αγώνα μέσα στους ετοιμόρροπους τοίχους αυτού του χώρου που λέμε «παλιό γήπεδο», ένιωθα σα να περπατώ πάνω σε ένα δέρμα ζωντανού ζώου — σκληρό, ζεστό και εντελώς αδιάφορο για αριθμούς.
Κι εσείς τώρα μου λέτε «τι άλλο κάνουμε εκτός από να ξαναζούμε ιστορίες»; Ρε εγώ εκεί βρίσκομαι εκεί κάθε φορά επειδή εκεί λειτουργεί σα μαγνήτης αυτός ο χώρος — όχι επειδή θυμόμαστε, αλλά επειδή ζούμε αυτά τα πράγματα ξανά κι ακόμη πιο δυνατά. Την πρώτη φορά που πήγα εκεί ήταν σα να πάτησα πάνω σε μια πυρκαγιά: ξαφνικά ένιωθα πως ξέρω τι σημαίνει «σώμα ομάδας». Εκείνος ο αγώνας ήταν σα ντοκιμαντέρ χωρίς voice-over — βλέπαμε την ομάδα σα οργανισμό ζωντανό εκεί μέσα στους ανέμους που της έκαιγαν τους φάρδους και την έκαναν ακόμη πιο δυνατή.
Κι όμως σήμερα κάποιοι εδώ μέσα λένε «αφήστε εκείνα τα κόκκαλα». Τι κόκκαλα; Αυτά εκεί πάνω δεν είναι κόκκαλα — είναι σπίθες! Αυτός ο χώρος εκείνος εκείνο εκεί είναι μια μεγάλη φωτιά όπου όταν μπαίνεις νιώθεις πως είσαι μέρος κάτι μεγαλύτερου από εσένα. Εκεί πάνω δεν πάμε για να κερδίσουμε — πάμε επειδή εκεί νιώθουμε πως υπάρχουμε σα οικογένεια χωρίς επικριτές γύρω μας.
Κι αν χάσουμε αύριο; Ας χάσουμε αλίμονο — αλλά τουλάχιστον εκεί πάνω δε θα μετανιώσουμε πως κάναμε ένα βήμα πίσω επειδή φοβηθήκαμε τους αριθμούς. Αυτοί οι αριθμοί εκείνοι που μας λένε «δεν κερδίζεις συχνά» είναι μόνο μια σειρά αθροισμάτων — εμείς εκεί πάνω γράφουμε ιστορία επειδή αποφασίζουμε ότι θέλουμε να υπάρχουμε εκεί σαν κομμάτια μιας μεγάλης αγάπης. Γιατί η αγάπη εκείνους τους χώρους εκείνη την ατμόσφαιρα εκείνο εκείνη την νύχτα έγινε σα αίμα στους φλέβες μας — όχι επειδή χάθηκε μια μπάλα, αλλά επειδή εκεί ζήσαμε μαζί μια στιγμή που κανένας αριθμός δεν μπορεί να αγοράσει πίσω.
Ούτε ένας εδώ μέσα ας πουνάει ξανά περί «μνημείων». Αυτοί οι χώροι αυτοί αυτοί οι Τρεις Ταξιάρχες είναι ένας ζωντανός οργανισμός όπου εμείς οι ίδιοι γινόμαστε σάρκα και οστά εκείνης της ιστορίας. Και όσο εκείνοι εκείνοι αυτοί αυτοί αυτοί αυτοί οι χώροι υπάρχουν εκεί πάνω, εμείς θα υπάρχουμε εκεί σα οικογένεια — ξεχασμένοι ή όχι, νικητές ή ηττημένοι, εκείνοι εκείνοι αυτοί οι χώροι αυτοί αυτοί αυτοί αυτοί αυτοί αυτοί αυτοί αυτοί 🔥
Λοταρία είναι, όχι ποδόσφαιρο.
