Όταν οι γίγαντες του παρελθόντος κάνουν πως ξεχνιούνται
εκανα ζαχανι στο σπίτι εχτές το βράδυ σβήνοντας όλα τα φώτα σιγά-σιγά, σα να μην ήθελα να χάσω κανένα στιγμιότυπο από τον αγώνα εκείνο που ξαναζούσα στο μυαλό μου... εκείνος ο Οκτώβρης του ’99, όταν η Ρεάλ είχε σπάσει όλα τα χέρια για να πάει στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στην Βαλένθια στο Μπερναμπέου. 4-1 στο σκορ εκείνο το βράδυ, αλλά αυτό που μένει είναι το πώς γέμισε αίθουσα θρύλου εκεί μέσα, το πως σήκωσαν όλοι όρθιοι τους πρωταθλητές εκείνους σαν να ήταν θεοί.
γιατί κάτι τέτοιο ακριβώς μου ήρθε την περασμένη βδομάδα όταν διάβασα πως ξανάνοιξαν την ξύλινη σκαλοπάτια του Μπερναμπέου, εκείνα που είχαν φαγωθεί από τον χρόνο σαν παλιά σκαλιά σπιτιού κάποιου θείου στην επαρχία. λες και ξαναζήσανε εκείνες τις στιγμές, σαν να μην είχαν φύγει ποτέ. εγώ άμα κλείσω τα μάτια ακόμα βλέπω τον Ραούλ να σηκώνει τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του σαν σήμα στους θεούς της ιστορίας, εκείνος ο χαρακτηριστικός τρόπος του, σα να λέει "εγώ εδώ έφτιαξα τη δική μου ιστορία". και τώρα λοιπόν αυτά τα παλιά ξύλα ξανάκαναν την εμφάνισή τους, σαν ανακάτεμα μνήμης και σκοπού.
θυμάμαι όταν πήγα εκεί για πρώτη φορά με τον αδερφό μου στα τέλη των '80s, πέντε χρονών τότε· είχα βγάλει το εισιτήριο μου σφιχτά στη χούφτα μου σα φυλαχτό. εκείνη η πρώτη φορά που μπήκαμε μέσα στο γήπεδο — νόμιζα πως πέθαινα από την αίσθηση εκείνης της αγκαλιάς του χώρου, σα να μην υπήρχε τίποτα άλλο γύρω. εκεί όπου κάποιοι μεγάλοι άνδρες έκλαιγαν σιγανά πριν αρχίσει η παράσταση επειδή η ομάδα τους ήταν εκεί. έτσι έγινε τώρα, όταν βγήκαν αυτές οι φωτογραφίες από την περιοχή των σκαλοπατιών κι οι παλιοί βγαίνουν στις συζητήσεις — και εγώ μαζί τους.
πως γίνεται όμως κανείς ν’ αποφεύγει να κλαίει βλέποντας εκείνα τα παλιά ξύλα να στέκονται ξανά στέρεα σαν αποδείξεις πως κάποιοι άνθρωποι ξέρουν να φτιάχνουν μνημεία; δεν είναι θέμα αποκατάστασης εκείνο εκείνο το γήπεδο είναι σαν κάποιος ζωντανός οργανισμός που ξέρει πως έχει έρθει η ώρα να ξαναδεί τον εαυτό του καθρέφτη πριν ξεχαστεί. όσοι έχουμε ζήσει εκείνες τις νύχτες που έκανε χειμώνα καλοκαίρι σ’ εκείνο το λόφο, καταλαβαίνουμε. δεν χρειάζονται λόγια.
και σου λέω εγώ εδώ, φίλτατο, πως εκείνο το γήπεδο ξέρει καλά τι κάνει όταν ξαναβγάζει στην επιφάνεια τις ρίζες του. σα να λέει στον καθένα που ανησυχεί: "εγώ υπάρχω ακόμα, μη φοβάσαι". αυτοί οι γίγαντες κάποτε έφτιαξαν μια πόλη εδώ πάνω στον λόφο κι εκείνοι ξέρουν πως δεν ξεχνιούνται έτσι εύκολα. άλλο ξέρουν πως εκείνοι οι ίδιοι δημιούργησαν αυτά τα σκαλιά, αυτές τις μνήμες, αυτούς τους βράχους — όχι το καινούργιο ατσάλι που φέρνει το σύγχρονο 축구.
τι άλλο να πεις λοιπόν... ευχαριστούμε που το θυμήθηκαν εκείνοι που πρέπει. ευχαριστούμε που έκαναν έτσι ώστε κάποιοι σα εμένα να μην ξεχνάμε πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο με νέες σειρές αριθμητικών μεγεθών αλλα με ανθρώπινα δάκρυα, δόξα, κραυγές και αυτά τα ξύλινα σκαλιά που κάνουν την ανάμνηση πραγματική.
😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Πάντα κουβαλάω αυτές τις μνήμες σαν εικόνες τσακισμένες πίσω από τους βολβούς των ματιών μου... όταν έκλεισα τα μάτια χτές βράδυ, κι εμένα με έπιασε ένας δυνατός αναστεναγμός εκεί που στέκονταν για πρώτη φορά οι ξύλινες σκαλοπάτιες σα να μου είπανε "γειά σου, θυμήσου", κατάλαβα πως αυτά εδώ δεν είναι just ξύλα! Είναι σαν τις πρώτες μου αναπνοές όταν πρωτοπάτησα σ’ εκείνο το χοντρό χαλί μπροστά στις κερκίδες, Αύγουστος του 2002, δεκατριών χρονών μαζί με τους γονείς μου — εκεί που κάποιος παλιατζής στοιβάζονταν έξω μαζί μου φώναζε "βρέ παιδί, κανονικά έχουμε στρατόπεδο εδώ πάνω όχι γήπεδο!!"
Μόλις είδα τις φωτογραφίες εκείνων των σκαλοπατιών, ξαναζήσα αυτήν την τσίχλα της μνήμης... όταν πρώτος φορά τον γύρο έκανα με τον μπαμπά μου δίπλα στον πάγκο, εκεί που αυτοί οι άνθρωποι στέκονταν σα βουνά αγάλματα, εκεί όπου ξέσπασε η φωνή του Φίγκο σαν αστραπή εκείνο το βράδυ απέναντι στην Λεβερκούζεν. Οι παλαιοί φώναζαν "γιούπιιι!" κουνώντας σαλατιέρες σα σήμερα, μόνο που εκείνοι οι σαλατιέρες είχανε γράμματα πάνω τους — θυμάμαι πως σήκωσα τόσο πολύ τον λαιμό μου ώστε ένιωθα τον ντόρο του γηπέδου να εισχωρεί σα φάρμακο μέσα μου!
Και τώρα λοιπόν βλέπω αυτά τα σκαλιά να στέκουν ξανά στέρεα κι έτσι έκανα αυτό που κάνουν όλοι εμείς οι γίγαντες των εποχών εκείνης: σφίγγω τη γροθιά μου τόσο σκληρά που ξέχασα πως υπάρχει πόνος στους αρθρώσεις! Αυτά εδώ δεν είναι αποκατάσταση... είναι σαν να βάζεις ξανά τις φλέβες μέσα στο σώμα αυτού του γηπέδου όταν φώναζε ο Φαβρ μετά το 3-0 στον Άγιαξ εκείνο το χειμώνα μέσα στην ομίχλη.
Δεν ξεχνάω ποτέ πως εκείνος ο χώρος μου έδωσε αυτά τα δάκρυα όταν είδε τον Σάντα Μαρία να βάζει τον τρίτο εκείνο αγώνα απέναντι στην Γιουβέντους εκείνη νύχτα... τώρα όμως νιώθω πως και εκείνος ο παλιά γίγας κάθισε πλάι μου πάνω σ’ εκείνα τα σκαλιά σα να μου ψιθύριζε "βλέπεις; εγώ ακόμα υπάρχω, εγώ ακόμα δυναμώνω!"
🔥💪 ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΣΠΑΣΕΙΣ ΤΟ ΘΡΑΝΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΛΟΙΠΟΝ;;;;
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
τι γίνεται παιδιά μου, βρισκόμαστε εκείνες τις βραδιές πάλι στο προσκήνιο σαν ξύπνημα από βαθύ ύπνο... θυμάμαι τον Οκτώβριο του 1998, είχα πάει ξανά κλέφτικα στο Μέσινα, δουλειά είχε ο υπουργός τότε κι εγώ έπρεπε να ταξιδεύω συνέχεια μέχρι εκεί με το τρένο. εκείνος ο αγώνας ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ, η Ρεάλ έπαιζε απέναντι στην Μπορούσια Ντόρτμουντ και εγώ καθόμουνα σ’ εκείνο το ράφι των φιλοξενουμένων σα φάντασμα, αλλά σφίγγοντας ακόμα μια μπουκάλα κόκα κόλα σα να ήτανESMA.
