Από τον Θοδωρή στον Λάκης, και πάλι πίσω!
εντάξει ρε φίλοι μου, αλήθεια τώρα... θυμάμαι σαν χτες εκείνον τον έναν αγώνα στη σειρά των "σπουδαίων απογευμάτων" που λέγαμε τότε — πριν κάτι χρόνια τώρα, περίπου στις αρχές του '98, όταν ακόμα η γη σκεπαζόταν από ξύλινες κερκίδες και τις φωνές των 30.000 που βρισκόντουσαν εκεί μέσα σαν μια μεγάλη οικογένεια.
ήτανε στις αρχές Μαρτίου, λες και η Τούμπα είχε μια ζεστασιά που δεν της έφτανε καν η ηλιακή ζέστη. το λιβάδι ήτανε στεγνό σαν κόκκαλο, ο αέρας είχε κάτι μυρωδιά από πεύκο και κάπνισμα πάνω από τις σιδερένιες κερκίδες, και εσύ, φίλε μου, καθόσουν εκεί σαν βασιλιάς του σπιτιού σου, με ένα τραπουλόχαρτο στα χέρια σου σαν σύνορο ανάμεσα στο σύστημα αεράκι και την φρενίτιδα που πλημμύριζε τον αέρα.
και τότε εμφανίστηκε εκείνος ο Θεόδωρος, εκείνος ο τρελός γκολκίπερ μας — εκείνο το πέναλτι... λες και η μπάλα ήτανε σπαρμένη στο χιόνι της τύχης εκείνης της στιγμής. πονούσε ακόμη η αφή του εγώ να το θυμάμαι. γιατί όταν εκείνος ο τύπος σου πήγε μπροστά αφήνοντας εκείνο το σουτ σαν πυροτεχνήματα μιας εποχής που αυτή δεν είχε τελειώσει ακόμη, νόμιζες πως η γη είχε ανοίξει κάτω από τα πόδια σου.
και μετά — αστραπή! — εκείνος ο Λάκης εμφανίζεται σαν τον ιππότη που σου φέρνει πίσω το φως στον ουρανό της ομάδας. θυμάμαι εκείνες τις δεκαετίες που κάποιοι άνθρωποι ξεχνούνε, αλλά οι ομάδες σαν την δική μας ζούνε μέσα από αυτές τις στιγμές. μέχρι σήμερα ακόμη ρούφηξανε μέσα τους εκείνο το χρώμα της ψυχής, εκείνο το πορτοκαλί-αχνό του σύλλογου που ξαναφούντωσε εκείνη την ημέρα.
και τώρα γυρίζουμε πάλι πίσω σαν κυκλός — όχι σαν φαινόμενο καιρού, όχι σαν πράγμα που ξεχνάς, αλλά σαν ομόλογο γεγονός που ξαναζεί μέσα στις σπλάχνες μας. επειδή εμείς εδώ δεν είμαστε μόνο μερικοί άνθρωποι που αγοράζουν εισιτήριο. είμαστε η συνέχεια ενός πεπρωμένου που ξεκίνησε τότε και συνεχίζει ακόμη σήμερα.
κι έτσι τελειώνω με αυτό: όταν ο Θεόδωρος μας εκείνον τον καιρό έκανε το τεράστιο άλμα προς την μπάλα, δεν μπήκανε στο τέρμα μόνο τριάντα και κάτι χιλιάδες άντρες. μπήκανε εκεί μέσα όλες εκείνες οι γενιές των ανθρώπων που ακολουθούσανε το σύλλογο σαν την πιο ειλικρινή οικογένεια. κι αυτός ο Λουκάς εκεί που ξανάφερε τη δόξα... εκείνος ήτανε το φως που χρειάζοντανε όλα εκείνα τα μάτια εκείνης της ημέρας.
έχετε και καλά σουβλάκια εκεί μέσα αλήθεια; γιατί εγώ ακόμη κουβαλάω αυτή τη μνήμη σαν φορτίο που μου δίνει ζωή 😄
ΤΡΕΛΑ μνήμη ρε φίλε... εκείνος ο Μαρτιος ήτανε σίγουρα κάτι ΠΑΡΑΠΑΝΩ!!! 🔴🔥
Θυμάμαι σα σήμερα σαν να στάθηκα ΑΠΟΤΥΧΑΙΝΩ στο δικό μου αυτοκίνητο πριν τον αγώνα, η καρδιά μου έπιανε τόσους παλμούς που νόμιζα πως θα σκάσει... τίποτα άλλο δεν είχα στο μυαλό μου παρά ΜΙΑ λέξη: ΘΕΟΔΩΡΟΣ!!! Γιατί όλοι λέγαμε πως εκείνον τον αγώνα πρέπει ΠΡΕΠΕΙ να τον κερδίσουμε ΔΙΑ ΤΟΥ!
