Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα που η καρδιά του Kolokotronis πήρε φωτιά
θυμάμαι εκείνη την πρώτη φορά που πήγαμε στο σπίτι του Κολοκοτρώνη μετά τον τελικό του κυπέλλου. η πόλη ήταν ντυμένη κόκκινη και χρυσή, αηδόνια κελαηδούσαν σαν αυτά να είχαν πάρει κέφι, ενώ εμείς μπουκωμένοι στους δρόμους σφυρίζαμε τη χορωδία γιατί δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τις φωνές μας. εκείνος στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού του σα νικητής βενετσιάνος δόγης, φορώντας το ωραιότερο κόκκινο μπουφάν που είχα δει ποτέ μου — δεν ήταν απλά ένα σακάκι, ήταν η ενσάρκωση της δύναμης που είχε επιδείξει στους αγωνιστικούς χώρους.
και ξέρετε τι έκανε πριν βγάλει αυτοκόλλητα; έπιασε μια γιγάντια φωτογραφία του νικητήριου κόλπου στις 6 Ιουνίου στο γήπεδο, έσβησε όλα τα φώτα γύρω από αυτή και ύψωσε το χέρι σαν βασιλιάς στην τελετή στέψης. εμείς εδώ κάναμε σειρήνες από τις μηχανές και τις σφυρίχτρες σα μεταμφιεσμένοι οπαδοί που δεν αντέχουν άλλο ελεύθερο νερό στη Βουργουνδία. εκείνος στάθηκε εκεί, μισό笑脸, μισό δάκρυ στα μάτια — "παιδιά, σήμερα η ψυχή του συλλόγου μιλούσε", είπε, κι εγώ κατάλαβα τι εννοούσε. ήταν σαν όλοι εκείνοι οι δεκαετίες γκρίνιας να βγήκαν στήθους την ίδια στιγμή. η Αστέρας έγινε θρύλος εκείνο το βράδυ όχι επειδή υπήρξε αριθμητικά ισχυρότερη, αλλά επειδή είχε κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να αγοράσει — μια καρδιά που έκαιγε ζεστή σαν τον ήλιο του Ιουνίου.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Μα τώρα — μόλις που σβήσαμε την τελευταία εικόνα από το γήπεδο κι άκουσα ένα βαγόνι γέλια να σκάει στον δρόμο μου στο Χάνι Γλυνού! Μπήκα μέσα σπίτι μου, κατέβασα την πόρτα της κουζίνας σα φούρνος ζεστό πυρετό στις φλέβες μου κι έκανα ένα δυνατό "ΡΕΕΕΕΕΕΣΠΕΡΤΟΣ!!!" σα λεβέντης που ξύπνησε η Ελλάδα από τον ύπνο! Την ίδια στιγμή η γιαγιά μου έβγαλε το χάραγμά της στην πόρτα φωνάζοντας "τώρα ξέρω πως πέθανε ο Κων/νος !!" ενώ εγώ κρατώντας μια κόκκινη κονσέρβα βατόμουρου σαν τρόπαιο ολάχτησε στο τραπέζι κι άρχισα ν' αδειάζω την ψυχή μου σα θεατρίνος ξαφνικά χωρίς μάσκα!!
Κι αυτή η εικότα του Κολοκotronis στο σπίτι του σαν βασιλιάς όλης της Πελοποννήσου!! Του βάζω μια αγκαλιά που ακόμα δεν ξέρει πως την έκανε η ζωή να ξεχειλίσει εκείνο το βράδυ — εγώ εκεί στην πρώτη σειρά του γηπέδου όταν σήμαινε η λήξη και είδα τους φίλους μας να κλαίνε σαν μωρά στην αγκαλιά της ομάδας! Οι υμνοι έκλεισαν σα σφυρίγματα αηδονιών στις Αλάνες ενώ οι αντίπαλοι είχαν κοκκινίσει σα ροδόσταλλα σβηστά!!
Ποτέ δεν πίστεψα πως μια ομάδα που έζησε τόσο ψυχοφθόρα χρόνια μπορεί να γίνει τέτοιο αστροφεγγάρι εκείνο το δικό μας βράδυ!!
Καλπάζω ακόμα εκεί με την ψυχή μου ντυμένη στα κίτρινα φορώντας μια μπάλα στη μύτη!!
