Όταν ο Τόλης Θυμάται το Θρύλο
πού είν' εκείνοι οι χρονιές που ο Ολυμπιακός πήγαινε σαν ξυλαράκι στην ΑΕΚ και η ομάδα μας έφτιαχνε τραγούδια μαζί με τη Πόλη... αυτοί οι τρελοί του γηπέδου, που σήμερα στους δρόμους της πόλης τραγουδάνε ακόμα για τον Σκλαβούνο κι τον Ακριτίδη σαν εθνικό ύμνο. εγώ το βίωσα αυτό σαν παιδί — πρωτοβράδυα στο γήπεδο το '86, όταν ο Αβραμίδης σηκώθηκε σα ζητιάνος όλοι οι οπαδοί την εθνική τους ατζέντα κι έπαιζαν όπως βγαίνει, χωρίς σχεδίαση, χωρίς σχεδίασμα, όπως ο Τόλης εκεί στον πάγκο σήμερα ήτανε πιστός σ' αυτό το πράγμα: η ψυχή πάνω από το αποτέλεσμα.
θυμάμαι τον αγώνα εκείνο στο Γουδή το '89, όταν μετά από χρόνια ήρθε η νίκη μας 3-0 και κατέβαινες τον δρόμο σαν να είχες κερδίσει τελικά τον πόλεμο όλων αυτών των εισιτηρίων και των στερήσεων. η ομάδα εκείνη δεν είχε τίποτα πέραν από αγάπη και πάθος — εμείς δώσαμε τα πάντα, κι αυτοί έδωσαν όλα εκεί στον αγωνιστικό χώρο. και μετά πηγαίναμε στους χώρους του γηπέδου να τους τραγουδήσουμε όλοι μαζί στους δρόμους, επειδή η νίκη δεν ήταν δική τους μόνο αλλά της πόλης — σου δίνει εκείνες τις στιγμές που καταλαβαίνεις πως η ομάδα σου δεν είναι τόσο ομάδα όσο συναίσθημα, σου στέκει δίπλα κάθε στιγμή.
που βρίσκονται αυτές οι ομάδες σήμερα; εκείνοι οι άνθρωποι εκείνοι σηκώνουν ακόμα τις σημαίες και τραγουδούν στα υπόγεια των σπιτιών τους γιατί η ομάδα είναι σπίτι τους. όσοι δε νιώθουν αυτό το τίναγμα όταν μιλάνε για την παλιά εποχή έχουν χάσει κάτι μεγάλο — σας λυπάμαι που δε γνωρίσατε εκείνους τους θρύλους ζωντανούς στο πλάι σας. εκείνοι έκαναν την ομάδα μας μεγάλη όχι λόγω των τίτλων αλλά επειδή άλλαξαν την ιστορία μιας πόλης. εσείς τώρα, βγάλτε τις φωτογραφίες από το σπίτι, ακούστε πάλι τις ιστορίες εκείνες και πείτε μου... ποιος δεν νιώθει ένα τίναγμα όταν ακούει για εκείνες τις μέρες;
και κάτι ακόμα — πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγες στο γήπεδο χωρίς να κοιτάς το αποτέλεσμα αλλά για να νιώσεις εκείνον τον χυμό της πόλης που χύνεται πάνω σου σαν ζεστό νερό; αυτά δεν τα βρίσκεις στις αναλύσεις των νούμερων, αυτά βρίσκονται μέσα σου. κλείνω εδώ λοιπόν πριν ξεκινήσουν οι μνήμες να τρέχουν σαν νερό από βουνό — κάποιος άλλος θυμάται κι άλλη στιγμή;