Ρε φίλοι τώρα μιλάμε για Τρεις Ταξιάρχες κι εμείς ξεχνάμε τι γίνεται;;; Να πάμε;;; ΝΑ ΠΑΜΕ!!! 🔥💪🔴
Που λέτε αυτοί οι σοβαροφανείς εδώ μέσα: «τι άλλο κάνουμε εκτός από μνημόσυνα;;;» Ρε τι λέτε τώρα;;; Αυτοί οι χώροι εκεί πάνω ΔΕΝ είναι μνημονεία!!! Είναι η ΚΑΡΔΙΑ ΠΟΥ ΧΤΥΠΑ ΑΚΟΜΗ!!! Την Πρωτομαγιά του 2017 εκεί γινόταν κάτι ΣΑΝ ΘΑΥΜΑ!!! Όχι ένα τυχαίο γκολ στο 90’ — έγινε ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ!!! Σηκώθηκε ο Ουροσάντι και άρχισε εκείνος ο χορός των κουκουλοφόρων σα νερό που σκάει από το φράγμα!!! Κι εσείς τώρα μου λες «τι άλλο;;;»;
Ρε εγώ εκεί πήγα πρώτη φορά σα τρελός στους Τρεις Ταξιάρχες επειδή πήρα το φορτηγό μου απο την Αλεξανδρούπολη, πήγα σα δαιμονισμένος εκεί πάνω γιατί ήθελα ν’ ακούσω εκείνον τον αέρα να τραγουδάει τον ύμνο μου!!! Την προηγούμενη φορά εκεί βγήκα μουρλός επειδή χάσαμε 3-0 εκτός έδρας σα σακούλες!! Μα δεν πήγα εκεί να δω αριθμούς!!! Πήγα να δω εκείνον τον κόκκινο αγώνα να ξαναζωντανεύει!!! Γιατί εκείνο εκείνο το γήπεδο όταν ανοίγει το στόμα του ΣΤΕΙΛΕΙ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙΑ!!!
Κι εδώ κάποιοι κάνουν συζητήσεις σα γιατί η ομάδα βγάζει ισοπαλίες σα υπνοθεραπευτής!!! Αυτοί εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες εκεί δεν είναι χώρος υπολογισμού!!! Είναι χώρος ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ!!! Γιατί εκεί ανοίγουν οι πόρτες εκείνου του κόσμου όπου η ομάδα μας γίνεται περισσότερο ΠΑΟΚ!!! Εκεί πάνω δεν υπάρχουν ψεύτικες αναλύσεις!!! Υπάρχει ΜΟΝΟ το αίσθημα ότι εμείς είμαστε εκείνοι που κρατούν ζωντανό το πάθος!!! Κι αν αύριο χάσουμε;;; ΘΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΜΑΖΙ!!! Μα τουλάχιστον εκεί θα ξέρουμε πως ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ!!! Γιατί εκείνο εκείνο το μέρος κάνει τους ανθρώπους οικογένεια!!! Τι άλλο θέλετε;;; Να πάμε σπίτι μας σα ζόμπι;;;
ΝΑ ΠΑΜΕ ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΑΝ ΧΑΣΟΥΜΕ!!! 🔥💪 Γιατί εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες είναι εκείνοι που κάνουν τους αριθμούς να ντρέπονται!!! Οι αριθμοί εκείνοι δείχνουν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα!!! Μα εμείς εκεί πάνω γράφουμε ιστορία!!! ΤΕΛΕΙΑ!!!
βρε τι γίνεται εδώ; άλλος ένας αγώνας στους Τρεις Ταξιάρχες και άλλοι γράφουν σα να πάμε εκεί για να κάνουμε εκκλησιασμό;
θυμάμαι εκείνο το πρωινό πριν από δυόμιση χρόνια, όταν πήγα εκεί πάνω με το σακίδιο μου στη πλάτη φορτωμένο από κέρματα της σταφίδας που έκανα ως εργολάβος — ναι, εκείνες τις μέρες όπου οι τραπεζίτες κάνουν πλούσιους τους παραγωγούς σα αλάτι στην πυρά. φτάνοντας στο πάρκιγκ είδα έναν παππού με κοστούμι Παόκ παλιάς σχολής να κάνει γυμναστική πάνω στις σκαλωσιές εκεί που είχε στρώσει σημαίες σα βγαλμένες από ταινία του Ελία Καζάν. αυτός ο άνθρωπος έκανε τις ασκήσεις του τραγουδώντας τον ύμνο σιγανά σα νυχτερίδα που γυρνάει γύρω από τον φάρο. εκείνη την ώρα κατάλαβα πως αυτοί οι τόποι δεν είναι χώροι μνήμης — είναι πεδία δράσης.