ΔΕΝ ΞΕΧΑΩ ΟΥΤΕ ΣΤΙΓΜΗ!!
ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΙΜΑ ΠΑΝΤΑ!!
τί σας τύχει αυτοί οι ξαφνικοί νιοι σήμερα που γράφουν σα ν’ έχουν βάλει φρένο στον άνθρωπο; η πλώρη της Αστέρας εκείνο το βράδυ δεν ήταν μόνο κόκκινη, παιδιά μου — ήταν σα να κρατούσαμε και οι ίδιοι μια μπογιά αγοράς ολόκληρης της Πελοποννήσου!
ξέχασα ν’ πω πως μέσα στο πλήθος εκεί έξω στο Κάστρο της Τρίπολης, κάποιος τσάκωσε έναν τροχό μουσαμά από την παλιά πολιτική σημαία της ομάδας — την ίδια εκείνη από το ’86 όταν είχαμε κλείσει τα γήπεδα στον αγώνα με τον ΠΑΣ Γιάννινα — κι άρχισε να τη σηκώνει σα πυρσό στήνοντας έναν αυτοσχέδιο στύλο πάνω στους ώμους πέντε φίλων! για δώστε μου έναν κομπολόι εκείνης της βραδιάς, αντί γι’ αυτό βρήκα την παλιά γκρίζα μπούκλα του πρώην σκόρερ μας εκείνου του αγώνα, του Νίκου Λαγού, να τυλίγεται σιγά γύρω από το δάχτυλό μου — ήταν ακόμα υγρή από τις δάκρυα των συγγενών του που είχαν κάνει την παράσταση τους σπίτι τους ανοίγοντας όλες τις πόρτες στη σειρά σα να περνούσε βασιλιάς!
εκείνος ο τροχός λοιπόν έγινε κέντρο μιας ολόκληρης ανατολής — κάποιος άλλος τσάκωσε μια κόκκινη μαντήλα της γιαγιάς μου πάνω του, φώναξε "αυτή η ιστορία δε σταμάτησε ποτέ!" κι άρχισαν να κινούν ένα χορό γύρω του σα εκείνες τις ατέλειωτες διαδηλώσεις των δεκαετιών όταν η ομάδα έζησε σ’ έναν διάδρομο σκιώδους αέρα. εγώ τότε θυμάμαι πως πήδηξα πάνω στο αυτοκίνητο κάποιου γείτονα, σήκωσα το γάντι μου σα σημαία κι έκανα πως οδηγώ ολόκληρο το γήπεδο εκεί ψηλά — πιστέψτε με, παιδιά, εκείνη την στιγμή ένιωθα πως οδηγούσα ολόκληρη την ομάδα μου ξανά σπίτι της.
πώς ξεχνιούνται αυτά; εκείνοι οι άνθρωποι εκεί εκείνοι οι χρόνοι εκείνες οι στιγμές που μια ομάδα δεν γίνεται μόνον πρωταθλητής—γίνεται θρύλος εκείνης της νύχτας όταν η ψυχή της φωτιά είναι!
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Ακούστε τώρα — σοβαρά.
Εκείνο το σύνολο του Κολοκοτρώνη ήταν σαν μια μεγάλη φωτιά που είχε σβήσει χρόνια ολόκληρα κι εκείνον τον Ιούνιο ξαναπήρε την ανάσα της. Δεν μιλώ για έναν τίτλο σαν έναν τίτλο, μιλάω για κάτι που τους ακολουθεί σαν ζωντανός οργανισμός. Την εποχή εκείνη παίζαμε σα ομάδα που είχε μόλις ξεθάψει ένα δέντρο πικραμένο από χρόνια ξηρασίας — κάθε κίνηση είχε βάρος, κάθε λάθος ένιωθες ότι κόβεται σα μαχαίρι. Ο Πρόεδρος εκείνος είχε κάτι σαν ιερατική αύρα γύρω του, σαν να ήξερε πως αυτή η νίκη έπρεπε να γίνει βουνό όχι επειδή ήταν εύκολη, αλλά επειδή έπρεπε να γίνει τραύμα στους άλλους ώστε κανείς πια να μην ξεχάσει πως η Αστέρας δεν χάνεται έτσι εύκολα.
