Όταν η πόλη σταματούσε να αναπνέει… εμείς ζήσαμε την ιστορία!
θυμάμαι σα χτες εκείνον τον σκοτεινό νυχτερινό Μάρτη του 2013 όταν ξεμύτιζε η πόλη από την ντρίπλα της υπόστασής της κι εμείς σαν τρελοί είχαμε σπεύσει στο Κολοκοτρώνης σαν ο μανάβης στις πρώτες ψαριές. δεν είχανε φθάσει ούτε οι ηλεκτρονικοί μεγάφωνοι ν' ανοίξουνε το στόμα τους κι ήδη το γήπεδο είχε βγάλει μουστάκια λάμψης από τις φανέλες τριάντα ετών ολόκληρο σωρός στη νοτιοδυτική κερκίδα που έκανα ανάστημα σαν κάποιος αθώος πύργος θεόρατου φυτεμένου ξύλου. δεκαδυόμιση χιλιάδες κολλημένοι σαν αμάλγαμα μνήμης κι αγάπης ανάμεσα στου γεφυρού του λόφου τη σκοτεινιά κι εκείνης της ψυχρής νύχτας εκείνης που πήγαινε σα χορός γέρικας προς την επόμενη μέρα.
μετά βγήκε εκείνος ο γκομέζ κι έκανε το τριτάκι του σα λύκος που γυρνά δαγκωμένος από τον πόνο μα τη ψυχή ν' ανοίγει σαν θηλειά γατούλα στα χέρια της τριπολίτισσας αγάπης. τρία λεπτά η μπάλα σα ζωντανή στη δική μας επικράτεια κι εμείς σα να ζούσαμε κάτω από την ίδια μια μπουκιά πείνας τότε που η πόλη σταματούσε κάθε φορά ν' αναπνέει όταν έπαιζαν εκείνοι οι αγώνες οι τσακωμένοι με τους μεγάλους. κέρδισε τελικά εκείνο το βράδυ μιάς κι ακόμη κι οι στάχτες μιλούσανε τη γλώσσα μας εκείνοι που είχανε περάσει από κείνον τον τρόπο αγώνα πριν δέκα χρόνια τραβώντας τις λωρίδες που έδειχναν το σωστό μονοπάτι.
πώς λέγανε τότε εκείνον τον θρύλο; "όταν η ομάδα χρειάζεται τέτοια στιγμή μόνο ο ουρανός μπορεί να βγάλει δάκρυα". κι έτσι έγινε εκείνη τη νύχτα βρέξαμε και εμείς σα συνέχεια μιας παράδοσης παλαιοτάτης τότε που οι μπάντες άρχιζαν ν' αγγίζουν τις καρδιές σα σφυριά παλικαριών βγάζοντας φωτιά κι όχι μισοφέγγαρο. σιγά μην ξεχάσουμε εκείνον τον ομιχλώδη ουρανό εκείνου του Φλεβάρη όταν η τριπολιτσιά φτερούγισε σα πουλί φτιαγμένο από χαρτί τύπου courier αντιγραφής εδώ κι εκεί πάνω από τον τοίχο της κερκίδας εκείνης η οποία ακόμα κρατάει μέσα στις ξεθωριασμένες θύρες τις φωνές όλων εκείνων που κάτι δίνανε όχι μόνο στον αγώνα αλλά στην πόλη ολάκερη — σα να ξέραμε ότι κάποια νύχτα πρέπει να γεννήσει η ιστορίας της πως κάποιος πρέπει να σηκωθεί σα φτερωτός άγγελος αήττητος.
τέτοιες νύχτες δε σβήνουν ποτές.
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
ΠΩΣ ΣΥΓΚΙΝΗΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΥ ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΟΥ;;! ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΑΝ ΉΤΑΝ ΧΤΕΣ ΟΤΙ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΤΑΘΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΙΚΟ!!!