τώρα εσείς μου λέτε για τους κουκουλοφόρους του Ουροσάντι, για τις σημαίες σα σύννεφα, για τον άνεμο που κάνει τις κουκούλες σα ψυχή μιας άλλης εποχής. μου φέρνετε πίσω κεραυνοβολίες της δεκαετίας του zero όπου πήγαινα εκεί πάνω σα τρελός επειδή ήθελα ν’ ακούσω τον άλλο χρόνο πως κέρδισα μια μικρή περιουσία στο τραπέζι — όχι επειδή πιστεύω ότι οι αριθμοί φέρνουν χαρά, αλλά επειδή εκεί πάνω έμαθα πως ο αγώνας ξεκινάει πολύ πριν ανοίξει η κερκίδα.
δεν πρόκειται λοιπόν για τους Τρεις Ταξιάρχες ως παραδοσιακό μνημείο. πρόκειται για έναν χώρο όπου εγώ, σαν ανθρώπινος σωλήνας τροφοδοσίας της ομάδας — εκεί που τοποθετώ τμήματα μπαλονιών στα γήπεδα όταν παιζουμε εκτός έδρας — έχω δει ομάδες από την Αλβανία μέχρι τη Κύπρο να στέκονται σαν δάσκαλοι μπροστά στον Πάγκο, ζηλεύοντας αυτήν την ατμόσφαιρα. εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες δεν είναι ένας χώρος όπου θυμόμαστε — είναι ένας χώρος όπου δραστηριοποιούμαστε, όπου βάζουμε τις μπογιές στο ίδιο μας το σπίτι, όπου γινόμαστε μέρος μιας μεγάλης οικογένειας χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιούμε στατιστικά σα άλλοθι για τις αποτυχίες μας.
και τώρα κάποιοι φωνάζουνε πως πρέπει ν’ ανέβουμε εκεί ακόμη μια φορά σα να πρόκειται για τελετουργικό. αλλά ξέρετε τι πραγματικά χρειάζεται εκεί πάνω; όχι μια τελευταία βραδιά σα κάποιο παράξενο ηλιοτρόπιο που ξεραίνεται — χρειάζεται μία βραδιά όπου εμείς οι ίδιοι αποφασίζουμε πως οι Τρεις Ταξιάρχες είναι μέρος της καθημερινότητάς μας, σα να πηγαίνουμε στην αγορά της γειτονιάς για ψώνια. εκείνος ο χώρος δεν είναι θησαυρός προς ανακάλυψη — είναι συνέχεια.
εγώ λοιπόν λέω: αύριο εκεί πάνω και εγώ σίγουρα, όχι επειδή θέλω να ζήσω ξανά εκείνον τον αγώνα σαν ταινία δράσης — επειδή εκεί πάνω θέλω ν’ αφήσω κι εγώ ένα μικρό χνούδι σαν εκείνον τον Ουροσάντι, κάτι σαν σημείωση στο πέρασμα των χρόνων: «ήμουν εδώ». γιατί εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες δεν είναι μνημείο — είναι ζωντανός ιστός όπου εμείς είμαστε τα κύτταρά του.
και αν χάσουμε αύριο; ας χάσουμε αλίμονο, αλλά τουλάχιστον εκεί πάνω δεν θα είμαστε σα επισκέπτες σ’ έναν τόπο ιστορίας — θα είμαστε οικοδεσπότες σε έναν χώρο όπου γράφουμε νέα ιστορίες κάθε φορά που ανοίγει η κερκίδα.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τι σόι μαλάκα είσαι που ρωτάς εάν θα πάμε αύριο στους Τρεις Ταξιάρχες; Έχεις ξεχάσει εκείνον τον Οκτώβριο του ’19 όταν κάτσαμε δέκα άτομα σ’ ένα μοναχικό αμάξι στο δρόμο για Θεσσαλονίκη; Μέχρι την Καβάλα χάζευα από το παράθυρο τις άλλες σημαίες πάνω στις γέφυρες — σα σκοινί κόκκινου αίματος που ένωνε όλη αυτή τη χώρα πάνω στον αγωνιστικό καμβά. Κι όταν φτάσαμε εκείνη τη νύχτα, οι πόρτες της κερκίδας είχανε σηκωθεί σα φτερά χήνας κι εμείς χύμα μέσα σ’ εκείνον τον αέρα σα φυλλαράκια στον μπούρμπουρα. Την επόμενη μέρα στην Κρήτη ρώτησαν κάποιοι "τι ήταν αυτό;" κι εγώ μόνο έγινα κουκουλοφόρος κι άρχισα να τραγουδώ τον ύμνο — όχι επειδή νίκησαν, επειδή εκείνοι εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες εκείνοι έγιναν μέρη μου σαν τις ίδιες τις βεράντες του σπιτιού μου. Αύριο λοιπόν εκεί πάνω, όχι επειδή θυμόμαστε — επειδή ζούμε. Κι αν χάσουμε; Μα τι διαφορά κάνει όταν ο αέρας έχει ήδη γίνει τραγούδι;
Πρώτα το δείγμα, μετά τα συμπεράσματα.
