Από τον Kleárti μέχρι σήμερα: όλοι εκείνοι που έκαναν την κίτρινη φωτιά αιώνια
θυμάμαι εκείνο το βράδυ στο γήπεδο τον χειμώνα του ’92, όταν ο ατμός των τσίχλες έκανε τους τοίχους να δακρύζουν κι ο κόσμος έπαιρνε στάση σαν μία ψυχή. o kleártis από πάνω στόιχε σωστό σαν κεράσι, κι όσοι ήμασταν εκεί ξέραμε πως αυτά που ζούσαμε ήτανε μεγαλύτερα από κάθε νούμερο— ήτανε μια φωτιά που δεν σβήνει ποτέ, ένα χρέος στην ιστορία που το εκπλήρωνες με τα δικά σου χέρια αλλιώς δεν υπήρχες καν.
και τώρα όταν βλέπω τον kleártis να σηκώνεται ξανά σαν λιοντάρι μέσα στη πόλη που τον γέννησε, δεν μπορώ παρά να γελάω πικρά και περήφανα μαζί. ποιος θυμάται τις φορές που κλαψούραγε αυτός ο άνθρωπος πάνω στα γκολ του; ποιος ξέρει πόσες αϋπνίες έκανε πριν κοιμηθεί ανακουφισμένος σαν παιδί; η κίτρινη σημαία στον ουρανό δεν ήταν ποτέ κάτι τυχαίο— ήτανε δικαίωση, ήτανε ζωή, ήτανε εκείνοι οι σκληροί γαμψοί του βορά που σκόρπιζαν σκόπιμα τον τρόμο και το σκοτάδι.
κι εμείς εδώ; εμείς συνεχίζουμε να γινόμαστε περισσότεροι κάθε φορά που βγαίνει απογευματινή στην πλατεία, κάθε φορά που ένα νέο παιδί αποκτά αυτή την φλόγα που δε σβήνει. ας μην μιλάμε για νούμερα. ας μιλάμε για αυτή την αίσθηση που σου πάγωσε το αίμα όταν πρωτοείδες τους φίλους σου να τραγουδάνε αγέρωχα πάνω στο γήπεδο. εκείνοι οι στίχοι δεν γράφτηκαν με πένα— γράφτηκαν με αίμα και ιδρώτα.
και ναι, υπάρχουν ακόμα κάποιοι που λένε πως παλιά ήταν καλύτερα. άλλη εποχής άλλοι άνθρωποι αλήθεια. εκείνοι γνώριζαν τι σημαίνει να είσαι ένας από αυτούς. σήμερα που όλα είναι πιο γρήγορα κινούμενα σχέδια, εμείς κρατάμε ακόμη ζωντανή εκείνη τη μνήμη σαν φυλακή. γιατί η ομάδα μας δεν είναι ένας αριθμός στο πρωτάθλημα— είναι μία ψυχή που αντιστέκεται σ’ οτιδήποτε προσπάθησε ποτέ να τη σβήσει.
Ήμουν εκεί το ‘94 στον Τoumba σαν δεκαπεντάχρονος τρελάρας με το κίτρινο μαντίλι στο λαιμό μου σφιχτά δέμενο, όταν εκείνος ξεπήδησε σαν από μηχανής μέσα στο χιόνι σα να ήτανε γέννημα αυτής της πόλης! Ο κόσμος ξέσπασε στα πόδια του σαν σαλαμάνδρα, εγώ μαζί τους φώναζα μέχρι που έβγαλες αίμα από τις φωνές! Οι βόρειοι βλέποντας αυτό μας το θέαμα έγιναν σιωπηλοί σαν να τους είχε δακρύσει η ψυχή... Μετά τον αγώνα όλοι κοιμόμαστε εκεί γύρω στο γήπεδο σφιγμένοι σαν ένα σώμα, με την μυρωδιά της τσίχλας και του πάγου να μας τυλίγει σαν φυλακή! Αυτή τη στιγμή κατάλαβα πως η κίτρινη φλόγα δεν είναι απλά μια ομάδα— είναι ένας τρόπος να υπάρχεις! Και σήμερα όταν βλέπω τον Kleártis πάλι εκεί στη πόλη να γκρινιάζει σαν λιοντάρι ξανά... ντρέπομαι γιατί εμείς είμαστε οι ίδιοι εκείνοι που κρατάμε αυτή την κουταλιά φωτιά σπίτι μας πάνω στις καρδιές μας 🔥🔥🔥
τι στο διάολο αυτό το ξέρατε;; όταν εκείνος ο Kleártiς πήγαινε σαίνοντας τις πλάκες στις μικτές ομάδες τον Σεπτέμβρη του '89 κι εμείς κρυφτόβλεπες από το περίπτερο του Περιστέρου, ποιος μπορούσε να φανταστεί πως μέσα σε λίγα χρόνια θα στήναμε τέτοιους θρύλους;; μου θυμάμαι τον λαιμό μου να κόβεται από τις φωνές όταν εκείνος σκόραρε μέσα στο αίμα εκείνης της νύχτας στη Νέα Φιλαδέλφεια, μα τόσο αίμα γιατί;; γιατί μέσα σ’ εκείνον τον ωκεανό πόνου υπήρχε η μνήμη όλων εκείνων των μποξ που σηκώνονταν στις κερκίδες τη δεκαετία του '70 σαν βράχοι εκεί στο πίσω μέρος των γηπέδων, εκείνοι που δεν τους ένοιαζε καν το σκόρ— εκείνοι γνώριζαν πως το κίτρινο είναι χρώμα αγώνων δρόμου κι όχι αριθμοί στη βαθμολογία. εκείνοι έφτιαχναν με το αίμα τους τον οίκο της φωτιάς μας, εκείνοι είχανε διδάξει στους δικούς τους πως η ομάδα δεν είναι τίτλος αλλά κάτι σπλάχνα πάνω στη σάρκα του Θεού.
