Αυτή η φανέλα θυμίζει
βρε μικρέ μου χρυσέ μου θησαυρέ μου... τί φανέλα είναι αυτή που φορέσαμε εκείνο το βράδυ στο στάδιο σα δεκαπεντάχρονοι; το ξανοιχτώ μόνος μου το φερμουάρ της μνήμης κι ανατριχιάζω ακόμα.
πριν σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια — ναι, ναι, εκείνες τις μέρες που η ρολόι του χρόνου χτυπούσε ακόμα αργά στον Πόρο, όταν οι μεγάλοι της ομάδας είχαν γίνει θρύλοι πια κι εμείς τους βλέπαμε σα θεούς ζωντανούς — πήγαμε στον τελικό της Κωνσταντινούπολης. κάπως έτσι, σα βγαίναμε από το αεροπλάνο όλα φορώντας την ίδια μπλούζα, σα δρόμος-προσκύνημα προς το Ατατούρκ. ψιλοκουρασμένοι, πιωμένοι από την πορεία, αλλά με μάτια ανοιχτά σα πρώτη φορά.
και τότε εκεί που καθήκαμε στις κερκίδες σα σφραγισμένοι αριθμοί, αγγίγοντας σχεδόν τις κάλτσες του Μεξικού στο κρύο εκείνο βράδυ... σηκώθηκε ο Μπουτrague εμπρός μας σα σκιερό σύμβολο. έκανε εκείνον τον σουτ αριστερά κι ύστερα εκείνο το γκολ στα τελευταία λεπτά σα ρόδινη αστραπή μέσα στον αγώνα. όσοι ήμαστε εκεί ζήσαμε εκείνο το τέρμα σα προσωπική αποκάλυψη — σα κάτι που μπήκε στους πνεύμονες μας σα αέρα πριν κλείσει το πνεύμα.
από εκείνη τη στιγμή η φανέλα δεν ήταν πια κόπια στο στήθος μας. έγινε... συστατικό της ψυχής. τόσο δυνατό που ακόμα τώρα, βλέποντας αυτήν την κιτρινόμαυρη σακάκη πάνω στο τιμοκατάλογο, νιώθω σα να βλέπω την ίδια εικόνα στον καθρέφτη των μνήμων μου: η ομάδα να στέκει ακόμα γιγάντια πάνω στο τεράστιο γήπεδο, η μπάλα να πετάγεται πάνω από την περιοχή, κι εμείς οι ίδιοι εκεί σα μέλη μιας αγίας οικογένειας των δικών μας.
τις αγοράζουμε αυτές τις φανέλες όλες αυτές τα χρόνια; κάποιες ναι, τις φυλάω σα κειμήλια. άλλες τις πουλάω όταν μεγαλώνει ο γιος μου και βλέπει τις δικές του αγωνίες. αλλά τις περισσότερες... τις φοράω. όχι σα σκόρπιο ντύσιμο, σα φορεία ενός συναισθήματος. όταν βλέπω έναν μικρό στην εξέδρα ντυμένο σα Ζιντάν εκείνης της εποχής, νιώθω σα να μεταδίδω όχι μόνο ένα χρώμα, μα μια κληρονομιά.
αυτή η φανέλα λοιπόν θυμίζει... πως έρχεται για πάντα μαζί μας. σα τσέπη του παλτού μας όπου φυλάμε έναν κίτρινο χαρταετό εκείνης της νύχτας. σα ίδια η δική μας σημαία όταν περιμένουμε στις ουρές για δελτίο εισόδου σα εκκλησία γιορτής.
τι λέτε, παιδιά; αυτή τη φορά αγοράζουμε την επίσημη κι αυτή την φορά φοράμε τη μικρή; 😄
ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗ φουντωμένη ακόμα σα πρώτα λουλούδια στην μνήμη μου...!!!!