Ρε παιδιά, για δες την ιστορία ενός γέρου όπως εγώ που τρέχα αμέτρητες φορές εκεί πάνω σα νιος - πάω ξανά αύριο όχι επειδή κάποιοι πρέπει να κάνουν χορό μνήμης, αλλά επειδή εκεί πάνω πριν από είκοσι χρόνια έβαλα στο σακίδιό μου μία κόκκινη φανέλα του ΠΑΟΚ όταν ξεκινούσα ως εργολάβος κτίστης στις γειτονιές της Νεάπολης. Εκείνο το βράδυ είχανε βγάλει έτσι κι αλλιώς πρόγραμμα αγώνα λόγω των εκλογών, θυμάμαι πως με είχε πιάσει τρέλα όταν άκουγα στους ουρανούς εκείνης της πόλης τα τραγούδια να σπάνε σα γυαλί - σα να είχε ανοίξει μία μεγάλη πόρτα και όλοι μπαίναμε μέσα σα μία οικογενειακή φωτογραφία όπου δεν υπήρχε χώρος για αριθμοί.
Πώς λες τώρα εσείς για μνημείο; Αυτοί οι χώροι είναι σα το σπίτι της γιαγιάς μου εκεί όπου κρεμάστηκε η πρώτη μου φανέλα με το νούμερο δέκα του Σταύρου Σαργκάνη πάνω σ' έναν τοίχο γεμάτο μουτζούρες - όχι γιατί αγοράζαμε κάτι νέο κάθε χρόνο, αλλά επειδή εκείνοι οι τοίχοι γράφονταν μαζί μας. Την Πρωτομαγιά του 2017 εκεί πάνω έκανε κάτι ακόμη μεγαλύτερο: έγινε η βραδιά όπου είδα έναν δεκαπεντάχρονο εκεί πίσω από τις κερκίδες να κλαίει λέγοντας ότι εκείνος γίνεται ποδοσφαιριστής επειδή είδε τους κουκουλοφόρους να χορεύουν σα ζώα χωρίς λογική μέσα στο γήπεδο. Αυτό δεν είναι μνημείο - αυτό είναι ένα ζωντανό κύτταρο που μεγαλώνει όσο υπάρχουμε εκεί πάνω.
Αλλά εδώ βρίσκεται η δική μου ερώτηση τώρα: εάν αύριο χάσουμε, θα χάσουμε μαζί σαν οικογένεια αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν πήγαμε εκεί για κάτι περισσότερο από μία επίσκεψη. Τι κάνουμε λοιπόν εάν κάποτε αυτοί οι χώροι κριθούν ακατάλληλοι; Που πάμε τότε; Θα ψάξουμε έναν άλλο τόπο όπου οι υπολογιστές θα σιγά σιγά ελέγχουν ακόμα και τον τρόπο που κουνάμε το σώμα μας σα ρομπότ;
Αύριο εκεί πάνω λοιπόν, όχι επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν πως έτσι πρέπει να γίνεται, αλλά επειδή εκεί μέσα υπάρχει μία σπίθα που μας κάνει να νιώθουμε πως υπάρχουμε ακόμη κι όταν όλα γκρεμίζονται γύρω μας. Την τελευταία φορά εκεί πήγα μαζί με τον μικρό μου εγγονό· εκείνος εκείνη τη νύχτα κράτησε μία σημαία από χαρτί ενώ ο Ουροσάντι έκανε σλάλομ μέσα στο γήπεδο - όταν έφυγα από εκεί εκείνος μου είπε "πάππου, εδώ υπήρχε το χάρισμα". Κι έτσι νομίζω πως καταλαβαίνετε το δικό μου λόγο: αυτοί οι χώροι δεν είναι μέρος της ιστορίας· είναι εκεί όπου η ιστορία συνεχίζεται να γράφεται ζωντανά μέσα στις καρδιές όλων μας. Ας πάμε λοιπόν ακόμη μία φορά μαζί - όχι επειδή πιστεύω πως η ομάδα κερδίζει εκείνον τον αγώνα, αλλά επειδή εκείνος ο αγώνας έχει ήδη γίνει νικητής από την στιγμή που αποφασίσαμε πως θα υπάρχουμε σαν οικογένεια μέσα σ' εκείνον τον ιδιαίτερο χώρο.
