Πώς ένα κουκλόσπιτο της Πελοποννήσου έγινε η αγαπημένη μας οικογένεια και στέκεται ακόμα…
θυμάμαι όταν πέρσι είχα πάει στονKolokotronis στις αρχές Σεπτέμβρη για ένα προκριματικό του κυπέλου εκεί κοντά στα σκαλιά δίνανε εισιτήρια ντουζίνα στους φοιτητές αλήθεια εκεί κάπου κοντοστάθηκα και τους είπα «παιδιά πάρτε με και εμένα στην παρέα» κι εκείνοι όλοι γελάσανε και έναν πήρανε μαζί χωρίς εισιτήριο τελικά — μας έβαλαν μέσα σαν οικογένεια ήτανε κι από μέσα το γήπεδο εκείνο τον Αύγουστο είχε ψήσει σαν φούρνος αλλά το μάτι του κόσμου δεν πρόσεχε τίποτα εκείνο το βράδυ στο ραντάρ μόνο η ομάδα κι ο αγώνας εκείνοι οι 2.000 άνθρωποι εκεί μέσα ένιωθα πως είμαστε ολόκληρος ο κόσμος εκείνος ο Αστέρας εκείνος ο ξερόκαρδος της Πελοποννήσου είχε πάρει κάτι δυνατό μέσα του κι έπιανε βροχή κατά διαστήματα το στάδιο κι εμείς στεκόμασταν όρθιοι σα μαντρόντοι σαν οι δικοί μας γονείς στους οποίους λες «άντε τώρα δουλειά σου» και εκείνοι συνεχίζουν ν' ακούνε — όχι τόσο για το αποτέλεσμα όσο για την ιστορία εκείνη τους 65 λεπτά άλλαξαν τον τρόπο που νιώθαμε για την πόλη μας
Πωπω ρε μαλάκα τι βρήκες τώρα;;; εκείνη η νύχτα στην τραπεζαρία του γηπέδου όταν το Kolokotronis ξέφυγε να κάνουν εκεί οι ομάδες παρουσίαση σα να γίνεται η ώρα του τελευταίου δείπνου για όλους εμάς;;; εγώ εκεί στους τελευταίους σκαλοπάτια με κορόιδευε ο φίλος μου ο Λευτέρης επειδή φορούσα την παλιά φανέλα του '98 που είχε δώσει η γιαγιά μου — αυτοί εκεί στην παρουσίαση έκαναν σα να παίζουν όλοι μουσική μέσα από το στήθος οι παίκτες είχαν βγάλει όλα τα στόματα τους σα να τραγουδούν ένα τραγούδι μόνο για εμάς και μετά από εκείνο τον αγώνα πήγα σπίτι κλαμένος επειδή νικήσαμε 2-1 εκείνος ο τζίφος μας ο Μέδlers έκανε το δεύτερο στο 89 λεπτά κι εγώ ξεδιάλεγα ανάμεσα στο να γελάω κι ανάμεσα στο να πέφτω πάνω στην γυναίκα μου επειδή την ξεχνιόμουν τότε;;;;; αυτές τις εικόνες στις οποίες είσαι ωραιοποιημένος επειδή μεγάλωσες στην Πελοπόννησο όταν δηλαδή βλέπεις τον αγώνα σου σα μια προσευχή εκείνος ο Σταυρός που έχουν πάνω στο γήπεδο εκείνοι οι τοίχοι που στέκουν ακόμα όσοι θάψουν εκεί τους συγγενείς τους εκείνος ο Αυγουστιάτικος ήλιος που πονάει όσο η καρδιά σου όταν χάνει εκείνος ο σκοτεινός ουρανός πριν βγει ο αγώνας εκεί που νιώθεις ότι όλες οι ομάδες του κόσμου είναι εκεί ψιλοκυνηγημένες εκείνος ο κουβάς νερό που δίνανε στους φιλάθλους στις κερκίδες σα να δίνανε αίμα εκείνοι οι άνθρωποι εκεί έξω στη βιτρίνα τους «αγοράστε εισιτήριο τώρα» εκείνοι οι ηλικιωμένοι που δεν αγοράζουν εισιτήριο επειδή τους ξέρουν όλα εκεί και τους αφήνουν περαστικά εκείνος ο γέρικος στασίτης που σου λέει «βρε παιδί μου σήκωθηκε η ομάδα σου» εκείνος ο μικρός του Κολοκοτρώνη στον γιο του ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ που φοράει το ίδιο νούμερο 8 όπως εγώ εκείνος ο ξερόκαρδος που σου λέει «είσαι σκαστό τώρα αγόρι μου;» εκείνος ο παράλογος οπαδός που δεν τον πιάνουνε ποτέ εκείνος ο αγώνας εκείνος ο Αύγουστος εκείνος ο Σεπτέμβρης εκείνη η ομάδα εκείνοι οι άνθρωποι εκεί!!! που κάνουνε αυτό το γήπεδο να είναι η μόνη οικογένεια που σε καταλαβαίνει 🔥💪🔴😱🤬 τέλος πάντων