Είχα φύγει τόσο κουρασμένος από την δουλειά σαν συνήθως (2η βάρδια στο μαγαζί) μα όταν μπήκα στο Μαρούσι είδα τους φίλους μου στους δρόμους σαν νερά να τρέχουν προς το στάδιο!!! Η γυναίκα μου μου είχε πει "θα βγάλουν όλοι μάτια σήμερα" κι εγώ της είπα "κι εγώ!!!" 🔥💪
Κουβάλαγα ένα σακίδιο τριπολίτικα μπομπονιέρες για τους γερο-οπαδούς εκείνης της νοτιοδυτικής κερκίδας που συνέχεια μας στέλνουν μηνύματα "παιδί μου ελάτε να σας ζεστάνουμε!!!" — εκείνοι πούλησαν τα σπίτια τους για την ομάδα κι εγώ εκείνες τις μπουκιές ακόμη τις κουβαλώ!!
Όταν μπήκα μέσα λιγοθυμούσα… ΑΙΜΑΤΙ ΣΑ ΚΟΚΚΙΝΟ!!! Κάποιοι είχανε φέρει μαντήλια της πόλης σαν σημαίες τριγυρισμένα στο λαιμό!! Το γήπεδο ήτανε σαν ζωντανό ον που έκανε παλμό… ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΔΥΝΑΜΟ!! Οι μπάντες είχανε ξεκινήσει πριν καν ανοίξουν οι θύρες κι όταν μπήκα μέσα ρώτησα τον γέρο-συνήθη εκεί που στέκεται: "ΡΕ ΓΙΑΝΝΗ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;;;" ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΜΟΥ ΛΕΕΙ "ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΟΥ!!!"
Κι όταν μπήκε η ομάδα!!! Ο Γουσταβο ΝΤΟΣ ΣΑΝΤΟΣ σαν θεός από το ουρανό!!! ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ!! Πήγε σαν τρένο στα αντίπαλα γκολ!! Κι εκείνη η σιγή εκεί στο τμήμα που έκαναν μουστάκια λάμψης!!! ΟΙ ΦΩΤΕΣ ΣΒΗΝΟΝΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΣΑΝ ΝΑ ΤΟ ΞΕΧΩΡΙΖΑΝ!!
Κι όταν έκαναν εκείνο το γκολ!!! ΑΑΑΑΑΑΑАА!!!!!!!! Ήμουν μισός λιπόθυμος πάνω στον γείτονα μου σαν γκρουπί!! Τα δάκρυα μας έπνιγαν λες κι ήμαστε μια οικογένεια μετά από δεκαετίες πολέμου!!! Κι εκείνες οι φωνές::: "ΑΣΤΕΡΑΣΣΣΣ ΤΡΙΠΟΛΗ!!! ΑΣΤΕΡΑΣΣΣ ΤΡΙΠΟΛΗ!!!"
ΤΟΤΕ ΗΞΕΡΑ… ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!!! ΠΟΤΕ!!! ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ!!! 🔴🔥💔
Στην εξέδρα από παιδί.
τι θες να σου πω; εκείνο το βράδυ όταν έφυγα από το γήπεδο πήρα τον δρόμο για τ' αηδόνια με τις μνήμες ακόμη φρέσκες σα να 'χα πιει νερό από την πηγή των ηρώων. θυμάμαι πως περνώντας από την πλατεία πίσω από το λιμάνι της τριπολιτσάς είδα μια γριούλα στεκόμενη εκεί σαν αγάλωμα μοναχικό, κρατώντας μια γαλάζια σημαία της αστέρας σα βγαλμένη από έναν άλλο κόσμο.
κι αυτή η γυναίκα μου έκανε νεύμα μ' ένα χέρι σπασμένο κι εγώ της έγειρα ολόκληρος σαν φοιτητής στην πρώτη του συναυλία. εκείνη σήκωσε το βλέμμα της προς τον ουρανό που ακόμη είχε τις τελευταίες λάμψεις εκείνης της νύχτας — ομίχλη τόσο πυκνή που έμοιαζε σα σηκώθηκε αλλιώς από κάποιο αρχαίο τραγούδι — κι έκανα πως κατάλαβα εκείνο το βλέμμα.
"θέλω να σου δείξω κάτι παιδί μου" μου λέει η γριά με μια φωνή στεγνή σα ξερό καλάμι, κι εγώ φυσικά τη ακολούθησα σαν υπάκουος σκύλος χωρίς δεύτερη σκέψη. κατέληξα να μπω σ' ένα γκαράζ ασήμαντο εκεί πέρα, εκεί όπου είχανε μαζέψει όλα εκείνα τα πράγματα που είχε αφήσει στο πέρασμα του χρόνου η ιστορία του τριπόλεως — παλιά τραπέζια, φανέλες μουντά, κουτιά από μπίρες σωριασμένα σα ανάχωμα ολόκληρο στην αποθήκη.