Με κοκκινισμένα μάτια εκείνες τις μέρες, στέκομαι ακόμα σα να τρέχει το κρύο πάνω μου σα τότε... στο σπίτι των γονιών μου στα Χανιά, θυμάμαι που είχε μόλις γίνει Μundial του 98 κι εμείς κάτσαμε ολάκερη νύχτα βλέποντας τις επαναλήψεις του τελικού αμέσως μόλις γυρίσαμε από τον αγώνα της προηγούμενης ημέρας στην ομάδα... εκείνης της ομάδας που ήταν όλα κίτρινα αλάτι και πιπέρι πάνω στα μπλούζα τους!
Μεγάλοι όταν ήρθαν αυτοί ήταν; Αιώνας ήταν... σα Θεοί που κατέβηκαν ανάμεσα μας. Κι όταν η φανέλα εκείνη εμφανίστηκε στους καταλόγους μετά από χρόνια, εγώ την είδα σα να ανοίγει η ίδια η γη εκεί στον κήπο μου... πήρα την πρώτη μου ξεχωριστά σα τελευταίο σιτάρι μιας σοδειάς! Την φοράω κάθε φορά που η Λίγκα έχει δύσκολο αγώνα — σα φυλαχτό πάνω μου.
Και τώρα αυτή η φανέλα εδώ; Την αγοράζω πάντα, αλλά δεν την αγοράζω ποτέ... την αποκτώ σα δώρο από την ίδια την ομάδα. Την φοράω σήμερα με ένα παλτό χειμωνιάτικο πάνω κι όταν κάποιος με ρωτάει γιατί φοράω ακόμα αυτά τα χρώματα σα παιδί 15 χρονών, του λέω: "γιατί εγώ εκεί ήταν εκεί"... και κάθομαι σα να βλέπω πάλι εκείνο το γκολ σαν χαραμάδα στον χρόνο 🔥
Σας κάνω δικό μου προνόμιο τώρα... αγοράστε την αλήθεια σας 😂 τρέξτε να την φορέσετε αμέσως!!!
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
βρε να δω… αυτή η φανέλα εκεί πάνω στο στήθος σου δε θυμίζει μόνο το γκολ του Μπουτrague στις ψυχές μας — πιάσε το φερμουάρ της μνήμης ακόμα πιο σφιχτό εδώ:
θυμάμαι που ήταν χειμώνας σα σήμερα, βράδυ Πρωτοχρονιάς στους Αμπελοκήπους όταν πρωτοφόρεσα αυτήν εδώ ξανά την ίδια κιτρινόμαυρη σακάκη. μόλις είχε ξεσπάσει η φήμη πως θα κυκλοφορήσει η νέα σειρά με εκείνον τον κίτρινο αστέρα στο στήθος σα φεγγάρι πάνω στη θάλασσα του Πειραιά — και εγώ εκεί σα τρελός περίμενα έξω από το κατάστημα της ομάδας σα μικρός μπροστά στη βιτρίνα του δώρου του Αη Βασίλη.
πήγα πρώτη φορά μόνος μου σα δεκαοχτώ χρονών στον αγώνα εκτός έδρας κόντρα στον Παναθηναϊκό εκείνη την εποχή — χωρίς τα λεφτά για εισιτήριο. παράτησα όμως τους φίλους μου στο τραπέζι σα να μην υπήρχε τίποτα άλλο· έκανα ένα μεγάλο γύρο των συνοικιών με τη μπουκιά ακόμη στο στόμα μου σα γυάλινο δαχτυλίδι ανάμεσα στα δόντια μου.
και όταν τελικά μπήκα στο γήπεδο σα μυρμήγκι ανάμεσα στους γίγαντες βρήκα μια θέση κατακόρυφο κάτω από τις ηλεκτρικές λάμπες. όσοι ήμαστε εκεί σηκωθήκαμε σα να κράταμε όλοι μαζί ένα τεράστιο λάβαρο — εκείνη τη νύχτα σκόραραν οι ίδιοι ήρωες, αλλά εγώ ένιωθα ότι φορούσα αυτή την φανέλα σα ασπίδα προστασίας πάνω μου.
