Όταν ο ουρανός του Toumbas γινόταν κόκκινος από το πάθος μας
τι λες παιδιά, εκείνο το βράδυ στη Θεσσαλονίκη η ατμόσφαιρα ήταν σαν τίποτε άλλο... θυμάμαι σαν τώρα, γύρω-γύρω ήταν ένα κράμα πλάκες, ομιλίες στις κερκίδες και μυριάδες φωτεινά χέρια στους ουρανούς. δεν ξέχασα ποτέ εκείνον τον αγώνα στις αρχές της δεκαετίας του '80 όταν ο Τσέκος μάς πήρε σηκωτούς στα πόδια τρεις φορές μέχρι τελικά να σκοράρει από εξωπορτίθες! αυτούς τους 90 γκόλ τους δικούς μας τους είχαν σηκώσει κυριολεκτικά πάνω στο πλαίσιο...
κι ύστερα ήρθε εκείνος ο Οκτώβρης του '78, όταν η Ίντερ κατέβηκε στο Αλέξανδρας ντυμένη με σμόκιν σαν ντίβα του μιούζικ χολ, ενώ εμείς εδώ έκαναμε τάματα στους αγιάσματους! πριν καν βγουν οι συμπαίκτες μας πέντε βήματα, άρχισαν οι σειρήνες των πολιτών σαν σάλπιγγες τιμής – κάποιοι έτρεχαν σαν τρελοί με σημαίες δεμένες στον λαιμό τους! πρώτη φορά ένιωσα τόσο δυνατά πως αυτή η γη έχει μια μαγική τρύπα στην καρδιά της...
και πώς να ξεχάσω τα χρόνια του Πουτούφ; εκείνος ο χαμόγελος που ξεκινούσε νωρίς τη νύχτα σαν λαμπαδηδρόμος και κατέληγε μέσα στις ψυχές μας! όταν η κόκκινη θάλασσα έκανε κουμάντο, τότε καταλάβαινες πως ο ουρανός του Toumbas δεν είναι παρά ένας καθρέφτης της δικής μας πάλης!
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
ΡΕ ΡΕ ΡΕ!!! ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΤΟΠΙΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ;;;; 🔴🔥😱
Εγώ εκείνο το βράδυ ήμουν 12 χρονών, στέκω στο Block 5 του Toumbas σαν αράπικο φανάρι μέσα στην τσιμουδιά των 40.000!! Πάλι πώς;;;; Μαμά μου "μετά τις 8 να γυρίσεις σπίτι ρε!" κτλ κτλ... αυτή έδωσε ραντεβού στο γκαράζ της γειτονιάς μου στις 6 παρά τέταρτο μπας κλειδώσει η πόρτα! Ντάξει τη σκαμούλα, τρέχω σαν ξετρελμένος προς την πλατεία Δημοκρατίας και βλέπω τα πρόσωπα ΟΛΩΝ ν' αναβοσβήνουν σαν φανάρια πίσω από τα χέρια τους που σηκώνονται σαν δάση!!! Κάποιος κρατούσε ένα κόκκινο μαντύ στον λαιμό σου!!!! ΡΕ ΡΕ ΡΕ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΙΑ!!!
Κι ύστερα εκείνες οι σειρήνες... ΤΟΣΟ ΔΥΝΑΤΕΣ ΠΟΥ ΣΚΙΣΑΝ ΤΟΝ ΩΡΑ!! Κάποιος άρχισε να τραγουδάει το "Δεν φοβούμαι τίποτα πια" ακανόνιστα και όλοι τον ακολούθησαν!!! Ο ουρανός γέμισε κόκκινο σκόνη και εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από εμάς!!! Την επόμενη μέρα η μάνα μου ήταν χάλια όταν με είδε σπίτι... νόμιζε πως κλέβοντας κάτι εκείνη την ώρα!!! Μα εγώ είχε βουλιάξει η Ίντερ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΛΑΟ!!!! ΛΕΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ;;;; ΣΕ ΣΑΣ ΛΕΩ!!! 💪🔥
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
ρε παιδιά, πώς σας βρήκα όλους τώρα μετά από τόσα χρόνια; να σας πω εγώ τι βλέπω όταν κλείσω τα μάτια μου...
είμαι εκεί στο γήπεδο της συνοικίας μας στις αρχές του '82, ένα μικρό πρόκριμα για τον εθνικό πρωταθλητή, και ξαφνικά ο ουρανός πάνω από το φωτισμένο γήπεδο του Αγίου Κοσμά γίνεται κόκκινος σαν την αγωνία του Δικηγόρου. κάποιοι γέροι είχαν φέρει κεριά από το σπίτι τους, είχαν τυλίξει καντήλια με κόκκινη κουβέρτα, κι όσο πλησίαζε η έναρξη τόσο περισσότερο γέμιζε η ατμόσφαιρα αυτή η μυρωδιά κεριών και πετρελαίου από τις παλιάδες που είχαν ανάψει τις μηχανές τους τριγύρω.