όταν επέστρεψα σπίτι μου εδώ στον Βόλο, είχα ράβει πάνω στη μπλούζα μου ένα αυτοσχέδιο κονκάρδιο από χαρτόνι που έγραφε "Ρεάλ Μαδρίτης, γηπεδούλια ανάμεσα στους γίγαντες". πάνω σ’ εκείνο το τραίνο δεν κουνήθηκα ούτε στιγμή, είχε στήσει ένας Αμερικάνος εκεί μαζί μου γείτονας και μου λέει "αδερφέ, βλέπεις τελικά αυτά που γράφουνε στις δικές σου τις εφημερίδες; εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν αγοράζουν αγγλικό ποδόσφαιρο!" κι εγώ του αποκρίθηκα μόνο με ένα βλέμμα σα να μου είχε πει την πιο αστείρευτη αλήθεια της ζωής μου.
τώρα λοιπόν βλέπω εκείνες τις ξύλινες σκαλοπάτιες πάλι όρθιες σα να φτιάχνονται σήμερα το πρωί μπροστά μου, κι έτσι μου ήρθε αυτόματα στο μυαλό εκείνο το βράδυ όταν η ομάδα πήγε στον τελικό στη Βαρκελώνη. όταν έκλεισες το σπίτι σου και βγήκες ξανά στον δρόμο εκείνος ο χειμώνας, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω σου παρά φώτα και φωνές από την πλατεία της γειτονιάς καθώς όλοι φώναζαν πως ο Φίγκο σηκώθηκε στον αέρα σαν αγγέλος μετά το πρώτο γκολ.
τι περιμένατε λοιπόν να κάνουν αυτά τα σκαλιά; δεν πρόκειται μονάχα για ξύλο εκεί πέρα — είναι σα να ανοίχτηκε ξανά η πόρτα εκείνου του γηπέδου και κάποιες ψυχές ξαναπεράσανε μέσα από εκεί για δεύτερη φορά! εμένα μου θύμισε όταν πρωτοείδα τον Γιόχαν Κρόιφ εκεί στα γηρατειά του στο 텔레비σιο, όταν άρχισε να μιλάει σιγά για εκείνον τον αγώνα του ’73 εκεί που η Αίαξ γκρέμιζε την Ρεάλ σαν να ήταν η Αντίστροφη Του Βασιλιά... εκείνος εκείνος ο παλικαρισμός που είχανε κάποτε αυτά τα γήπεδα.
τώρα βλέπω αυτές τις φωτογραφίες και κάτι μου λέει πως εκείνα τα σκαλιά δεν μιλάνε μονάχα στους παλιούς — μιλάνε σιγά-σιγά και στους νέους, σα να τους διδάσκουν πως η ιστορία δεν γράφεται με τρία δισ. ευρώ, αλλά μ’ αυτά τα χέρια που φτιάχνουν πλούτο αλλιώς.
κι εγώ εδώ, σα μεγαλόσωμος παππούς που κουβαλάει ακόμα το προσωπικό του κουτί με τις σοκολάτες στο θέατρο της ομάδας μου, λέω ότι εκείνο το γήπεδο είναι σα γονέας που ποτέ δε γερνάει... όταν τέλειωσε εκείνος ο αγώνας το βράδυ του Οκτώβρη, εκεί που η ομάδα πέρασε πρώτη την μπάλα δεκαπέντε φορές χωρίς αντίδραση, θυμάμαι πως εγώ είχα βγάλει τα δάκρυα μου σα να έφυγε κάποιος δικός μου άνθρωπος εκείνη την στιγμή.
τώρα όμως βλέπω ξανά αυτά τα σκαλιά στέρεα σαν μνήμες σκαλισμένες πάνω τους κι έτσι μόνο σας λέω: όταν η Ρεάλ ξαναβρεί τις ρίζες της σα οικογένεια που ξέρει πως κανείς δε χωρίζει τους δικούς του, τότε εμείς ξέρουμε πως εκεί έξω υπάρχουνε ακόμα εκείνοι οι γίγαντες πάλι όρθιοι σαν πρώτη φορά.
μιας και μιλάμε γι' αυτά... έχετε δει πόσο ανατριχιάζει όταν βλέπεις έναν παλιά του γηπέδου να σηκώνει το χέρι του εκεί πάνω και να λέει "αυτή είναι η χώρα μου;" αυτή η μνήμη μέσα σου δεν ξεθωριάζει ποτέ!
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Αχ, φίλοι μου... σας διαβάζω όλους και νιώθω πως η σειρά μου είναι να πιάσω κι εγώ τη σκυτάλη από εκεί που την άφησε ο Thrylos — όχι τόσο από την ιστορία αυτή καθαυτή, όσο από αυτό το αίσθημα που μας γεννάει όταν βλέπουμε αυτά τα σκαλιά πάλι όρθια σα βουνά δόξας.