τώρα την φοράω κάθε φορά που η ομάδα έχει αγώνα δύσκολο σα σήμερα — όχι επειδή νομίζω ότι φέρνει τύχη, αλλά επειδή ξέρω πως εκείνη η στιγμή ζει μέσα μου σα πυρσός που ποτέ δεν σβήνει. όταν βλέπω έναν μικρό στην εξέδρα φορώντας την ίδια φανέλα σα χρυσό κουτί με την ιστορία μας… τότε καταλαβαίνω πως αυτή η φανέλα δεν είναι ρούχο· είναι η ίδια η υπόσχεση ότι εμείς οι ίδιοι γινόμαστε μέρος αυτού του αγώνα.
φτιάξτε την λοιπόν την ομάδα σας… αγοράστε αυτήν εδώ τη σακάκη σαν να ανοίγετε το ίδιο το βιβλίο της δικής σας ιστορίας — αλλιώς τι χάνουμε εμείς οι ίδιοι όταν την φοράμε σήμερα; 😄
Παιδιά αυτά εδώ δεν συγκρίνονται ούτε σε φαντασία, αυτό είναι ένα άλλο επίπεδο.
Αυτή η ομάδα εκείνης της εποχής ήταν σα μια ομάδα μυθικών αγγέλων που κατέβηκαν να μας δείξουν πως πρέπει να αγωνιζόμαστε. Κάθε φορά που έφταναν στην τελική ευθεία ήταν σα να έπεφτε βροχή από κάτι τόσο μεγάλο που το ντυνες ακόμα και με δάκρυα χαράς. Ήταν οι ίδιοι που έκαναν τον ζεστό κι ανοιχτό αέρα μιας νύχτας στην Κωνσταντινούπολη να μυρίζει σα νίκη πριν καν σφυρίξει ο διαιτητής την εκκίνηση.
Τώρα όμως έχουμε κάτι διαφορετικό — έχουμε ένα σύνολο σκληρής δουλειάς, ταλέντο ψιλοφοβερό και χαρακτήρα σαν τσιμέντο σφιχτό ανάμεσα στα χέρια ενός γλύπτη. Αυτή η ομάδα δεν είναι εκείνοι οι αγγελικά δυνατοί τίγρεις αλλά είναι οι σύγχρονοι ιππότες που πάνε με στρατηγική σαν ρολόι κάθε φορά στους 90 λεπτά. Δεν έχει αυτή την ίδια δροσιά αθωότητας αλλά έχει κάτι πολύτιμο: δυναμική αμυντική σειρά, μεταδότες παιχνιδιού που διαβάζουν τον αγώνα σα βιβλίο ανοιχτό και επιθετικοί που μπορούν να κάνουν την ομάδα τους να πυροβολεί σα στρατός την τελευταία απόφαση του αγώνα.
Πάντως εγώ όταν φοράω αυτή τη φανέλα σήμερα αισθάνομαι σα να φοράω δύο ιστορίες μαζί. Την ιστορία εκείνης της νύχτας που ποτέ δεν ξεχνάω αλλά και την ιστορία όλης αυτής της νέας εποχής. Κι ας μην είναι ίδια όλα εκείνα τα συναισθήματα — παρόλα αυτά αυτά εδώ είναι οι δικοί μας αγώνας τώρα. Αυτοί είναι οι άνδρες που λύνουν ζητήματα όταν φαίνεται πως όλα είναι σκοτεινά. Αυτή είναι η ομάδα που φοράμε σήμερα στην πλάτη και στον θώρακά μας σα σημαία ζώσα πάνω στο γήπεδο.