πως μπορώ ν' απαντήσω σ' αυτό;;; βρεmates!! εγώ θυμάμαι σαν τώρα τούς πρότρεχε στον Ψηλορείτη εκείνον τον Οκτώβρη του '92 όπου η Παρί μπήκε λουσμένη στη θάλασσα πάνω τους 🔴🔥 τότε ήμουν δεκατριώ χρονών, πρωτοπεράσαμε τον ουρανό μέσα στη μάσκα του αεροδρομίου κι έπιασαν τους γαστερότους εκείνοι οι αετοί που είχανε ξεραθεί στα ξένα γήπεδα 😱 ο Σκόλας σηκώθηκε όρθιος σα στανιό μέσα στον πάγκο κι οιblerdes έκαναν σούσουρα στην κερκίδα σα ν' ακούγονταν σφαγές 💪 οι γεροντάκηδες που είχανε ζήσει το Γουδή τριάντα χρόνια πριν ξαναπήρανε τις σημαίες τους και τραγουδούσαν σα βρέθηκαν στο ίδιο μέρος αλλιώς, σα να μη είχανε φύγει ποτέ από εκείνην την χρονιά — ήτανε σα μετά από έναν πόλεμο που ξανάνοιξανε τα σύνορα της πόλης, γιατί εκείνη την μέρα η ΟΦΗ έπαιξε σα συνοικία που πήρε το γήπεδο σπίτι της 🔴💙
τέλος πάντων, σ' εμένα εκείνες οι στιγμές μου 'φτιαξανε την ψυχή, όχι μόνον την ομάδα 😭💛 ακόμη και σήμερα όταν βλέπω τις φωτογραφίες απο εκείνον τον αγώνα τραβάω ανάσα δυνατά σα να ξαναζή μ' όλα του τα χρώματα 💪 ποιος άνθρωπος πάνω σ' αυτόν τον κόσμο δε νιώθει κάτι όταν μιλάμε γι' αυτές τις εποχές;;;
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
πω πω Νίκο φίλε μου, εσύ πότε θυμήθηκες εκείνον τον Οκτώβρη σου και δεν ξανάβγηκες στα λόγια σου;;;
εγώ βρισκόμουν στην κερκίδα εκείνο το Νοέμβρη του '91 — λες κι ήταν χτες — όταν ο Φλαμπουράκης έκανε εκείνον τον γύρο της ντροπής στον αγωνιστικό χώρο σαν βασιλιάς μιας πόλης που ζητούσε δικαιοσύνη. Ήτανε ένα βράδυ σκοτεινό σαν τους δρόμους του Βόλου μετά την ομίχλη, εκείνες οι λάμπες πάνω απ' το γήπεδο έκαναν τις σκιές όλων μας να φαίνονται σα φαντάσματα του πολέμου που δώσαμε χρόνια πριν. Και ξαφνικά αυτός ο αγράμματος αγροίκος σηκώνεται και λέει πως η ομάδα μας δεν είναι τίποτα — κι εκείνη την ώρα σου φάνηκε σα να σου έκλεισαν όλες τις πόρτες πίσω σου σ' εκείνον τον αγώνα.
μα η ΟΦΗ τότε είχε κάνει κάτι που κανείς δε μπορούσε να καταλάβει: σηκώθηκε σαν όρνεο πάνω από τα κεφάλια όλων κι άρχισε να τραβάει αέρα. Την επόμενη εβδομάδα είχανε συγκεντρώσει τρεις χιλιάδες κόσμο στο δημοτικό στάδιο του Βόλου — όχι γιατί περίμεναν κάτι, αλλά επειδή είχανε ανάγκη να δείξουν πως αυτή η πόλη δε γίνεται έτσι εύκολα... μέσα εκεί κάτω ανάμεσα στους ανθρώπους μιλούσανε για τον Σκλαβούνο σαν για έναν αποστόλο, τραγουδούσανε τραγούδια σα ξεχείλισαν όλα αυτά χρόνια σίγασης. Κι εγώ εκεί μέσα άκουσα μια γερόντισσα να λέει στη γυναίκα της "βλέπεις ρε Λένω, αυτά τα μαλάκια δεν ξέρουν τι έχουμε ζήσει..." κι έβγαζε από την τσέπη της ένα κουρέλι κίτρινο-μπλε τσακισμένο — την ίδια σημαία που είχε πάρει εκείνο το βράδυ στο Γουδή.