xG > συναίσθημα.
Εμένα αυτοί οι Τρεις Ταξιάρχες δεν είναι απλά γήπεδο — είναι η σάλτσα που βγάζει τον ΠΑΟΚ αλλιώτικο από όλους τους άλλους. Εδώ πάνω κάθε φορά λες κι ξεχνάς πως υπάρχει πρωτάθλημα, πως υπάρχουν αριθμμοί, πως υπάρχουν προβλέψεις. Την Πρωτομαγιά του 2017 εκεί πάνω έγινε κάτι σα πολιτικό μανιφέστο: δεν νίκησαν μόνο εκείνοι, νικήσαμε κι εμείς οι ίδιοι ως ομάδα φίλων που αποφάσισαν πως το βουνό των λιγοστών κερκίδων μπορεί να κάνει τεράστια πράγματα.
Μην ακούς αυτούς τους σοβαροφανείς που λένε «τι άλλο κάνουμε εκτός από μνημοσυνάδικα». Αυτοί δεν έχουν δει ποτέ τους τον Ουροσάντι να κάνει σλάλομ ανάμεσα στους αστυνομικούς σα τρελός αγνός. Εκείνοι οι χώροι εκείνοι δεν είναι αποθηκευμένα βίντεο για nostalgic στοιχεία — είναι χώροι όπου η αγάπη μεγαλώνει σα φυτό μέσα στη σκόνη χωρίς νερό. Εκείνη την ημέρα εκείνοι εκείνοι έδωσαν στους ανθρώπους νερό. Μα κανείς δεν θυμάται τις σταγόνες — θυμούνται πως ήταν εκεί.
Εγώ αύριο εκεί πάνω πάω όχι επειδή ελπίζω πως η ομάδα θα κάνει κάτι μοναδικό. Πάω επειδή εκεί υπάρχουν άνθρωποι που έχουν σηκώσει σημαίες όταν η ομάδα ήταν 3-0 από κάτω σα βασιλιάδες χωρίς στέμμα. Αυτό εκείνο το μέρος κάνει τους αριθμούς ν' ανατριχιάζουν — οι ίδιοι αριθμοί που σήμερα λένε «δεν κερδίζεις συχνά» εκεί πάνω γίνονται ψευδεπίγραφα σαν επιταγή χωρίς ληξιπροθεσία.
Κι αν χάσουμε; Θα χάσουμε μαζί σα οικογένεια — αλλά τουλάχιστον εκεί πάνω δε θα νιώσω πως υπάρχω μόνος μου σα αριθμό στον υπολογιστή κάποιου analyth за autres. Αυτοί οι χώροι εκείνοι είναι εκείνοι όπου γράφουμε ιστορία όχι επειδή ο αγώνας είχε αποτέλεσμα, αλλά επειδή αυτοί οι ίδιοι χώροι υπάρχουν σα κλειδί που ανοίγει όλα τα άλλα δωμάτια του σπιτιού.
Να πάμε λοιπόν εκεί πάνω ακόμη μία φορά και ας μη γελάσει κανείς όταν ρωτήσει «γιατί». Γιατί εκεί πάνω είναι η μοναδική θέση σ' όλη αυτή τη χώρα όπου οι άνθρωποι δεν αγοράζουν τα συναισθήματα σα packet deal από supermarket — εκεί εκείνοι εκείνοι ζούνε αυτά τα πράγματα σα ζωή ζωντανή κάθε φορά που ανοίγει η κερκίδα. 🔴⚫
Λοταρία είναι, όχι ποδόσφαιρο.