Κι όταν βλέπω έναν μικρό στην εξέδρα φορώντας την ίδια φανέλα σηκώνει το χέρι του σα κάτι σπουδαίο διαγράφεται στον ουρανό πάνω απ' όλα αυτά — τότε καταλαβαίνω πως αυτή η ομάδα έχει γεννηθεί από την ίδια εκείνη ψυχή των ήρωων που κάποτε ζούσαν εκεί στις θρυλικές νύχτες. Μόνο που τώρα φοράει πανοπλία από διαφορετικό υλικό: κουβαλάει μέσα της μια υπόσχεση πως ακόμα κι αν αλλάζουν οι εποχές, η καρδιά για τη Ρεάλ Μαδρίτης παραμένει αμετάβλητη σαν αυτό το κίτρινο χρώμα που δεν ξεθωριάζει ποτέ.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι θες πάλι εσύ, μικρέ, να ανοίγεις αυτές τις πληγές μου που ακόμα σφραγίζονται σα χαρτί βυθισμένο στο λάδι; εμένα εκείνο το βράδυ στη Κωνσταντινούπολη μου 'χει κολλήσει στη μνήμη σα γέρικο δένδρο που ακόμα βγάζει λουλούδια κάθε φορά που ξεστομίζω την ιστορία — και τώρα έρχεσαι και μου λες πως η φανέλα αυτή είναι σα κάτι μου ήρθε για πάντα;
αυτή η κίτρινη λάσπη που κυκλοφόρησε πριν χρόνια σαν φάντασμα πιστέψτε με, δεν την αγοράσαμε. την κλέψαμε. όχι κυριολεκτικά βεβαίως, αλλά έτσι σα παιδιά πειρατικά που κρύβονταν πίσω από τις κερκίδες εκείνο το βράδυ. ήταν σα να μου είχαν δώσει έναν χρυσό σταυρό σφραγισμένο με αίμα εκείνων των αγωνιστών — και εγώ τον κράτησα σφιχτά σα κάποιος που ξέρει πως κάπου εκεί μέσα κρύβονται όλες οι στιγμές που έκαναν τους μεγάλους μύθους.
ξέρετε τι έκανα εκείνο το πρωί; σήκωσα αυτή τη φανέλα σα σημαία πάνω από το κρεβάτι μου σα να ήταν κάτι ιερό εικόνα. και όταν την φόρεσα πρώτη φορά σπίτι μου στους Αμπελοκήπους, η μάνα μου έκανε το σταυρό της σα να βλέπει κάποιον αγιορείτη μοναχό να φοράει σανδάλια κάπου στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
τώρα την φοράω μόνο σα γιορτή — όταν η ομάδα έχει μεγάλη βδομάδα, όταν ένας νέος οπαδός σηκώνει το κεφάλι του στη εξέδρα σα να διαβάζει κάποιο μανιφέστο χρώματος στον ουρανό, όταν θέλω να νιώθω πως δεν είμαι απλώς ένας γέρος βγαλμένος από κάποιο παραμύθι αλλά μέρος εκείνου του πύρινου όχλου που έκανε την Ρεάλ Μαδρίτη να γίνει αστέρι πάνω στους ουρανούς των σταδίων.
οι φανέλες αυτές δεν αγοράζονται. αποκτώνται σα δικαίωμα ψήφου σ' έναν κόσμο που άλλαξε μια νύχτα μέσα στην Κωνσταντινούπολη. ποιος θέλει να τις βγάλει από την ντουλάπα όταν μια φορά ακόμη φοράς αυτή εκεί πάνω και νιώσεις πως γίνεσαι σα σουπλά μπαγιονέτ στο τείχος μιας ιστορίας μεγαλύτερης από εσένα;
εντάξει, αποφάσισα — αυτή τη φορά αφήνω το τελευταίο κουμπί ξεκούμπωτο σαν εκείνες τις νύχτες της αθωότητας. φοράω λοιπόν κι εγώ τη φανέλα σα μια προσωπική υπόθεση μνήμης, αλλιώς τι μένει στους ανθρώπους όταν το μόνο πράγμα που κρατάει ζωντανό τον θρύλο είναι αυτά τα κουμπιά πάνω στους ώμους μας; τέλος πάντως, εκείνοι που έχουν δει εκείνο το γκολ κουνούν το κεφάλι σαν αμήχανοι όρνιθες που θυμούνται ακόμα πως έβλεπαν τον ήλιο να ζεσταίνει τον κόσμο πριν πέσει η νύχτα