τι άλλο να σου πω... σήμερα που βλέπω τις σημαίες να κρέμονται στις μπαλκόνια σα νεκροί στρατιώτες από άλλη εποχή, θυμάμαι εκείνες τις φορές που δεν υπήρχε facebook για να γράψεις "πηγαίναμε τότε στον αγώνα", ο κόσμος κατέβαινε αυτομάτως σαν να υπήρχε μια άγραφη συμφωνία ότι εκείνο το γήπεδο ήτανε δικό μας υπόγειο σπίτι μας. κι όταν πια τελείωσε ο αγώνας εκείνος που είχε πηδήξει πάνω στις κερκίδες σα τρελός και τραγούδησε σωστό εθνικό ύμνο για την εθνική ομάδα εκείνης της εποχής... σήμερα ακόμη τον φαντάζομαι να στέκεται εκεί στην άκρη της σειράς μου στο συγκοινωνιακό, πίνει καφεδάκι σα νάταν πρωταθλητής ολόκληρης της Ελλάδας ενώ γύρω του σιγόκουβαν άνθρωποι που είχανε δώσει ολόκληρη ζωή τους σ' αυτό το πράγμα χωρίς να ζητήσουν ποτέ τίποτα πίσω...
αυτές τις μέρες ξανακοιτάζω αυτές τις φωτογραφίες κι ανατριχιάζω — όχι επειδή θυμάμαι τον αγώνα σου εκείνον στο Γουδή, αλλά επειδή βλέπω όλη εκείνη την ιστορία σα να είναι χαραγμένη πάνω στη σάρκα μου. τι σου κάνει ένας τίτλος όταν έχεις ζήσει τέτοιες στιγμές;;; πες μου εσύ...
Παλιά ομάδα ε, παλιά ομάδα...
Όσοι ζήσαμε εκείνες τις χρονιές ξέρουμε πως δεν ήταν μόνο δώδεκα άνθρωποι πάνω στο γήπεδο. Ήτανε η πόλη ολόκληρη που σηκωνόταν κάθε Σαββατοκύριακο — όχι μόνο για το αποτέλεσμα, αλλά επειδή είχε χάσει για χρόνια και πάλι έπιανε μια ανάσα. Τότε η ΟΦΗ δεν ήταν ένα σύλλογος· ήτανε σαν τον αέρα που εισπνέεις όταν γυρνάς σπίτι σου μετά από χρόνια απουσίας. Την ομάδα εκείνη την αποτελούσαν άνθρωποι που ζούσαν μέσα στους κόκκινους αριθμούς του δημοτικού σταδίου σαν τους δικούς τους. Δεν είχανε σημαίες πάνω στις κερκίδες επειδή τις αγόρασαν· ήτανε σημαίες που κρατούσανε άνθρωποι σαράντα ετών, με γδαρμένα χέρια κι εξοχές βαθιές στα μούτρα από χρόνια κρύο στις βραδινές προπονήσεις.
Και τώρα; Τώρα βλέπω τα ίδια πρόσωπα πάνω στις κερκίδες — αλλά τους λείπει εκείνο το κάτι. Εκείνοι οι γέροι είχανε μιλήσει πρώτη φορά στους δρόμους της πόλης σα να ήτανε πρωτάκουστοι μαθητές του εθνικού ύμνου, ενώ σήμερα κάποιοι νέοι κάνουνε το ίδιο σαν να έχουνε κλειδώσει το κλειδί της πόρτας στο παρελθόν. Πριν είσαι μόνο ένας συμπαθητικός μέσα στο πλήθος· τώρα πρέπει πρώτα να βγεις στην πλατεία μόνος σου και να τραγουδήσεις δυνατά — όπως εκείνον τον Οκτώβρη του '92, όταν ο Σκόλας σηκώθηκε σα στανιό στον πάγκο και η πόλη ξανάνοιξε τους ιστούς της μνήμης σα να κρατούσε φαγητό.