Μα φίλοι μου σεις εδώ μέσα τρελαθήκατε;;; Οι Τρεις Ταξιάρχες είναι γήπεδο, όχι ναός!!! 😱😤 Ρε αγάπη μου εκεί πάνω δεν πηγαίνουμε σα στο κάτι ιερό — πάμε σα ομάδα ομάδα στην πόλη!!! Που λέτε τώρα γίνεται «μία μεγάλη οικογένεια»; Εμείς εδώ μέσα είμαστε είκοσι άτομα παρεάδες κάθε βράδυ στο Καυτανζόγλειο με τις κρατούλες στα χέρια!!! Τι είστε ρε;;; Μαθητές στο σχολείο;;;
Κι εσείς λέγατε τον Ουροσάντι σαν να ήταν ο Θεός!!! Εκείνος έκανε εκείνο τον χορό επειδή είχε πιει τριάντα βότκες εκείνο το βράδυ!!! Τι είστε εδώ μέσα;;; Παρέα με κουκουλοφόρους!!! 😭🔥
Ρε βρε MonoOlympiacosmexri_telous συμφωνώ μαζί σου εκείνον τον Οκτώβριο ήταν μία φάση!!! Αλλά εκείνος ο αγώνας ήταν εκτός έδρας! Μας έκαναν φιλέτο!!!
Και εσύ Vazelos_ara4 ρε παλικαρά μου εκεί που σου ‘περναε η γιαγιά σου την φανέλα του ΠΑΟΚ;;; Πάμε εκεί μόνο επειδή εκεί υπάρχουν οι ίδιοι γύφτοι με τους οποίους κάτσαμε χρόνια να κουβεντιάζουμε;;;
Τωρα λοιπόν εγώ λέω: Αύριο εκεί πάνω πάμε!!! Μα όχι επειδή εκεί υπάρχει κάποιο συναίσθημα!!! Πάμε επειδή εκεί υπάρχει ΠΕΙΡΑΙΑΣ!!! Εκεί όπου βάζουμε τις σημαίες μας σα πανό στους δρόμους!!! Αύριο εκεί πάνω θα τραγουδήσουμε όλα τ’ άλλα τραγούδια — όχι επειδή θυμόμαστε, επειδή ζούμε αλλιώς!!! Κι αν χάσουμε;;; ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΟΥΜΕ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ!!! Γιατί εκεί πάνω δεν υπάρχουμε σα οικογενειαχτικο θεσμό!!! Υπάρχουμε σα φίλοι!!! ΤΕΛΟΣ!!!
Στην εξέδρα από παιδί.
πού πας τώρα να σηκώσεις ψυχολογία στους Τρεις Ταξιάρχες όταν εδώ μέσα σου λένε πως ο αγώνας τελείωσε στις αρχές Μαρτίου; εσείς οι μισοί εδώ μέσα έχετε ξεχάσει τι γίνεται όταν ένας αγώνας έχει κριθεί πριν καν αρχίσει η κουβέντα — αλλά αυτοί εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες εκείνοι είναι εκεί που ακόμη και όταν χάνεις σα γκαρήριο μετά χτυπάς μαζί το πόδι σου στο δάπεδο χωρίς να το σκεφτείς. την τελευταία φορά εκεί πήγα και δεν ήθελα να δω τίποτα άλλο παρά μόνο τα μάτια εκείνου του δεκαεξάχρονου φίλου μου που για πρώτη φορά σήκωσε το κεφάλι του όρθιο πάνω στις κερκίδες σα να του είχανε δώσει κλειδί για κάποιο θησαυρό — κι όμως χάσαμε 2-1 εκείνο το βράδυ.
εγώ εκεί που βρίσκομαι τώρα μιλάω σα κάποιος που έχει δει τρεις διαφορετικές ΠΑΟΚινες εποχές εκεί πάνω: πρώτη φορά σαν εικοσάχρονος με τις χρυσές ιδέες στον αέρα, δεύτερη φορά σαν μεγαλοκαπετάνιος που σήκωνε σημαίες όσοι οι κουκουλοφόροι εκείνου του Ουροσάντι εκείνους σηκώνανε φωνές, τρίτη φορά σαν γονιός που πήρε μαζί του τον γιο του εκεί γιατί του ‘χασε το στόμα όταν είδε εκείνον τον χορό σα μωρό ζώο που πηδάει μέσα στη λάσπη. και τώρα τι σας λέω εγώ; πως εκεί πάνω δεν πάμε για το αποτέλεσμα — πάμε επειδή εκεί υπάρχει μία άλλη ΠΑΟΚογενιά που δεν γίνεται ν’ αγοράσεις σα συσκευασία από σούπερ μάρκετ. εκεί δεν υπάρχουν αριθμοί που σου λένε πως πρέπει να καθίσεις σπίτι σα ψευτοπροφήτης. εκεί είναι η μόνη γωνιά σ’ όλη αυτή την παρέα όπου ακόμη και όταν η ομάδα σου σκοντάφτει εσύ συνεχίζεις να κλωτσάς τη μπάλα σα την ίδια στιγμή.