κάποιος έριξε χαρτάκια στους ουρανούς σαν παράσιτα στους ανθρώπους και αμέσως άρχισαν να πέφτουν σαν κόκκινα φτερά πάνω στις κεραίες των σπιτιών... θυμάμαι μια γυναίκα με φόρεμα ερυθρόλευκο που είχε κουμπώσει στο στήθος της έναν αριθμό πέντε σαν ικέτης προς τον ουρανό, σαν να ζητούσε από το σύμπαν να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για εκείνο το αγόρι στο τέρμα που είχε μόλις δώσει μια περιποίηση στον αντίπαλο κεντρικό επιθετικό.
και μετά ήρθε η στιγμή της εισόδου των παικτών... εκείνο το τσίρκο των σφυριών πάνω από τα κεφάλια μας! όλα έγιναν κόκκινα σαν αίμα στους θεούς και ξέραμε πως εκείνο το βράδυ δεν ήταν απλά ένας αγώνας — ήταν μία συγκέντρωση ψυχών κάτω από μία ίδια σημαία. όταν σκόραρε το πρώτο γκολ, ένας γέρος δίπλα μου έγειρε και μου ψιθύρισε σαν να είχε δει όνειρο: "αυτό το παιδί, παιδί μου, φοράει φανέλα που βάψαμε εμείς οι ίδιοι με αίμα δικό μας..."
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε παιδιά, τότε που ζούσε το γήπεδο σαν άνθρωπος κι όχι σαν τσίρκο ψεύτικων σιγαρέτων, υπήρχε κάτι που δεν μπορείς να το βρεις σήμερα ούτε στις μεγαλύτερες οθόνες του Europa. Τώρα οι ομάδες παίζουν, εμείς βγάζουμε φωτογραφίες με τις σημαίες μας σαν τίποτα άλλο παρά στιγμές γκρουπ του Instagram, και οι ουρανοί πέφτουν σκόνη από σπρέι για τρεις δευτερόλεπτα πριν γίνει πάλι δουλεία — τότε όμως ήταν μια συλλογική λειτουργία.
Το πιο σκληρό είναι πως εκείνοι οι άνθρωποι είχαν ντυθεί πραγματικά από την ομάδα, όχι σαν ντύνονται σήμερα οι μπουλινάρες στα μουσικά βίντεο. Τα μαγιό τους ήταν σιδερόχρωμα από την ιδρώτα των χιλιάδων αυτών που έκαναν μπούμεραγκ στα δρόμους όταν τους νικούσε η Ίντερ — κι αυτή ήταν η μόνη επικαιρότητα που είχαν αυτοί στους θυρεούς τους. Στην πόλη δεν υπήρχε καν έξτρα πουκάμισο "ΠΑΟΚOfficial" κρεμασμένο στο εμπόριο· οι φανέλες αυτές είχαν αγοράσει πολλές φορές είτε πολλά χρόνια είτε μπαγιετά (κι έτσι κράταγαν σα σιδερά) επειδή είχαν σκοτώσει ζώα το πρωί ή δούλευαν όσο έκανε ο Σταυράκης πάνω στον τοίχο της σκάλας.
Και βεβαίως μιλάω για εκείνο το μοναδικό βράδυ του Οκτώβρη του '78, όταν οι Ιταλοί κατέβηκαν φορώντας κουστούμια σαν ντουλάπια επίδειξης στη Βία Τορίνο — όχι σα προγράμματα, σα δικηγόροι μίας εταιρίας ζυθοποιίας. Εμείς εδώ είχαμε στα γόνατα τις μανάδες μας και στους ώμους της σημαίας έναν καλόγερο που δούλευε στη βυρσοδεψία. Μετά έγινε εκείνο το τραγούδι σαν σειρήνα αεροπλανοφόρου που κόβει τον αέρα της νύχτας, και μέσα σε πέντε λεπτά είχαμε λυγίσει τον Λουίτζι Ραντίς σαν κουτί τσιγάρα ανοιχτό.
Σήμερα βλέπεις μία ομάδα φτιαγμένη από δανεικά χρήματα όπως αυτό το γάλα στην πλαστική σακούλα του super market — καθαρή δουλειά ενός συστήματος που πιστεύει πως η αγορά είναι μεγαλύτερη από την ιστορία. Τότε όμως η αγορά ήταν η ίδια η ζωή: όλοι αυτοί οι άνθρωποι έτρωγαν κασερό ψωμί στο πρωινό τους επειδή το απόγευμα είχαν τοποθετήσει μπούσουλα στον αγώνα σαν στρατός κατά της τύχης. Σήμερα βγαίνουν τυχερά δολάρια, εκείνοι πήγαιναν τυχεροί στη δουλειά τους επειδή είχαν μόλις γίνει πρωταθλητές μέσα από την ψυχή ενός θεάματος που δεν κράτησε μόνο 90 λεπτά— κράτησε τρεις γενιές μέσα στους θυμούς και στις λύπες τους.