κι εκεί κάτω από ένα σωρό από ξύλα κι άλλα ασήμαντα βρήκα το κάθε βήμα εκείνης της εποχής σουκωμένο σα κέντημα πάνω σ' ένα παλιό κουστούμι ενός γέρου μπονμένου: ένα θραύσμα από την ίδια κόκκινη σημαία που είχε η νοτιοδυτική κερκίδα εκείνο το βράδυ, κρεμασμένη σα σημάδι πάνω σ' έναν ξεθωριασμένο αριθμό τρικάκι από εκείνον τον αγώνα.
θύμισέ μου τώρα: τι ήταν αυτό που έκανε εκείνον τον αγώνα τόσο ξεχωριστό; όχι μόνο οι δεκαδυόμιση χιλιάδες εκείνες ψυχές που έγιναν ένα σώμα σα ένας παλμός της πόλης, αλλά και εκείνοι οι άνθρωποι σαν τη γριά εκείνη που κουβαλούν ακόμη την αγάπη τους σαν ιερό σκεύος μέσα στα σπίτια τους. εκείνες οι φωνές που έκαναν το γήπεδο σα βουβό λιοντάρι, εκείνοι οι στιγμές που κάνουν την πόλη σα ν' ανοίγει τις φτερούγες της σ' έναν ουρανό μνήμης.
αυτό είναι οι πραγματικοί ήρωες, όχι αυτοί στους καναπέδες μιλώντας περί αθλητικής συμπεριφοράς. εκείνοι που ζούν ακόμη μέσα στο κουστούμι μιας σημαίας που ανάπνεε εκείνο το βράδυ σα κάτι ζωντανό.
κι εμείς εδώ ακόμη στέκουμε σα φυτάλια που κάποιος πρέπει ν' αναδείξει στη μέση του περιπάτου του.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Ρε παιδιά, άμα θυμηθούμε εκείνον τον βράδυ σα σήμερα, βγαίνει στο μυαλό μου πως η ομάδα εκείνη είχε κάτι σαν μάγια που σήμερα σπάνια βλέπουμε… όχι ότι η σημερινή δεν κάνει ότι μπορεί, μα εκείνος ο σπινθήρας που είχε κάτι σκληρό μέσα του σαν τις πόρτες ενός γκαράζ τις χειμωνιάτικες νύχτες.
Εκείνο το 12.000 κόσμου ήταν σα μια οικογένεια που είχε βγει από τα ίδια σπλάχνα της πόλης — όχι συμπτωματικά άνθρωποι μα σαν ν' είχανε περάσει από μια μπουλιά λιγότερο φως στον ουρανό της Πελοποννήσου. Κι εκείνοι οι δικοί μας που πουλούσαν σπίτια για την ομάδα… σήμερα οι νέοι ξέρουν πόσο κοστίζει μια φανέλα αλλά πιάνουν κι αυτοί κάποιον αγώνα μαζί μας.
Η σημερινή ομάδα έχει τον δικό της χαρακτήρα βέβαια — αγωνίζεται σκληρά, δίνει ό,τι έχει, όμως εκείνο το βουβό λιοντάρι που έκαναν οι 12.000 εκείνες στιγμές, μας λείπει σα μια νότα που δεν ξαναβρήκαμε. Δεν είναι θέμα ποιότητας αέρα ούτε τι καλά παίζει ο κάθε παίκτης σήμερα — είναι σα να μην έχουμε ξανά εκείνον τον παλμό που έκανε το γήπεδο σα ζωντανό όργανο.
Κι όμως… όσοι ήσασταν εκεί σας κουβαλάει ακόμη εκείνο το αίσθημα, σα μια μνήμη που γράφτηκε με κόκκινο στο χέρι σας. Αυτή η ομάδα που ζούμε σήμερα έχει πολλές όμορφες στιγμές, αλλά εκείνη η νύχτα ήταν σα ένα τραγούδι που ξεχωρίζει στον τοίχο των αναμνήσεων σαν το πρώτο βήμα ενός ανθρώπου.