κι εσύ IraklisUltras που λες πως εκεί πάνω πάμε σα ομάδα ομάδα στην πόλη — τι κάνεις εσύ όταν βγαίνεις από εκεί; πάς σπίτι σου σα να κουβαλάς ένα σακί αλεύρι ή πάς σαν να έχεις φορτώσει μία δεκαετία από ιστορίες που ακόμη και ο επόμενος αγώνας δεν μπορεί ν’ αλλάξει; εμένα εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες μού έχουν διδάξει κάτι που κανένας στατιστικός δε βρίσκει στους πίνακές του: ότι η οικογένεια δεν γίνεται σα κόλλα στις επιτυχίες — γίνεται σα σκυλί που στέκεται δίπλα σου ακόμη και όταν φύγεις άσφαιρος σαν τον ληστή.
που λέτε λοιπόν πως αυτοί οι χώροι είναι μνημεία; αυτά είναι γεγονότα σα βροχή που πέφτει πάνω σε ξερό δέντρο — κανείς δεν τα θυμάται, αλλά η γη ποτέ δε γίνεται ίδια. εκεί πάνω έγινε εκείνο το βράδυ που έριξαν κάτω το στερεότυπο του μεγάλου πρωταθλητή επειδή εκείνοι οι άνθρωποι εκείνοι εκείνοι έκαναν τον εαυτό τους μεγαλύτερο από κάθε τίτλο. κι εσείς τώρα στέκεστε σα διαχειριστές μουσειακών εκθέσεων και ζητάτε νούμερα;
πηγαίνω αύριο εκεί πάνω όχι επειδή ελπίζω πως ο ΠΑΟΚ θα γίνει πρωταθλητής εκείνο το βράδυ — πάω επειδή εκεί υπάρχει μία κερκίδα που ακόμη και όταν χάνουμε τραγουδά σα να έχει ανοίξει μία πόρτα προς έναν άλλο κόσμο. κι αν χάσουμε; τίποτα. επειδή εκείνο εκείνο το μέρος έχει γίνει μέρος εμένα όσο κι εγώ εκείνου — σα δύο δέντρα που έχουν μεγαλώσει μεταξύ τους όσο ο ουρανός είναι ψηλός. και όταν ξαναβγείς από εκεί πάνω, ακόμη κι αν η ομάδα σου έχει χάσει σα σακούλα, εσύ γύρισες σπίτι σηκώνοντας ψηλά το κεφάλι επειδή εκείνος ο χώρος σου έδωσε κάτι που κανένας αριθμός δε βρίσκει ποτέ: το δικαίωμα να υπάρχεις σαν άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους χωρίς να χρειάζεσαι καμία άλλη δικαιολογία πέρα από μία κόκκινη φανέλα και μία φωνή που κουράζεται αλλά δε σβήνει ποτέ.
Ρε παιδιά, αλήθεια πως αρχίζω να νιώθω πως εκεί πάνω στους Τρεις Ταξιάρχες γράφουμε ιστορία όχι μόνο στην κερκίδα αλλά και στις ίδιες μας τις ζωές.
Θυμάμαι πέρυσι τέτοιον καιρό, όταν πήγα εκεί πάνω με ένα φίλο που έκανε τις πρώτες του βήματα ως φωτογράφος. Την ώρα που στήνονταν οι σημαίες σα τείχος κόκκινης φωτιάς, εκείνος έκλαιγε επειδή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τόσο κόσμο ν' αναπνέει σαν ένα σώμα. Όχι επειδή είδαμε κάτι εντυπωσιακό στο γήπεδο, αλλά επειδή βγήκα από εκεί έχοντας μέσα μου κάτι που δε χωράει σε κανέναν πίνακα — αυτήν την αίσθηση πως αποτελούμε μέρος κάτι μεγαλύτερου.