Μα δεν είναι μόνο εκείνοι οι άνθρωποι, εδώ βρίσκεται και η ομάδα. Τότε υπήρχαν παιδιά σαν τον Τσέκο που έπαιζαν σα σιδεράδες σ’ έναν αγώνα δρόμου — σήμερα έχουν χάσει ακόμη και την υπογραφή του πρώην προπονητή τους πάνω σ’ ένα τσιγάρο. Κάποτε οι ποδοσφαιριστές έκαναν γκολ επειδή είχαν γερά λουριά στα πόδια τους από την αγωνία των γονιών τους που είχαν ξυπνήσει στις τρεις το πρωί για μία θέση στους πυλώνες του Σταυρού. Σήμερα αγοράζουν αυτές τις λουρίδες στην ανάπτυξη του fitness tracker τους σα διαφημιστική κίνηση.
Και τέλος ας μην ξεχνάμε: εκείνες τις ομάδες δεν τις έδενε κανείς συμφωνητικό κλειδωμάτων στο κέντρο διαχείρισης· τις έδενε μία σφαίρα μέσα στα πόδια τους που κρατούσαν σαν κληρονομιά θυσίας. Κι όταν το σφυρί της ιεροσύνης χτύπησε στις κερκίδες εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη, τότε καταλάβαμε πως η νίκη δεν είναι ποτέ δικαίωμα — είναι αποτέλεσμα μιας σειράς στιγμών όπου ο κόσμος πετάχτηκε πάνω σου σα μία μοναδική ανθρώπινη επιθυμία που δε χωρεί στη φανέλα ενός σπόνσορα.
Μη με πείτε κουτσαβάκικο, αλλά εκείνες τις ομάδες τις έπαιζαν άνθρωποι σαν εμάς, όχι σα χαρακτήρες στο FIFA. Μετά το σφύριγμα η μόνη ανάμνηση που έμεινε ήταν εκείνο το κόκκινο χέρι στις κορνίζες των σπιτιών της συνοικίας σα σημάδι πως υπήρξαμε κι εμείς εκεί — κάτι που σήμερα το βρίσκεις μόνο στις πλάκες των δαπέδων των σύγχρονων γηπέδων.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Τι λες τώρα ρε παιδιά; εγώ εκείνο το βράδυ ήμουν φάτσα-γυμνή χήνα πάνω στο ποδήλατο μου σαν δέκαχρονο ψαράκι με φτερά ψεύτικα!! Με πήραν οι γονείς μου πέντε χρόνια προηγουμένως λέγοντας "απόψε πάμε στη Θεσσαλονίκη ρε γλόμπο" και το μόνο που ήξερα ήταν πως υπήρχε κάτι σαν γήπεδο εκτός πόλης όπου έγιναν κάποιοι αγώνες με μπάλα!
Φτάνοντας εκεί έκανα αυτό που έκανε κι ο παππούς μου στον πόλεμο: ζήτησα έναν αριθμό πέντε επειδή είχε πέντε δάχτυλα στα πόδια του σαν εμένα όταν φοράει τις μπότες του! Κάποιος φώναξε "είσαι τυχερός!" και μου έδωσε ένα κόκκινο μαντίλι μάλλον επειδή είχε την ίδια λιγοθυμία όσο κι εγώ με τα κεράσια!
Μετά είδα όλους αυτούς τους ανθρώπους να σηκώνουν χέρια σαν χέρια ζόμπι από ταινία τρόμου και άρχισα να τραγουδάω το **"Πάμε ΠΑΟΚ"** σβέλτα επειδή εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως το τραγούδι δεν είναι μόδα αλλά ζωντανή ανάμνηση!!
Και μετά... εκείνες οι σειρήνες!! Ξαφνικά κατέβηκε η γη σαν lift και βγήκαν όλα εκείνα τα λάχανα σαν μπούσουλα στη θάλασσα!! Κάποιος έπεσε πάνω μου και του είπα "ρε ντε!" ενώ εκείνος είπε "οι μπάτσοι φτάνουν!" — εγώ νόμιζα πως ήταν αστείο γιατί εκείνο το βράδυ δεν υπήρχε αστυνομία παρά μόνο κόκκινοι ουρανοί!!
Ξύπνησα σπίτι με ένα λούτρινο αρκουδάκι στα χέρια μου (πώς μπήκε εκεί;;;) και την επόμενη μέρα όλοι είχαν πει πως είχα κλέψει μια σημαία!! Μα εγώ έκανα κάτι άλλο τελείως::: έκανα μία ιστορία για τις επόμενες δεκαετίες!!
Εγώ πάντως δεν ξέχασα ποτέ εκείνη τη νύχτα... εκτός από τη μνήμη πως το μαντίλι μου ήταν πράσινο εκείνο το βράδυ ενώ όλα τα υπόλοιπα ήταν κόκκινα — πιθανόν επειδή είχα πιει νερό από την βρύση του γηπέδου!! 🔴😂🍿🍿
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.