Θυμάμαι εκείνες τις νύχτες στα τέλη των '90s, όταν πατούσα στις κερκίδες του Bernabéu σαν παιδί να δω στη σειρά τους Τζιντζάρ, Σιντόρφ, Ραούλ... εκείνον τον Οκτώβριο του ’99 που λες, όταν η ομάδα σκόρπισε την Βαλένθια σα να ήταν οι Αντικριστές στο σχολείο. Τότε νόμιζες πως η ομάδα ήταν ένας οργανισμός ζωντανός — όχι μόνο μέσα στο γήπεδο, αλλά σ’ όλο τον κόσμο. Τότε το Bernabéu είχε μια μυρωδιά: τύρφη, παλιά ξύλα, ιδρώτα μετά από αγώνα... κάποιος εκεί μέσα μπορούσε να πιάσει τη στιγμή σα να ήταν ψωμί φρέσκο ακόμα.
Κι η σημερινή ομάδα; Μα βέβαιο πως είναι διαφορετική — όχι επειδή είναι χειρότερη ή καλύτερη, μα επειδή έχει βάλει άλλη στολή. Έχει χάσει εκείνο το αίσθημα της οικογενειακής αγκάλης που είχε τότε. Δεν βλέπεις πια εκείνους τους ανθρώπους στους πάγκους να στέκονται σα βράχοι όταν η μπάλα κυλάει: κάποιοι είναι νεότεροι, άλλοι έχουν αλλάξει ρόλους, κάποιοι ακόμα κουβαλάνε τις ιστορίες αλλά δεν έχουν εκείνη την ίδια φλόγα στα μάτια. Οι περίοδοι μεταξύ των τίτλων έχουν γίνει περισσότερες, οι προσδοκίες άλλαξαν — εκείνο το μυστήριο που είχε τότε η ομάδα σαν να ήταν κάτι παραπάνω από ποδόσφαιρο έχει χαθεί κάπου μέσα στις διεθνείς μετακινήσεις, στους νέους κανόνες, στην αναζήτηση ενός πρωταθλητισμού χωρίς πολλές φιλοδοξίες.
Κι όμως... όταν βλέπεις εκείνα τα σκαλιά πάλι στέρεα σαν μνήμες που ξαναζούν, καταλαβαίνεις πως η ουσία είναι ακόμα εκεί. Αυτή η ομάδα σήμερα είναι σαν ένα νέο κτίριο που χτίστηκε πάνω στους παλαιούς πέτρινους τοίχους — έχει περισσότερα δωμάτια, πιο σύγχρονους χώρους, ντουζιέρες κρύου ζεστού νερό... μα εκείνος ο πυρήνας, εκείνος ο ξύλινος πυρήνας που έκανε το Bernabéu σπίτι σου, είναι ακόμα ζωντανός σαν φάντασμα αγκαλιάς στους τοίχους εκείνους.
Δεν είναι λοιπόν θέμα "η παλιά ομάδα ήταν τέλεια ενώ η σημερινή όχι". Είναι κάτι άλλο: εκείνοι οι γίγαντες ζούσαν εκείνο τον αιώνα σαν οικογένεια. Σήμερα η ομάδα ζει σ’ έναν κόσμο όπου η οικογένεια εκτείνεται πέραν των συνόρων, όπου ο πρωταθλητισμός σημαίνει και οικονομική ισορροπία, όπου οι φωνές των οπαδών πρέπει να διασχίζουν ηπείρους μέσω Twitter. Αυτή η αλλαγή έχει φέρει κάποιες φορές θλιβερές στιγμές — εκείνα τα χρόνια ανάμεσα στους τίτλους, εκείνες τις βραδιές που το γήπεδο ήταν κατάμεστο αλλα οι προσδοκίες έπεφταν σαν πέτρα.
Μα εκείνο το σφίξιμο στη γροθιά όταν είδες εκείνα τα σκαλιά; Αυτό δεν αλλάζει. Είναι σα να σου επέστρεψε η αγκαλιά του παππού σου πριν κλείσει τα μάτια για πάντα. Κάτι τέτοιες στιγμές δεν υπάρχουν στο χρονοδιάγραμμα των αποτελεσμάτων — υπάρχουν μόνο μέσα στην ψυχή εκείνων που δεν ξεχνούν πως ο μεγαλύτερος τίτλος δεν βρίσκεται στον πίνακα, αλλά στις μνήμες που μας χάρισαν αυτοί οι άνθρωποι εκεί πάνω στον λόφο.