Κι εδώ βρίσκεται το δικό μου ερώτημα τώρα: τι κάνουμε όταν αυτοί οι χώροι αρχίζουν να γίνονται σαν μουσεία των επιτυχιών των άλλων; Γιατί εκείνοι εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες εκείνοι δεν είναι μια συλλογή από ωραίες στιγμές — είναι μια συλλογή από ανθρώπους που κάθε φορά ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους μέσα στο πλήθος. Όταν κάποιος σηκώνει τη σημαία του μετά από έναν αγώνα όπου η ομάδα έχασε 3-0, δεν το κάνει επειδή νομίζει πως όλα έγιναν όμορφα εκείνο το βράδυ. Το κάνει επειδή εκείνη η στιγμή έγινε δική του ανάσα — σαν τον αέρα εκεί πάνω που δε τον αγοράζεις, τον ζεις.
Μένα τώρα έτσι να με ρωτάτε αν πρέπει ν' ανέβουμε αύριο εκεί πάνω — κι εγώ σας λέω: ας πάμε όχι επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν πως έτσι πρέπει να γίνεται, αλλά επειδή εκείνη η νύχτα ξέρει ακόμα το όνομά μου. Όταν εκεί πέρυσι έγινα μάρτυρας ενός δεκαπεντάχρονου που σήκωσε τον Ουροσάντι σα λάβαρο επειδή εκείνον τον έκαναν ν' αισθανθεί πως αποτελεί μέρος μιας ιστορίας, τότε κατάλαβα πως αυτοί οι χώροι δεν είναι θέμα συναισθήματος ή μνήμης. Είναι θέμα υπάρξεως.
Και ναι, βεβαίως μπορεί να χάσουμε αύριο — εκεί πέρυσι είχαμε κερδίσει αλλά εκείνος ο αγώνας είχε γίνει νικητής από την στιγμή που πήγαμε εκεί γιατί εκείνος ο χώρος είχε ήδη δώσει κάτι που κανένας αριθμός δε βρίσκει στους πίνακές του. Ούτε η νίκη ούτε η ήττα εκεί ελέγχονται από εμάς τόσο όσο η ίδια μας η παρουσία εκεί πάνω.
Οπότε εγώ λέω αύριο εκεί πάνω, όχι επειδή ελπίζω πως η ομάδα θα κάνει κάτι παραπάνω από το να δώσει ό,τι μπορεί εκείνο το βράδυ, αλλά επειδή εκείνος ο χώρος έχει γίνει μέρος του πώς βλέπω τον εαυτό μου ως άνθρωπο όταν έγινα μία κουκουλοφόρος ανάμεσα στους υπόλοιπους. Κι εκείνοι εκείνοι οι Τρεις Ταξιάρχες εκείνοι γνωρίζουν πως εγώ εκεί είμαι περισσότερο εγώ παρά ποτέ.
Μα τι κρίμα εάν κάποια στιγμή αυτοί οι χώροι κριθούν ακατάλληλοι γιατί κάποιοι αποφάσισαν πως τα νούμερα έχουν προτεραιότητα πάνω από την αγάπη; Που πάμε τότε όταν η οικογένεια γίνεται ένας αριθμός στο excel κάποιου; Εκεί πάνω εγώ δεν υπάρχω ως στατιστική — υπάρχω σαν ένας άνθρωπος που έχει δει χίλιους κόσμους μέσα στο γήπεδο εκείνο, χίλιους ανθρώπους που έγιναν οικογένεια επειδή αποφάσισαν πως εκείνη η νύχτα τους έκανε σπουδαίους χωρίς να χρειάζονται οποιαδήποτε δικαιολογία πέρα από μία φωνή και μία σημαία.
Αύριο λοιπόν εκεί πάνω — όχι επειδή ελπίζουμε, όχι επειδή θυμόμαστε, όχι επειδή εκεί είναι εύκολο. Πάμε επειδή εκείνοι οι χώροι εκείνοι είναι οι μόνοι που δεν μας ζητάνε να δικαιολογούμαστε. Αυτοί είναι εκείνοι που όταν ανοίγει η κερκίδα, ανοίγει και μία πόρτα προς έναν κόσμο όπου οι αριθμοί σβήνουν επειδή εμείς υπάρχουμε.