τι βλέπεις εκεί στα σκαλοπάτια του Σταδίου Κολοκοτρώνη όταν αρχίζουν τα τελευταία λεπτά ενός αγώνα εκείνου του Αυγούστου και τοKolokotronis σου'χει μπει στις φλέβες σαν αμόλευτο κρασί της Πελοποννήσου; αυτοί οι φίλοι εκεί πέρα που σου πιάνουν τον ώμο χωρίς λόγια όταν η ομάδα σηκώνει τέρμα αλλά δεν γίνεται πανικός εκείνοι οι σφραγίδες στα χέρια από τις σιδερόβεργες εκείνοι οι θόρυβοι της τενεκεδένιας πόρτας της κερκίδας που δεν την ξεχνάς ποτέ όσο ζεις εκείνο το λουλούδι στον τοίχο του γηπέδου όπου κάποιος βάφτηκε κόκκινο εκείνοι οι χάρτες της πόλης που είχανε ακόμα τις παλιά ταβέρνες εκείνες που όταν σβήνανε τις μπίρες έκανανε θόρυβο σα σύνταγμα την Κυριακή εκεί ο κόσμος δε διαβάζει τι γράφει στις φανέλες του κι όμως ξέρει κάθε παίκτη σα να τον έκανε παιδί του εκεί εκείνος ο γέρος με την σπασμένη καρέκλα ανάμεσα στις κερκίδες που σου έλεγε «εσύ είσαι άλλη φουρτούνα εδώ μέσα εμένα» και εσύ τον κοιτούσες κι ένοιωθες πως η γενιά του άλλαξε χειρότερα χρόνια εκείνος ο αγώνας στον οποίο κάποιος απέκτησε μωρό εκείνος ο Σεπτέμψιος ουρανός εκείνος ο ξερόκαρδος ήλιος εκείνο το γήπεδο που δε βγαίνει πια από τη μυαλό σου όσο σκληρά κι αν προσπαθήσεις
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Πωπω ρε μαλάκα τι μου κάνεις τώρα εδώ με αυτές τις συγκρίσεις; Γιατί κανείς δεν μπορεί να φτάσει εκείνη την ομάδα των ανθρώπων που ζούσαν και αγαπούσαν σαν οικογένεια — αλλά ας δούμε τα πράγματα με νηφαλιότητα.
Αυτή η παλιά ομάδα ήταν σαν έναν παλιό καλό φούρνο της γειτονιάς: κάτι δικό σου, κάτι ζεστό, κάτι που τον χτίσανε οι ίδιοι από τούβλα και δάκρυα. Εκεί είχανε μια συγκέντρωση όλων των ανθρώπων της πόλης — φοιτητές, εργάτες, παππούδες, παιδιά που γύριζαν στο σπίτι τους νύχτα από το σχολείο. Δεν είχανε πολλά λεφτά, δεν είχανε μεγάλες μεταγραφές, δεν είχανε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στις αθλητικές επιστήμες. Είχανε όμως κάτι πολύ μεγαλύτερο: είχανε την ψυχή εκείνου του γηπέδου.
Με αυτά δε λέω ότι η σημερινή ομάδα είναι κακή — αντίθετα, υπάρχουν νέοι άνθρωποι εκεί μέσα που κάνουν μεγάλη προσπάθεια, αλλά η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει. Στις εποχές εκείνες, ο κόσμος πήγαινε εκεί όχι μόνο για το ποδόσφαιρο, αλλά για να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Σήμερα οι ομάδες έχουνε χάσει λίγο από εκείνο το ζεστό χέρι που τους έδινε η πόλη. Οι πλατείες γέμισαν άλλα πράγματα, οι άνθρωποι διασπάστηκαν στις πολλές επιλογές τους, και οι ομάδες έγιναν πιο επαγγελματικές — κι αυτό σημαίνει πως κάπου έχασαν λίγο από την αθωότητα εκείνης της εποχής.
Ακόμα και έτσι όμως, όταν βλέπω σήμερα τους νέους εκεί μέσα στο Kolokotronis, όταν βλέπω εκείνους τους νέους φιλάθλους που στέκονται σαν μαντρόντοι στις κερκίδες και τραγουδάνε μέχρι να ξυλοκοπήσουνε τον λαιμό τους, νιώθω ότι η φλόγα δεν έσβησε τελείως. Είναι διαφορετική η φλόγα, όχι τόσο δυνατή όσο τότε, όχι τόσο απλή όσο τότε, αλλά υπάρχει ακόμα εκεί μέσα κάτι σαν εκείνον τον πρώτο ξερόκαρδο Αστέρα — κάτι που δίνει κουράγιο και συνεχίζει την ιστορία.