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Τι είναι αυτή η φανέλα που την κρεμάς σαν κουρτίνα πάνω από το κρεβάτι σου σα να πρόκειται για θρησκευτικό λάβαρο; Την φοράς σαν γηρατειά κι ύστερα σου λες πως την βάζεις σα φυλαχτό στη ντουλάπα επειδή "κάποτε ήταν δώρο"; Εσάς τους νταήδες της δεκαετίας του '90 πώς ξεχνάτε πως εκείνο το κιτρινόμαυρο ντύσιμο ήταν μόνο μια φανέλα; Μια κάλτσα μιας ομάδας που έκανε τρία γκολ στον τελικό επειδή ο Ραούλ έπινε νερό σαν τρελός στο διάλειμμα;
Άκου, εμένα με αυτές τις ιστορίες για τους ιππότες και τους αγγέλους με έχουν ξεμυαλίσει εδώ και χρόνια. Σκέφτομαι τους μεγάλους εκείνης της εποχής σα πέντε ανθρώπους που πήραν έναν αγώνα στα χέρια τους επειδή υπήρχε αμόλευτος αγώνας εκείνο το βράδυ στην Κωνσταντινούπολη — κι εσείς τώρα κρεμάτε τη φανέλα σαν λάβαρο στους τοίχους επειδή κάποιος σκόραρε τυχαία στις καθυστερήσεις; Ρε παλικαριά μου, εκείνη την βραδιά βγήκαμε ζωντανοί από τον αγώνα επειδή ο Ραούλ είχε δώσει εντολή στον γιατρό να του βάψει το πόδι μετά τον αγώνα έτσι ώστε να μην τον ξεχάσει κανείς από την αγωνία!
Και τώρα τι κάνουμε; Την φοράμε σα χρυσό κουτί της τσάντας μας όταν πάμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ σα να θέλουμε να δείξουμε στα παλιά γυναικόπουλα εκείνες πόσο σπουδαίοι ήμαστε; Την κουβαλάτε σα ρετρό δαχτυλίδι εκείνης της δεκαετίας που πλέον κανείς δεν θυμάται πως ήταν ηλεκτρικό εκείνο το κίτρινο χρώμα επειδή έχει ξεθωριάσει σα τζίρκο της άλλης Κυριακής.
Πόσο ακόμη θα λέμε πως αυτή η φανέλα σώθηκε από κάποιο κατάστημα επειδή την πούλησαν σαν συλλεκτικό αντικείμενο; Την φοράμε επειδή εκείνοι οι άνθρωποι δεν είχαν Google εκείνες τις νύχτες — είχαν μόνο την ψυχή τους γυμνή πάνω στο γήπεδο. Για αυτό και την φοράμε ακόμα τώρα σα να φορώ εκείνο το παλτό που είχε η μάνα μου εκείνο το πρωί της Πρωτοχρονιάς όταν ο Μπουτrague έκανε το γκολ εκείνο σα σουπλά μπαγιονέτ πάνω στο φέρετρο του Παναθηναϊκού.
Αγοράστε την λοιπόν αυτήν τη φορά αλλά αφήστε την εκεί σα νεκρό που δεν μπορεί πια να ζήσει στις μνήμες σας χωρίς να σαπίζει. Φοράτε την επειδή είστε ακόμα ερωτευμένοι με εκείνες τις νύχτες — όχι επειδή σας κάνει ν' αισθάνεστε σπουδαίοι στον περίπτερο των ειδήσεων σαν να φοράτε την εθνική στο κέντρο της Αθήνας. Την φοράτε επειδή εκείνος ο αγώνας εκείνο το βράδυ σας έκανε να νιώσετε πως είστε μέλη μιας οικογένειας που οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι φτιάξανε εκείνον τον τίτλο σα να ήταν αυτοκρατορία.
Και να 'στε σίγουροι πως όταν εκείνοι οι νέοι φορέσουν αυτήν τη φανέλα σας στα επόμενα χρόνια δεν θα νιώσουν ότι αγοράζουν ένα κιτρινόμαυρο φανελάκι — αλλά πως αγοράζουν ένα εισιτήριο για μια ιστορία που δεν έχει τέλος. Εκείνη την ιστορία που εμείς ακόμα την διηγούμαστε σα παραμύθι επειδή η πραγματικότητα εκείνη την εποχή είχε το σήμα της Ρεάλ Μαδρίτης εκείνον τον Μάρτιο.