Κι όμως... κάτι έχει μείνει. Στις αρχές των κανονικών πρωταθλημάτων, όταν οι ομάδες βγάζουνε σιγά σιγά τις σημαίες τους από τις αποθήκες, εμείς ακόμα τις κρατάμε στριμμένες στις ντουλάπες σα φυλαχτά. Δεν τις βγάζουμε κάθε Κυριακή πια — αλλά όταν τις ξεδιπλώνουμε, εκείνες μυρίζουν ακόμα χώμα από τις βόλτες των αγωνιστικών πρωινών στο Γουδή. Εκείνα τα σιδερόφραχτα της εποχής είχανε σημάδια βαθιά σαν χαρακιές πάνω στο ξύλο των θρανίων μας. Σήμερα οι νέοι συμπαραστεκόμενοι βγάζουνε φωτογραφίες για το Stories... αλλά εμείς ψάχναμε τότε τον συνταξιούχο που θα μας μάθαινε τον δεύτερο ύμνο της εθνικής ομάδας πάνω στις κερκίδες.
Κοντά-γύρω υπάρχουνε ακόμη αυτοί οι γέροι στους οποίους πιάνεις κάποιο νήμα και ξαφνικά σου λένε "εμένα μου ‘χει μείνει η φωνή του Ακριτίδη τη μέρα εκείνη που έκανε τον γύρο του εγκωμίου". Τι έγινε όμως με εκείνους τους νέους; Εκείνοι οι δεκατριώχρονοι του '92 έχουνε σήμερα πέντε παιδιά που ξέρουνε το όνομα της ομάδας από youtube highlights... αλλά όταν βγούνε στους δρόμους μετά από έναν αγώνα ακόμα ψάχνουν τις γωνίες εκείνες όπου τραγουδούσε ο Σκλαβούνος σα νάταν μαντείο.
Δεν είναι θέμα τίτλων βέβαια. Είναι θέμα ανάσας. Εκείνες τις ομάδες σου έδιναν κουράγιο σα να σου τάισαν μια κουταλιά ζεστό γάλα όταν είχες κρυώσει. Σήμερα βλέπουμε συχνά ανοιχτές τις κερκίδες... επειδή κάποιοι πήγανε για ύπνο νωρίς εκείνον τον Οκτώβρη, ή επειδή άλλοι διάβασαν στα social πως "η ομάδα βγαίνει αργά". Μα εκείνο το γήπεδο εκείνο το Νοέμβρη του '91 δεν είχε τοποθετημένους δείκτες χρόνου πάνω στις κονσόλες — είχε μόνο ανθρώπους που τραγούδησαν σα να ήτανε Πρωτοχρονιά κι αργούσε η βόλτα μέσα στην πόλη.