Και τέλος, σου λέω κάτι: εκείνο το αμόλευτο κρασί της Πελοποννήσου που 'γραφε ο Gavros εκεί στις τελευταίες στιγμές των αγώνων, εκείνο το κρασί είχε μια γεύση που σήμερα κανείς δεν μπορεί να της βγάλει την ίδια γεύση. Όχι επειδή το κρασί ήταν καλύτερο τότε, αλλά επειδή εκείνος ο κόσμος είχε βάλει μέσα κι άλλες γεύσεις — την αγάπη, την προσμονή, το ξένο κλάμα όταν χάνονταν, την ανακούφιση όταν κέρδιζαν, το ξεδίπλωμα της ιστορίας της πόλης εκεί μέσα στις κερκίδες.
Ακόμα λοιπόν και σήμερα που η ομάδα συνεχίζει να στέκεται εκεί σαν ένας οικογενειακός φίλος, εκείνο το ξερόκαρδο της Πελοποννήσου που είχε πάρει κάτι δυνατό μέσα του — αυτό δε μπόρεσε να του το πάρει κανείς.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
τι δουλειά σου έκανες εκεί στις αρχές Σεπτέμβρη με τα σκαλιά και τις ντουζίνες; εγώ εκείνο τον Αύγουστο που βρέθηκα από λάθος εκεί μέσα ήταν τόσο δυνατή η μυρουδιά από τις κορδέλες και τις γυναίκες που ψήνανε παϊδάκια στην ιερά περιοχή εκείνοι οι μανάβηδες είχανε βγάλει καρότσια ακόμα μέχρι πάνω εκείνος ο τσέλης από την πλατεία φώναζε «θα πάρω για όλους τους παππούδες» και η αύρα εκεί γύρω ήτανε σα να ζεις στους πρόποδες του Ταΰγετου μόνο που αντί για νερό είχε παντού κόκκινες σημαίες κι η ομάδα εκεί έτρεχε σα τρελή στον αγώνα κι εγώ έτσι όπως στεκόμουνα μέσα σ' εκείνο το πανό τινάχτηκε ξαφνικά ο μικρός του Κολοκοτρώνη δίπλα μου σα μαντρικό δέντρο με φώναξε «θα κερδίσουμε εμείς εδώ μέσα» κι εγώ κατάφερα μόνο να σιγοτραγουδήσω «Αστέρας γλυκιά αγάπη μου» εκείνον τον Σεπτέμβρη εκείνον τον Αύγουστο εκείνοι τους φίλους εκείνοι τους ανθρώπους εκείνοι τους ξερόκαρδους εκείνοι που όταν βλέπεις τον αγώνα δεν νιώθεις μόνος σου επειδή γινόμαστε όλοι μας ένας στο Kolokotronis εκεί όπου ο Σεπτέμψιος ουρανός γίνεται γαλάζιο σύννεφο πάνω από την πόλη κι η ομάδα εκεί ριζώνει πιο δυνατά κάθε φορά που γέρνει ο κόσμος εκεί κάτω στο γήπεδο και στέκει σαν πέτρα κι εγώ έτσι όπως θυμάμαι εκείνες τις νύχτες νιώθω πως πίνω ακόμα εκείνο το αμόλευτο κρασί της Πελοποννήσου κι αυτό δε μου το στερεί κανείς
Μεγάλωσα στις Σέρρες, γιατρέ μου, και την πρώτη φορά που πάτησαKolokotronis ένοιωθα σα να μου σφίξανε το λαιμό τα νερά της Βιστωνίδας — όχι από συγκίνηση, από αλλαξοπιστία! Πού νάταν εκείνο το βαρέλι ξινό της γειτονιάς μου που γινότανε μπίρα; Μας τάισαν νερό σαν στο Κάιρο εκείνος ο Αύγουστος! 🤣
Όμως μετά από δεκαπέντε λεπτά μέσα στη ζούγκλα των θορύβων, τους φίλους που με είχανε ξεγυμνώσει κυριολεκτικά (τι ντρίπιες εκείνες οι φανέλες από τα ‘90) και τον Μέδλερ να βάζει το δεύτερο στο 89’ αντί για μπαμπά μου να ντύνει μωρό — κατάλαβα πως εκείνο το γήπεδο ήταν σα μία ανοιχτή βρύση στο κέντρο της πόλης: πίνεις όσο αντέχεις, μουσκεύεσαι παντού, και τέλος βουλιάζεις κιόλας χαρούμενος! 🍿
Και σήμερα ακόμα όταν περνάω από τριγύρω και βλέπω έναν βρυσκόλαιο παρέα από ηλικιωμένους να μοιράζονται μια μπουκιά ψωμί με τυρί στο αυτοκίνητο «για την ομάδα», εγώ φέρω μέσα μου εκείνη τη φωτιά σα σκοτεινός φανός — κι όταν οι φίλοι μου πούνε «θα ξαναπάμε Kolokotronis»; Απλά σηκώνω το γροθιά σα να λέω: «Ρε παιδί μου, έχω φάει ξινό μέχρι να βγάλω δόντια — τώρα πιο πολύ από ποτέ!». 🔥🤣