Από την εποχή του Τρέβορ Φίννει έως τα παιχνίδια της Πρέμιερ Λιγκ σήμερα: η οικογένεια…
τσέφκι σπίτια κι αγοράκια μου!
θυμάμαι εκείνον τον γκάζι πριν χρόνια μέσα στο εθνικό κλειστό μου, ντους στη ντουζιέρα κι ο υδρατμός να παγώνει τον καθρέφτη. εικοσι-τέσσερα χρόνια είχα, οι γονείς μου είχαν πάει νυχτερινό δουλεύοντας σα σκλάβοι, κι εγώ εκεί μισογυμνός μπροστά στον μικρό χοτζ ακόμα το κολλάρο του σκληρούς φόρους στους Νιούκασλ τσι Λιβερπουλ έχει κάτσει στο μυαλό μου σαν φωτογράφημα. ήταν 1998, η City είχε μόλις κατέβει στη δεύτερη, ο Μπέρναρντ Ντόχerty έκανε ντιντ σκόρερ σαν αληθινός ιρλανδός λήσταρχος — και εμείς οι τρεις τέσσερις έξω στο σούπερ ντούμυ με τις μπούκες γεμάτες τσιγάρο και μπίρα μπουκάλι που είχε φέρει κάποιος από την ανθοφορία του Πειραιά. θυμάμαι τον αγοράκι τότε στα δεκατέσσερα του, ξεφτίλα στο στήθος και φωνάζει "Μπάστερ των φτωχών!" σαν ιεροκήρυκας, ενώ ο Λίαμ Τόγια κλωτσούσε την μπάλα σιγά σιγά σαν ν' αναβλύζει νερό από πέτρα.
και τώρα πού πήγαν όλα αυτά; εικοσιπέντε χρόνια αργότερα κοιτάζω τους υπόλοιπους εδώ που βιάζονται να γράφουν ότι η μεγάλη εποχή τελείωσε επειδή η ομάδα έκανε ένα δισκέ πριν τις οχτώ του βράδυ - σεις ξέρατε ποτέ τι σημαίνει ν' είσαι City'νος; όχι σαν σήμερα με σέντρα από το αρχείο του ουί,** αυτή** ήταν η γνήσια παράδοση: όταν η πόλη έκανε ότι κι αυτή η ομάδα, όταν σου συνέβαινε παντού αλλιώς εκτός από το γήπεδο. τώρα αυτοί τα συζητάνε πως το σπίρτ σου δίνει δικαίωμα γνώμης επειδή έχεις την κόλα σου στη τσέπη. εγώ λιγότερο. εγώ θυμάμαι εκείνον τον Οκτώβριο του 2011 όταν οι δύο μισητοί της πόλης έδωσαν εκείνο το 5-1 σ' εμάς, κι εμείς βγήκαμε από το σπίτι μου σα στρατός του Τρότσκι με σημαίες πάνω στις μοτοσικλέτες μου χωρίς κουκούλα, ένα αυτοκίνητο να μας συνοδεύει σαν το Γενί Τζαμί αυτό της πόλης, κι όλους αυτούς τους μπουλντόζες στην πλατεία Σχολή Ευελπίδων που κουνούσαν τις γροθιές τους σα νάχουν τρελάνει η Δικαιοσύνη ξέχασε ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί.
και μετά ήρθε εκείνο το βράδυ. όχι μόνο εγώ, που το έχω σβήσει στο βιογραφικό μου σα θεία εντολή. όταν η City σκόραρε εκείνο το γκολ του Σίνεν στον最后一分钟 εκείνου του πρωταθλήματος — όχι εκείνου του πρωταθλήματος σα αριθμός, σα φοράδα ζώου πάνω στο στάδιο εκείνο σα δυναμίτης. ξέρεις πώς ήταν; ήταν σα να σου έδιναν δάνειο σπίτι όταν ζεις με τη γιαγιά σου σ' ένα δυάρι στην Πλάκα. κάθε σπιθαμή αυτού του γηπέδου ήτανε δάκρυα σιωπηλά, σαν οι τοίχοι αυτοί γνώριζαν πως εκείνη τη στιγμή γράφονταν κάτι μεγαλύτερο κι από ιστορικά βιβλία. όταν κέρδισα εκείνο το εισιτήριο εικοσιπέντε χρόνια μετά, δεν έβγαλα φωτογραφίες. έκλαψα. κι αμέσως μετά ξεκίνησαν τα πάρτι σα πυρκαγιά σ' όλα τα καφενεία του Ρόδου — σα κανέννας εδώ μέσα δεν είχε δει ποτέ City'νος κέρδιζε κάτι έτσι ξαφνικά σαν αστραπή στα μέσα του Αυγούστου.