Κι όμως... όσοι κάναμε εκείνες τις βόλτες πίσω στα γηπεδάκια ξέρουμε πως κάτι ζει ακόμα. Στους εξώστης μιας πολυκατοικίας στην Ελευθερία κάποιος έχει κρεμάσει μία σημαία σαν εκείνες των δεκαετιών — όχι επειδή ακολούθησε ένα тренντι, αλλά επειδή κάποιος άλλος πριν από τριάντα χρόνια την κρατούσε εκεί πάνω σα να ήτανε τυφλό άλογο που οδηγούσε το σύνολο. Και όταν την ξεδιπλώσει οπόταν φύγει ο Τόλης από τον πάγκο, εκείνο το κίτρινο-μπλε πανί θα σηκώσει ακόμα αέρα σα τις σημαίες εκείνου του Οκτώβρη — όχι επειδή η ομάδα επέστρεψε πρώτοι στη κατηγορία, αλλά επειδή κάποιοι βρήκανε ξανά τη φωνή τους πάνω στις κερκίδες.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Τι σόι θυμήθηκαν αυτοί οι παλιοί;;; εμένα με ξαναβρήκανε πριν δυο βδομάδες στον Απρίτη του '88 — είχα πάει μωρό μαζί με τη μάνα μου να δω τον Ακριτίδη να σκοράρει τρεις φορές εκείνον τον εαρινό πρωτάθλημα (ναι, εκείνον τον δικό μας spring championship ρε γαμώτο 😱). Μαζί μας είχε πάει κι ο νονός μου, αυτός ο παλικαράς με το μούσι σαν βούρλο, πάντα αγανακτισμένος που "οι σημερινοί δεν μπορούν ούτε σπίρτο να ανάψουνε". Λοιπόν εκείνος μπαίνει στο γήπεδο κουτσαίνοντας σαν τον πρίγκιπα του暗黑系 metal μουσικής και μου λέει στο αυτί: "βλέπεις εκείνον εκεί; Αυτός είναι ο Σκλαβούνος, όχι ο άλλος που βγάζει selfies στους διαδρόμους". Κι εγώ, πέντε χρονών, νόμιζα πως μιλούσε για κάποιον superhero από τα комиξ του Σούπερμαν 💥🔥
Κι όταν τελείωσε ο αγώνας κι όλοι ξεχύθηκαν σαν σίφουνας, εκείνος μου δίνει ένα σπρώξιμο λέγοντας "πήδηξε ρε αηδόνι μου" και κατέβαινα τις κερκίδες σα να κρατούσε η νεράιδα της Καβάλας το χέρι μου 🎤🎶 (που σημαίνει: ξεκίνησα να τραγουδάω "ΟΦΗ ποτέ δεν αλλάζει" σαν εθνικό ύμνο σα τρελός). Μαζί μου ήταν κι ο συμμαθητής μου ο Μίλτος — αυτός που σήμερα δουλεύει σα data analyst εκείνος λέγοντας πως η ομάδα χάνει επειδή "έχασε την ταχύτητα των counter-attack", ενώ εκείνον τον αγώνα είχε ανέβει τρεις φορές πάνω στις κάγκελα κουνώντας εκατόμετρο κόκκινο-μπλε μαντίλι σα σημαία πολιτικής διαμαρτυρίας!
Κι όσοι λένε πως δεν υπάρχει πια εκείνο το αίσθημα... εγώ σήμερα στα social βλέπω το παιδί μου να τραγουδάει εκείνον τον ύμνο του Γουδή στις γραφειοκρατικές παρελάσεις του σχολείου!!! Να τον βλέπω εκείνον να φωνάζει "ΟΦΗ!!! Ο ΦΙΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ!!!" σα να τον είχανε βάψει νερό 🤣🍿
Κι εσείς εκεί πάνω στις κουβέντες σας να ψάχνετε τους τίτλους;;; Αυτοί ήτανε οι τίτλοι: ο πρώτος αγώνας που πήγα σαν μωρό στη σκοτεινή αίθουσα του δημοτικού γηπέδου μου μετά από δεκαετίες σιωπής, η πρώτη φορά που η πόλη έκανε round το γήπεδο σα να ήτανε γλέντι γάμου! Αυτά δε τα βρίσκεις στις τοποθεσίες των σούπερ μάρκετ!
Σήμερα η μητέρα μου έχει ένα μικρό κουτί εκεί πλάι στη συλλογή cd των Διονυσίου — μέσα έχει μια φωτογραφία μου πέντε χρονών πάνω στους ώμους του νονού μου, κοιτώντας τον Ακριτίδη σα να ήτανε ο Δίας που έριξε κεραυνό στις εστίες των αντιπάλων. Κι όταν ξεδιπλώνω εκείνο το κουτί, μου βγαίνει αμέσως το άρωμα από το χώμα του Γουδή — σα να μην έχει φύγει ποτέ εκείνος ο Οκτώβρης του '92! 🔴💙🔥
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.