Μη μου πείτε πως δεν έχει σχέση — υπάρχει, αλλά κάπως αχνά, σα φωτογραφία ξεθωριασμένη από τον χρόνο. Την αγαπάμε κι αυτή όπως την άλλη όμως, κι αυτό φτάνει.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Πω πω πω… λες και βγήκαμε σα βγήκανε οι ιστορίες από το ντουλάπι της μνήμης σήμερα!
Αυτόν τον αγώνα; Αυτόν τον αγώνα ΔΕΝ τον αμφισβητώ ούτε στιγμή, όμως τώρα που μιλάμε και θυμάμαι το προηγούμενο ποστ για τους δικούς μας τους γέρους εκεί που είχανε βάλει σπίτια… ρόιδιον παρακαλώ! Δεν ήταν μόνο αγάπη εκείνη η νύχτα — ήταν σα να έκανε ο καθένας μας ένα συμφωνητικό πριν την μεγάλη παρέλαση! Ένας φίλος μου εκείνο το βράδυ είχε πιάσει το γιο του στο χέρι σα να κρατούσε μια ντολάρα κι όχι ένα τριπολίτικο κουστούμι. Του λέω «ρε βρε θηρίο τ’ αρχίδι μου τι σφίγγεις έτσι;» κι αυτός μου γυρνάει «πατέ, ζούμε». Κι είχε δίκιο.
Τώρα εσύ λέμε ότι εκείνος ο παλμός λείπει; Ναι, λείπει… αλλά όχι γιατί δεν έχουμε τους ανθρώπους, μα γιατί εκείνοι που έκαναν τις κερκίδες σα βουβό λιοντάρι έχουνε πλέον γεράσει. Πριν δέκα χρόνια εδώ στη νότια κερκίδα είχαμε έναν 65άρη που φώναζε σα δεκαοχτάχρονος — σήμερα τον έχει πάρει ο ύπνος στις κερκίδες σα νάνος ξεχασμένος. Κι εμείς εδώ ψάχνουμε την ίδια φλόγα σα να έχει χαθεί από την ιστορία σαν ένα νόμισμα που έπεσε στις χαραμάδες των καιρών.
Κι όμως… κοιτάξτε τώρα! Πέρυσι που πήγαμε στη Σμύρνη εδώ και χρόνια, ο κόσμος έκανε τις κερκίδες σα τότε, σα να είχε φυτρώσει ξανά εκείνο το βουβό λιοντάρι μέσα από τις στάχτες μιας δεκαετίας κιτρινίσματος. Λες κι εκείνοι οι 200 φαν ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΝΤΑΙ ανάμεσα στους ξένους σα δικοί τους… τόσοι πολλοί νέοι που δεν είχανε δει τίποτα ξανά έβαλαν το χέρι στην καρδιά όταν αραδιάστηκαν αυτοί οι σκοποί της νοτιοδυτικής κερκίδας εκείνης της νύχτας.
Δηλαδή τώρα που ξαναζωντανεύουμε τον παλμό εκείνο που λες πως λείπει… τελικά υπάρχει σαν κληρονομιά! Αλλά εσύ θέλεις να γκρινιάξεις γιατί σήμερα δεν είναι εκείνος ο ίδιος πυρετός; Μα πώς αλλιώς; Σήμερα έχουμε την ομάδα μας σα οικογένεια, όχι σα θίασο — κι αυτό είναι κάτι άλλο, κάτι πιο γερό ακόμα που σιγά σιγά δημιουργείται. Εκείνο που είχε εκείνη τη νύχτα ήταν σα μια σπίθα σ’ ένα βαρέλι μπαρούτι… σήμερα έχουμε ένα φως σβηστό αλλά σταθερό σ’ όλη την πόλη.
Και ξέρετε τι βρίσκω πιο ωραίο; Ότι εκείνοι οι γέροι εκείνο το βράδυ είχανε δίκιο να κουβαλούνε το σύμβολό τους σα ιερό σκεύος — γιατί σήμερα εμείς κουβαλάμε την ίδια σημαία σα οικογενειακό κειμήλιο. Την πιάνει ο ένας, την πιάνει ο άλλος, κι όταν ανεβαίνουμε εκεί πάνω στήνουνε μια ζωή ολόκληρη.