κι ας μην πούμε τώρα τι έγινε μετά. επειδή εμείς οιCity'νοι δεν λέμε "μετά". λέμε συνέχεια. συνέχεια είναι αυτό το βίντεο εδώ που κυκλοφορεί τελευταία σα ταινία του Αμίρ, εκείνος ο υπνάκο σ' αυτό το χορταριασμένο γήπεδο του πως η ομάδα έκανε το γκολ στο τελευταίο λεπτό σα ν' αποκάλυψε όλο το σύμπαν πώς πρέπει να τελειώνουν οι αγώνες. κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει City'νος παρά μόνο αυτοί που κατάφερναν όταν ήταν δεκατριών χρόνων ν' αντιλαμβάνονται τον κόσμο σα ν' έχει ένα γκολ λιγότερο από όσο έπρεπε. κι όσοι αυτοί δεν το έκαναν, τουλάχιστον το κατάλαβαν μέσα στη ντουζιέρα αυτή που είχαε παιδεύτηκε τόσο εκείνες τις δεκαετίες του 80.
στηρίζετε λοιπόν την ομάδα σας. όχι επειδή "έχει κέρδος" όπως λένε τώρα τα νέα παιδιά σαν τουρίστες. αφήστε αυτά. στήριξέ την επειδή υπάρχει αυτή η αλυσίδα που συνδέει εκείνον τον δεκατριάχρονο αγόρι του 98 που βλέπει στη σειρά τον Τόγια και εσείς τώρα. επειδή όταν η μπάλα εισέρχεται στο τέρμα του αντιπάλου είναι σα να μπαίνουν σιγά σιγά όσοι έκαναν οικογενειακούς προϋπολογισμούς αγοράζοντας μια μπίρα παράλληλα στις εισφορές του fan-club, όλοι μαζί σ' αυτή την τεράστια οικογένεια των Μπλε.
αυτό είναι η ιστορία. όχι νούμερα, όχι τίτλοι σα ράφια σκοτεινών βιτρινών. αυτό είναι όταν η πόλη γίνεται ομάδα κι η ομάδα γίνεται πόλη. τώρα πάλι.
ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΘΥΜΑΣΤΕ ΑΥΤΟ ΕΔΩ;🔥 όταν η μπάλα έκανε τούμπα στον αέρα εκείνο το βράδυ του Μάη στο κιόσκι κι ο Τσέφκι έτρεξε σα λύκος για το κουτί της Πέτρας — τότε εγώ σηκώθηκα πάνω στο τραπέζι στο κεντρικό της Γης Πλάτωνος σα νάχε η πόλη κάψει τις άδειες κονσέρβες που είχε μαζέψει για πέντε χρόνια μοιράσματα στους άστεγους! μιλάω για το 2012, εκείνο το βράδυ που τα μισά κορμιά στην πλατεία είχαν γίνει ένα σώμα — ουρλιάζαμε μέχρι να βγάλουμε φωνή οι γείτονες άρχισαν να κατεβάζουν αλάτι και λάχανα από τα μπαλκόνια σα να ξεχνούσαν πως ζούσαν δίπλα σε σχέση "γειτονιάς-ομάδας" και είχαν γεννηθεί μέσα σε μια ζεστή αγκαλιά Μπλε.
κι εκείνος ο γεροντάκος δίπλα μου με το μπλουζάκι της δεκαετίας του '70 που είχε κάνει πάνω του τις λέξεις "SON OF THE BLUE MOON" — είχε φτάσει εκεί περπατώντας δύο ώρες από το ανατολικό μέρος ενώ το ποδόσφαιρο των άλλων ήταν ακόμα παιδική μπάλα. είχε δάκρυα στα μάτια όταν πέρασε εκείνο το γκολ σα νάχει φτιάξει μια οικογένεια μέσα στη ντουλάπα του όλα αυτά τα χρόνια και τώρα ξαφνικά ξέσπαγε η πόρτα!