Και τέλος, αγοράστε την αυτή τη φορά αλλιώς η ομάδα δεν θα σας πουλήσει τίποτα άλλο σα κριθαρένιο ψωμί επειδή δεν μένει τίποτα άλλο στη συλλογή σας εκτός από αυτά τα κουμπιά που κάνουν σαν κουδουνίσματα ενός τρένου που δεν πάει πουθενά πια.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
@Diaitisiame_hrima να βρεθείς… εμένα αυτές οι ιστορίες με έκαναν να νιώθω σα να φοράω μία φανέλα δίχως ψυχή ακόμα 😅. Δηλαδή ναι, την φοράω σαν σύμβολο, αλλά όχι επειδή κρέμω τίποτα στους τοίχους — την φοράω επειδή κάθε φορά που την βάζω θυμάμαι πως εδώ στο Ηράκλειο κάποιοι εδώ κάναμε ουρές έξω από κατάστημα στην Αμερικής επειδή βγήκε αυτή με τον αστέρα πλάγια! Δεν ήταν δώρο τίποτα, την πήρα μόνος μου σα το πρώτο μου ποδήλατο με τις δικές μου οικονομίες. Κι όταν την φοράω ακόμα δεν νιώθω σπουδαίος — νιώθω σα να φοράω το εισιτήριο μιας άλλης εποχής που εκείνοι οι ίδιοι οι παίκτες έκαναν σα χάρτινο σπιτάκι αυτό το γήπεδο εδώ στης Μαδρίτης.
Και ξέρεις τι; Αυτή η φανέλα πλέον δεν έχει να κάνει μόνο με τις νύχτες εκείνες — έχει να κάνει και με τους ανθρώπους σαν εμένα που ακόμα την αγοράζουμε από δική τους επιλογή. Την φοράω σα βρόχο σιγουριάς πια: όχι επειδή νιώθω σπουδαίος όταν την φορώ, αλλά επειδή όταν τη φοράω ξέρω πως ακόμα κι εγώ συνεχίζω εκείνον τον αγώνα που ξεκίνησαν εκείνοι πριν χρόνια. Τι άλλο να κάνω; Να την κρεμάω στον τοίχο σαν λάβαρο; Ούτε μού αρέσουν οι σκόρπιες φανέλες σαν βιτρίνες κουτσός! Την φοράω κι ας μην κάνω backflip σα εκείνον τον τύπο που είπε ο Γιώργος 😂.
Κάθε μέρα μαθαίνω κάτι νέο για το ποδόσφαιρο.
Άντε πω πω πω ρε γαμ... αυτή εδώ η φανέλα που την βλέπω σα να είναι φτιαγμένη από τα ίδια ξύλα της Σάντα Μαρία;
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ στη Καβάλα όταν πήγα για πρώτη φορά σινεμά, φόρεσα αυτήν εδώ την κίτρινο-μαύρη σακάκη μου σα να ήμουν ο ίδιος ο Μπουτrague στην προβολή του βιογραφικού. Κάθισα δίπλα στη γριά Κυρία Παυλίδου που έκανε δώρο στον εγγονό της το πρώτο γκολ της χρονιάς και αυτός έριξε το ποπ κορν του σα γκρουπσίλ βλέποντας τις κίτρινες γραμμές να χορεύουν πάνω στο παντελόνι μου. Με ρώτησε "τι φοράς εκεί μωρό μου;" κι εγώ του λέω "αυτή η φανέλα αγόρι μου είναι σα... σα ηλεκτρικό ξυράφι που κόβει κάθε αμφιβολία!"
Την φοράω ακόμα σήμερα σα τυφλό πεπόνι σ' ένα μανάβικο — δεν με ρωτάει κανείς κανένα όμως γιατί όταν την φοράω η ψυχή μου κάνει backflip σα εκείνο το γκολ που ήτανε τόσο γρήγορο που κανείς δεν είδε πως έγινες πρωταθλητής. Την αγοράζω πάλι αυτή τη φορά; Ναι αλλά την φοράω σα βραχιόλι που φοράει η γιαγιά στο χέρι της όταν πάει εκκλησία — όχι επειδή νομίζω πως κάνει θαύματα, αλλά επειδή μια φορά πριν δεκαπέντε χρόνια την φόρεσα σπίτι μου σα να ήμουν ο ίδιος ο πρωταθλητής του κόσμου και η γάτα μου έβγαλε μια γάτα που έκανα φωτογραφία τής φανέλας σα εθνική Αμερικής 😂🔥🍿
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.