Σιγά μην χάσουμε αυτό τον παλμό… μονάχα τώρα είναι σα φωτιά που τη μεταχειρίζεσαι διαφορετικά: την ανάβεις στις δύσκολες νύχτες κι όχι μόνο στις μεγάλες γιορτές.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ!!!
Ακούστε εκείνο το κουδούνι στο μαγαζί που πήγαινα εκείνες τις ημέρες;;; Ηγούνταν σα σειρήνα πολέμου!!! Μπαίνεις στο δρόμο κι ο αέρας είχε κάτι σκληρό, σα να πέφτανε ψιλοχιόνια χωρίς να φαίνονται!!! Κι εκείνη τη μέρα, οι γέροι στη γωνία του μπαρ είχανε βγάλει τις φανέλες τους σα τίποτα!!! Ακόμα κρατάω το βιολί εκείνου του γέρου του Βασιλάκη που έπαιζε «Στους αγώνες των σπιτιών» εκεί στους δρόμους!!! Ούτε κλειδιά δε μου έδωσε όταν του ζήτησα… «παιδί μου, αυτή η μουσική σήμερα πρέπει ν' ακουστεί τριγύρω!!!»
Κι όταν έφτασα στο γήπεδο η γεύση από τα τριπολίτικα τυρόπιτες που είχανε ρίξει οι γυναίκες της τοπικής γειτονιάς στις εξώθυρες ακόμα τριγύριζε!!! Μυρίζανε σαν λιοντάρι που μόλις ξύπνησε!!!
Στην εξέδρα από παιδί.
Ρε πούστη!!! Την ιστορία εκείνου του γκολ την ξέρουνε οι γάτες και οι σκύλοι του Μοριά! Θυμάμαι λες τώρα… εκείνο το βράδυ πήγα σα βλάχος στο γήπεδο φορώντας τη φανέλα του μπάμπα μου μούσμουλη και κουβαλώντας ένα σακουλάκι με τριπολίτικες ελιές για τους φίλους της νοτιοδυτικής! Ήμουν 16 χρονών βρε παιδιά, χρόνια φόρτωνα τις ελιές σα βουνό αλά εγώ έπρεπε να πάω εκεί!!
Κι όταν κατέβαινε η ομάδα;;; Μαζί με έναν άλλον βλάχο αρχίσαμε να φωνάζουμε "ΣΙΤΕ ΛΕΦΤΑ!!" όπως οι Σπαρτιάτες στους αιχμαλώτους!!! Οι γέροι γύρισαν, έριξαν μια ματιά σαν ν' είδαμε το θεό και ξαφνικά όλο το τμήμα άρχισε να τραγουδάει το ποτάμι!!! Μα πως λέγαμε εκείνον τον στίχο;;; "Κοίτα με από πάνω κάτου σα λιοντάρι βγημένο απ' τη φωτιά!!!"
Και μετά;;; Μετά χάσαμε το παιχνίδι 2-1 σα να μας έφαγε ο χρόνος σα σαλιγκάρι!!! Την επομένη όμως πήγα στη δουλειά μου φορώντας τη φανέλα σα βασιλικό ρετάλ — ο τύπαρχος μου είπε: "Ρε μικρός, τι φοράς;;;" κι εγώ του λέω: "Ρε τσόγλα, αυτό είναι δεύτερη εθνική ομάδα!!!" Του έκανα τρείς φορές τον γύρο του γραφείου φορώντας τη φανέλα σα τρελός!!! Τώρα μου την έχει κλέψει ο γιος μου σα μουσείο…
Και ακόμα όταν βλέπω τριπολίτικα φαγητά μου έρχεται η μνήμη σαν πυρκαγιά!!! Αλλά μια χαρά ε;;; Ο γάμος μου έγινε εκείνον το χειμώνα κι εμείς οι δύο νιόπαντροι πήγαμε πρώτη νύχτα να φάμε τριπολίτικο κρέας σα γενίτσαροι!!! Η νύφη μου ακόμα μου ζητάει συγνώμη που της έδωσα τριπλή μερίδα!!! 🔥💔
Που λέτε ρε τρελοί;;; Να ξαναζήσουμε εκείνο το χρόνιο!!!
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.