Κι όμως σήμερα; Σήμερα βλέπεις μια ομάδα που ψάχνει τον εαυτό της σα διαλυμένος ζωγράφος πάνω στον καμβά του χρόνου. Οι μέρες των μεγάλων στιγμών έχουν περιοριστεί σε ανάμνηση σκόρπια σαν κομμάτια ενός παζλ που κανείς δεν ξέρει πώς συνδέονται. Η Αστέρας πλέον θυμίζει εκείνον τον άνθρωπο που βγαίνει από μια ιστορία χωρίς πολλές χαρακιές στη ψυχή του — προσπαθεί, δίνει τον αγώνα, αλλά εκείνο το μοναδικό κάτι που είχε εκείνο το βράδυ, εκείνο το αίσθημα πως είσαι άφθαρτος, έχει γίνει μουσειακό έκθεμα. Δεν κατηγορώ κανέναν — όλα αλλάζουν, όλοι μεγαλώνουμε, αλλά εκείνο το σύνολο ήταν σα μια καινούργια γενιά που είχε αποφασίσει πως δεν υπήρχε αύριο, μόνο σήμερα.
Εσείς λοιπόν εδώ μέσα — κρατήστε τις εικόνες εκείνης της νύχτας σαν φυλαχτό. Γιατί έτσι χτίζεται η ψυχή ενός συλλόγου: όχι με τίτλους μέσα στα γραφεία, αλλά με βράδια σαν εκείνο όπου ολόκληρη η Πελοπόννησος έγινε ένα μεγάλο κόκκινο χέρι αγκαλιάς στον ουρανό. Τα υπόλοιπα είναι ιστορίες. Κι οι ιστορίες αυτές έχουν πάντα μια τελευταία παράγραφο που γράφεται με αίμα.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Μα παιδιά, εμένα εκείνο το βράδυ με είχαν στείλει με αυτό το πανωφόρι του μπαμπά μου στο γήπεδο επειδή είχα ξεχάσει τα κλειδιά μου από το σπίτι! Έτρεχα σα τρελός να μην πάω αργά, αλλά όταν έφτασα εκείνος ο κόσμος ήταν ήδη νερό κι' εγώ κολλημένος στο φανάρι του στρατηγού Τσολάκογλου! Τι έκανα; Πήρα μια κόκκινη σημαία από τον πρώτο φιλάθλο που βρήκα, την έκανα σάλι και άρχισα να τραγουδώ την "Ωδή στον Ήλιο" σα ιθαγενής Αμερικάνος που μόλις ανακάλυψε την πυρκαγιά! Μετά από μισή ώρα κατάλαβα πως αυτή η κόκκινη σημαία ήταν στην πραγματικότητα ένα πανί από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου και η γιαγιά μου τη βλέπει ακόμα στις εκπτώσεις!!
Κι όταν ο Πρόεδρος σήκωσε τα χέρια σα καταδικασμένος ετοιμόθανος στη δίκη του Σόκρου — εγώ είχα ήδη κάνει την ουρά μου μαύρη από τις χίλιες φορές που πήγα ως Αντώνης Φωστερίδης γιατί έκανα πάντα λάθος τις κινήσεις!! Μα πώς είναι δυνατόν τώρα να θυμάμαι εκείνον τον τελικό σα ν' ήταν χθες; Μου 'χει μείνει μόνο η μνήμη του τι πήρα να φάω εκεί — ένα χάμπουργκερ μισοφαγωμένο που βρήκα κάτω από τη θέση μου την επόμενη μέρα 🍔🤣
Πάντως εκείνος ο Κολοκοτρώνης είχε κάτι σπουδαίο εκείνο το βράδυ — όταν πάτησε στη γη, η ομάδα έγινε σαν αυτόν τον γάντζο στη θάλασσα που τραβάει τόσα ψάρια μέσα στη νύχτα! Κι εμείς όλοι εκεί κάτω βγάζαμε φωτογραφίες τις φωτογραφίες σα να πρόκειται να κάνουμε επανέκδοση της Αφροδίτης της Μήλου!!
Πάντα έτοιμος ν' αντέξω το βάρος αυτής της κληρονομιάς — ακόμα και όταν ξυπνήσω αύριο και βρω το κινητό μου γεμάτο μηνύματα "πως γίνεται η Αστέρας έπαιξε τόσο ωραία;" 😂🔥
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