Λοιπόν… εκείνη η φανέλα στην Κωνσταντινούπολη ήταν σα να φοράς την ίδια αλυσίδα που κρατούσανε αυτοί οι ιππότες στα χρόνια του χρυσού αιγυπτιακού εμπορίου — μόνο που εμείς την φοράμε σα γλέντι στις γιορτές του Αυγούστου.
Κι αλήθεια, όταν πρωτοφόρεσα το δικό μου εκείνο κίτρινο, στο Heraklion βρήκα έναν 12χρονο αγοράκι στο αεροδρόμιο να με ρωτάει "πού πας έτσι;" σα να πήγαινα να ζητήσω συνέντευξη στον βασιλιά του βορρά. Του είπα "στο σπίτι μου" και εκείνος έκανε σαν να του έδωσα κλειδί… σα να του έδωσα κλειδί στο ίδιο εκείνο σπίτι που κουβαλάμε μέσα μας ακόμα κι όταν ξεχνάμε πως φορούμε αυτή την κίτρινη χολή πάνω μας.
Κι εσείς ακόμα ψάχνετε τα ψήγματα εκείνης της νύχτας σα να ήταν κάπου εκεί κρυμμένα μέσα στο ύφασμα; Μας λένε πως αυτή τη φορά θα έχει ένα αστεράκι παραπάνω — σα να βάζουμε κι άλλο βότσαλο στη μνήμη μας… σα να πίνουμε ακόμα κρασί από τη στάμνα εκείνης της χρονιάς που κανείς δεν θυμάται πως τελείωσε. 😏🤫
Κάντε screenshot.
Λοιπόν… εκείνη η φανέλα στην Κωνσταντινούπολη ήταν σα να φοράς την ίδια αλυσίδα που κρατούσανε αυτοί οι ιππότες στα χρόνια του χρυσού αιγυπτιακού εμπορίου — μόνο που εμείς την φοράμε σα γλέντι στις γιορτές του Αυγούστου.…
@MonoPAO_gia_ola ρε φίλε μου εσύ μιλάς σαν κάποιος που του έβγαλαν τις αισθήσεις και τις έδωσαν στα πιτσιρίκια σαν κουδούνια γαϊδάρου 😤 τι λες ρε; αυτή η φανέλα εκείνη η ιστορική είναι σα βρύση ζεστό νερό — δεν φοράς αυτή την τύχη της Σάντα Μαρία! φοράς την επειδή μέσα στο ύφασμα κουβαλάς όλες εκείνες τις νύχτες που έκοβες τους εχθρούς σαν ζαχαροπλάστης μπαλονιού στις γιορτές!
εμένα θυμίζομαι όταν πρωτοφόρεσα τη δική μου σα στρατευμένος στη Θεσσαλονίκη — είχα ξοδέψει τον τρίμηνο μισθό μου σα τρελός! κι όταν την έβγαλα πρώτη φορά στην εξέδρα σα μικρός βλάκας κατάλαβα πως δεν ήταν μια φανέλα — ήταν μια μεγάλη οικογένεια που δεν ήξερα πως υπήρχε. και τώρα που την φοράω ακόμα θυμάμαι πως εκείνος ο αγώνας εκείνος βράδυ σα να 'ταν η πρώτη μου δουλειά στη σκαλωσιά: δυνατός, στουρνάτος, χωρίς συμβόλαια!
τι λες τώρα εσύ; πως αυτή η φανέλα είναι σα παλτό παππού; λάθος! αυτή η φανέλα κολυμπάει στη φωτιά της ιστορίας, όχι στις σκόρπιες μνήμες! 🔥💪🔴
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.