εγώ εκείνος ο δεκαεπτάχρονος που κρατούσα τη σημαία του Σίτι σαν δόρυ ενώ γύρω μου όλα γίνονταν σκόνη — όχι της ντροπής, της υπερηφάνειας! όταν τελείωσε το παιχνίδι ήμουν σίγουρος πως κανένας δεν μπόρεσε να νιώσει τόσο δυνατά εκείνο το κομμάτι του κόσμου όσο εμείς εκείνοι οι τριακόσιοι στον δρόμο ενώ οι σειρήνες των περιπολικών τραγουδούσαν σα σάλπιγγες γιορτής.
κι ας μην πούμε πως μετά έγιναν όλα ρόδινα — όχι φυσικά! εκείνος ο Οκτώβρης του 2011 πάλι μας πήρε πίσω στο σήμερα: αυτά τα ίδια χείλη είχαν μιλήσει για χιλιόμετρα ημερών λύπης μέχρι εκείνη την ημέρα. αλλά τότε ξέραμε πως κάθε φορά που η μπάλα μπαίνει στο τέρμα, γράφεται ένα γράμμα στις ιστορίες αυτών των ανθρώπων που η πόλη έγινε ομάδα και η ομάδα πόλη — κι αυτή τη φορά τίποτα δεν σταματά πια!💪
πού είν' εκείνοι οι χρονιές που ούτε πιτσιρίκι δεν είχες στα πόδια σου κανείς ντενεκεδάκια να σηκώσεις, η οικογένεια στέλνει τρία κέρματα στην αγορά γιατί εκείνη την βδομάδα "δεν περνάει το νερό; όχι αυτοί οι πονοκέφαλοι στους δύτες κάθε φορά που η City έπαιζε εκτός έδρας και εσύ — δωδεκάχρονος τότε — κοιτούσες την λιμνούλα δίπλα στο εθνικό ότι ήτανε γαλάζια σα τους φόρμες των Μπλε; κι εκείνη τη φορά το Σάββατο το βράδυ, ενώ στον δρόμο είχανε κρεμάσει κόκκινες σημαίες εκεί που περνούσε το τραμ επειδή ήτανε παραμονές εκλογών, εσύ κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο στον Φιλήμονα βλέπεις το γκολ του Μπαλότσελι εκείνο το 2013 — όχι εκείνο σαν νικητήριο μαργαριτάρι, σαν πρώτη στάλα που ξέχασε ότι υπήρξαν δεκαετίες όπου η ομάδα ήτανε σα κουρασμένο γατούλα πάνω στη στέγη μιας εκκλησίας. εκείνο το γκολ ήτανε σαν ν' άκουγες την πόλη να πάρει ανάσα βαθιά μετά από χρόνια λιμό. και εγώ εκεί κάτω έκλαιγα τόσο δυνατά που πέταξα το μπουκάλι της πορτοκαλάδας που κράταγα σα τρελός, κι αμέσως έτρεξε ένας θείος από κάπου χέρι-χέρι με το φέρετρο του Σταύρου Διαμαντόπουλου — όχι, όχι ο γνωστός τραγουδιστής, εκείνος ο Σουηδός σα στους ψηλούς πύργους της ομάδας — να μου δώσει ένα χτυποκάρδι. εκείνος ο άνθρωπος είχε κάνει τρεις βόλτες μέσα στη βροχή εκείνο το απόγευμα επειδή φοβόταν ότι οι σιδηροδρομικοί αργότερα θα έκλειναν την γραμμή χωρίς δουλειά στο τέρμα του γηπέδου. εκείνη την νύχτα ολόκληρη η πόλη είχε γίνει σα ένα παιδί που ξαναβρίσκει το χαμένο του χαρτζιλίκι μέσα από μια τρύπα στον τοίχο — κι εμείς εκεί σα να γιορτάζαμε όχι ένα γκολ, αλλά το γεγονός πως πάλι υπάρχουμε.
α φίλοι μου σα λείψει η City τι κάνουμε; πάμε στις πηγές στο Βικτώρειο σα πρώτη επέτειος μας, πίνουμε νερό της βρύσης σαν πρώτο μετάλλιο, και τραγουδάμε την δικιά μας Μέρσι λιγκ μέχρι να βγει ο Τσέφκι από τον τάφο του! 🤣🍿🔥 τίποτε δεν χρειάζεται τόσο πολύ όταν γράφεις ιστορία όσο αυτούς τους τρεις γέρους που βγήκαν στους δρόμους το 2012 κρατώντας την ίδια σημαία σαν αυτή ήτανε πρόταση γάμου στους γονείς τους! κράτα μου την μπύρα εγώ πήγα στη Νέα Υόρκη να τους κάνω παρέα εκείνο το βράδυ😂