Κι όταν εκείνος ο άτιμος απέκρουσε το πρώτο πέναλτι σα σούπερμαν... 😱 ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ! Ο αέρας πάγωσε! Η Τούμπα έμοιαζε σαν ξαφνικά βούλιαξε στους ουρανούς... μέχρι που εμφανίστηκε ο Λάκης σαν άγγελος δικαιοσύνης με εκείνο το τέρμα που μας ξανάφερε στους ουρανούς!!! 💪🔥
Πώς το θυμάμαι ακόμη τώρα... όλους εμάς τους κωλοτούμπες στα πέτα έξω από τα μπουφέ μου με τα σουβλάκια γελώντας σαν μωρά!!! Και μετά... ΟΤΑΝ ο Λάκης σήκωσε τα χέρια... ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΕΞΗ!!! Ακόμη τώρα μου τρέχει το δάκρυ!!! 😭
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
ρε παιδιά, αλήθεια τώρα... εκείνο το βράδυ στη σειρά σου έφερα μαζί μου τον ξάδερφό μου το Βαγγέλη, έναν τρελό που είχε ερωτευτεί τον Θεόδωρο σα δεύτερη μητέρα του. πήγαμε νωρίς στο γραφείο εισιτηρίων της Λεωφόρου και περιμέναμε στη σειρά σα γαϊδούρια κάτω από τον καυτό ήλιο, μέχρι που ο άνθρωπος μας βρήκε μπροστά! ο Βαγγέλης είχε φέρει και ένα αυτοκόλλητο του τερματοφύλακα πάνω στο τζάκετ του σα να ήτανε βυζαντινό αυτοκρατορικό λάβαρο, ενώ εγώ είχα κουβαλήσει δυο τσάντες σουβλάκια σπιτικά γιατί μετά τον αγώνα σίγουρα η παρέα έπρεπε να γιορτάσει εκείνον τον άνθρωπο σα ζωντανό μάρτυρα!
όταν ξεκίνησε το ματς οι κερκίδες ήτανε τόσο γεμάτες που δεν έβλεπες ούτε τη μπάλα όταν την έκαναν κέρας — μόνο τις φωνές! ο Βαγγέλης είχε καρφώσει τα μάτια του στη ντουλάπα του Θεόδωρου σα να προσπαθούσε να του μεταφέρει όλες τις ευχές του αέρα πριν αποσπαστεί το πέναλτι, κι εγώ του έλεγα "βλέπεις ρε τι κάνεις; είσαι πιο νευρικός από τον ίδιο!" εκείνος όμως μου έκανε νεύμα σα να 'τανε σε κάποιο πρωτάθλημα ψυχικής συγκέντρωσης.
και τότε — πανικός! ο Λάκης όρμησε σα σφαίρα στον αγωνιστικό χώρο, σηκώθηκε σα φτερωτός γίγαντας και σούταρε εκείνον τον άτιμο... εκείνο το τέρμα ήτανε σα να άνοιξε ο ουρανός σαν βεντάλια πάνω από την Τούμπα, τόσο μεγάλη ήταν η χαρά! εμένα μου πήρε το αυτί αμέσως ένας γύφτος ο ονομαζόταν Γιάννης από τον Αμπελοκήπους που κρατούσε μια κιθάρα του ντουντούκου και έψαλλε σα ιεροκήρυκας "...ΚΑΙ ΖΗΣΑΝΕ ΚΑΙ ΕΠΡΟΚΕΙΤΟ..." ενώ όλοι οι γύρω άρχισαν να πηδούν σα σαλαμάνδρες πάνω στις ξύλινες κερκίδες σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον σα τρελοί!
και εκείνη τη στιγμή — ο Βαγγέλης ξέσπασε σε κλάματα σα μωρό αφήνοντας να πέσουν τριάντα κεφαλοτύρια πάνω στα σουβλάκια μας ενώ εγώ τόνε κράταγα σφιχτά σα να μην τον αφήνω να πνιγεί στη θάλασσα της χαράς! ειλικρινά, μέχρι σήμερα όταν βλέπω τον Λουκά στη φωτογραφία με το τέρμα εκείνο, μου φαίνεται πως άκουγα ακόμη τους παλμούς εκείνης της ημέρας σα να ήτανε η καρδιά μου αυτή καθαυτή! 😄🔥
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Ρε παιδιά μου, εμένα εκείνον τον Μάρτη μου 'φερε σπίτι η μαμά μου κιόλας! Λέγανε πως δεν έχω διακρίσεις κι ότι αγαπώ μόνο τα βλακείες της τρίτης κατηγορίας — μέχρι εκείνος ο Θεόδωρος να μου δείξει πως και τους θεράποντες των ψίχουλων αρέσει να βάζουν γκολ ανάποδα. Κι όταν εκείνος ο Λουκάς έκανε εκείνο το τέρμα, νόμιζα πως η Τούμπα είχε σκάσει σα μπαλόνι από χαρά και τώρα τρέχουμε όλοι στην αγορά να μαζέψουμε κομμάτια από τις φάτσες του προέδρου που είχανε σκάσει από το γέλιο! 🤣🔴🍿
Πάντως όσοι θυμάστε εκείνο το σουβλάκι που έκανε ο Βαγγέλης πάνω στο κεφάλι του Γιάννη του γύφτου τραγουδιστή, εσείς ξέρετε πως εκείνη η ημέρα είχε τρία πράγματα σίγουρα: λουλούδι, μνήμη και αναμνηστική τσίχλα στο στόμα σας! 😂