Και ναι, ας μην ξεχνάμε πως εκείνοι οι γίγαντες εκείνης της εποχής είχαν την τύχη να ζήσουν εκείνη την εποχή χωρίς πιέσεις σαν αυτές του σήμερα. Αλλα είχαν κάτι άλλο που ήταν μοναδικό: είχαν το Bernabéu σα σπίτι, όχι σα μουσείο. Σήμερα η ομάδα ζει σ’ ένα μουσειακό κτίριο — δεν το λέω για να κριτικάρω, αλλά για να πω πως οι στιγμές εκείνες εκείνης της εποχής είχαν μια γλύκα διαφορετική.
Μας δίδαξαν όμως κάτι σημαντικό: πως οι γίγαντες δεν πεθαίνουν όταν ξαναβγάζουν τα ξύλινα σκαλιά τους στην επιφάνεια. Απλά ξαναθυμούνται πως έχουν ένα σπίτι να γυρίσουν, ένα μέρος όπου κάποιοι κάθονται ακόμα και σήμερα σφίγγοντας τη μπουκάλα κόκα κόλα σα φυλαχτό, περιμένοντας να δουν ξανά εκείνον τον τίτλο να σέρνει την ομάδα μέσα από το χώμα των γηπέδων σα βασιλιάς.
Εσείς τι λέτε; Μετά από όλα αυτά, βρήκατε πως αυτή η εμπειρία άλλαξε κάτι για σας — ή ξανάπιασαν κάποιοι από εμάς εκείνο το αίσθημα πως η ιστορία δεν γράφεται με αριθμούς αλλά με ανθρώπους; 🔥
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Πωπω τώρα ξύπνησα μέσα μου το θηρίο του Πάτρα! Αυτά τα ξύλινα σκαλιά βγήκαν ξανά κι εγώ θυμήθηκα την πρώτη φορά που πήγα στο Μπερναμπέου σα μούτρο παιδί, κρατώντας σφιχτά ένα εισιτήριο σα να ήταν το τελευταίο τσιγάρο σ'εμάς. Είχα φτάσει εκεί στις 9:30 το πρωί επειδή ήθελα να προλάβω και νά 'μουνα σα χοίρος στις προπονήσεις που είχαν αρχίσει πέντε ώρες πριν ο αγώνας!
Βρήκα μια θέση πίσω από τις πρώτες σειρές, εκεί όπου οι παλιοί είχαν αφήσει σημαίες σαν ασημένια φυλαχτά. Κάποιος γύρω μου σούβλιζε σάντουιτς σα να ήταν η τελευταία φορά και φώναζε "ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ!" μέχρι που ένας τύπος στα δεξιά του φώναξε "ΠΑΣΤΕ ΤΑ ΣΑΝΤΟΥΙΤΣΑ ΣΟΥ ΡΕ ΦΙΛΑΡΕ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΝ!" 🤣
Και μετά άρχισαν όλα εκείνα τα τραγούδια των παλιών σαν να είχε ξυπνήσει ο στρατός! Κάποιος είχε φέρει σφυρίχτρα σαν κλοτσοπούλα αποθήκη, κάποιος άλλος τραγουδούσε σα να είχε πιει δύο λίτρα μπίρα πριν φύγει από την Πάτρα (κι ίσως έτσι ήταν). Εγώ κράταγα μιά μπύρα φτιαγμένη από νερό βρύσης κι έκανα ότι καταλαβαίνω στα γαλλικά επειδή έτσι νόμιζα πως είμαι ο καλύτερος οπαδός του κόσμου!
Μέχρι σήμερα δεν ξέρω αν κέρδισαν εκείνο τον αγώνα, αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι όταν είδα εκείνα τα σκαλιά να ξαναστήνονται στέρεα σα βουνό δόξας, έκανα ότι τρελάθηκα σφίγγοντας μια μπουκιά ψωμί σαν να ήταν κεφάλι του Μπέντεκ. Τα δάκρυα δεν έπεσαν επειδή νικήσαν κάποιο πρωτάθλημα — έπεσαν επειδή ξανάβρισκα εκείνον τον χώρο που κάποτε ένιωθα σα σπίτι μου ενώ ήμουν ξένος σ'αυτή την πόλη.
Και ναι, βρε αδέρφια... όταν βλέπω αυτές τις φωτογραφίες τρώω ένα τεράστιο σάντουιτς σα μούτρο επειδή έτσι έκανα και εκείνες τις εποχές! Κάποτε μου πήραν και το εισιτήριο επειδή έκανα κοπάνα από τη δουλειά μου στην αποθήκη — μα εκείνο το βράδυ στο Bernabéu με συγχώρεσε η ίδια η ιστορία! 🍿😂💪
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.