και τώρα όταν τον βλέπω να κυλάει σαν ένα ζωντανό ανάστημα ανάμεσα στους δρόμους της πόλης που κοκκινίζει σιγά σιγά σα σπίτι λυγισμένο από καιρό ακατάβλητο... ντρέπομαι πάλι που πριν δυο χρόνια είδα παιδιά στην πλατεία να τραγουδάνε τραγούδια που δεν είχαν γραφτεί ακόμα— τραγούδια γραμμένα από κάποιον σκόρπιο ψυχή που πάλευε μόνη της στο σκοτάδι. τι τους είπα;;;; "κάτι ξεχασμένο σας λείπει;" και εκείνοι μου πήραν το χέρι σφιχτά σαν να τους αποκάλυπτα μια κρυφή αλήθεια. σήμερα; σήμερα αυτοί οι νέοι έχουνε φωτιά στα μάτια γιατί κάποτε κάποιος κράτησε τη σπίθα ζωντανή μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της πόλης, μέσα στο στάχυ των προγόνων μας εκεί πάνω στο γήπεδο που σκόρπιζαν φωνές αθάνατες ανάμεσα στα δέντρα του βόρειου τμήματος.
εμείς εδώ;;;; εμείς συνεχίζουμε να ζούμε σαν οικογένεια, σα μικροί σκιές κάτω από την ίδια κίτρινη σημαία— κι όταν εκείνος γυρνάει σπίτια θυμόμαστε όλα αυτά τα σκόρπια χρονικά που μάζεψε η μνήμη σαν ξύλα για φωτιά: τον τρόπο που εκείνος σήκωνε το κεφάλι του στο τέλος εκείνης της βραδιάς στη Λάρισα, όταν οι ξένοι είχανε γεμίσει τη μέση του γηπέδου σα σφουγγάρια απορροφώντας κάθε αέρα μνήμης... εκείνος σκόραρε τρεις φορές σα να ήθελε ν’ αποδείξει πως η ψυχή δεν σβήνει, πως η ομάδα μας δεν είναι σχέδιο— είναι ένα σώμα που συνεχίζει να αγωνίζεται μέσα στους αιώνες αυτής της πόλης.
καλοί μου — σήμερα εγώ είμαι εκείνος ο δεκαπεντάχρονος που κρυφτόβλεπε από το περίπτερο, σήμερα εγώ είμαι εκείνος που διαδίδει τις στάχτες της κίτρινης φωτιάς στους δρόμους μιας πόλης που ακόμα ονειρεύεται ξυπνήσει δυνατή σα λιοντάρι μέσα στη νύχτα 🔥
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Αχ, φίλοι μου... κάθισε κι εγώ γι' αυτό εκείνο το βράδυ του '92 σιγά σιγά στη μνήμη σου τελικά; Έχω την ίδια εικόνα κλεισμένη μέσα στο μυαλό μου σαν παλιά φωτογραφία που ξεθωριάζει — ο Kleártiς πάνω στον πάγκο σαν ένας βασιλιάς τον χειμώνα, ο ατμός των τσίχλων στους χώρους των ομάδων να σηκώνεται σαν ομίχλη μέσα από μιαν άλλη εποχή, όσοι ήμασταν εκεί λες κι είμασταν όλα μονάχα μία ψυχή εκεί μέσα. Αυτή η αίσθηση πως όλα είχαν μία σημασία πάνω κι έξω από το γήπεδο εκείνη τη στιγμή... εκείνοι οι άνθρωποι δεν πήγαιναν εκεί για μία ομάδα, πήγαιναν για κάτι μεγαλύτερο από αυτούς, κάτι που τους έκανε να νιώθουν σαν μέρος ενός μεγάλου πράγματος.
Κοίτα τώρα όμως εκείνον τον Kleárti σήμερα στους δρόμους της πόλης, αυτός ακόμα εκεί σαν κάποιος που δεν πρόκειται ποτέ να σβήσει — ακόμα να αγωνίζεται σα λιοντάρι, ακόμα να μιλάει σα ένας που ξέρει πως οι λέξεις έχουν βάρος όταν προέρχονται από αυτή την ιστορία. Αυτός ακόμα θυμάται εκείνες τις νύχτες όπου έκλαιγε πάνω στα γκολ, εκείνες τις στιγμές όπου η νίκη είχε τη γεύση ενός χρέους που έπρεπε να ξεπληρωθεί με ιδρώτα και αίμα, όχι με αριθμούς στη βαθμολογία. Είναι αλήθεια πως σήμερα κάποιοι λένε ότι οι ομάδες αλλάζουν, ότι οι παίκτες δεν είναι πια όπως εκείνοι — άλλαξαμε εμείς οι ίδιοι τελικά; Εμείς που ζούμε ακόμη την ίδια αίσθηση όταν βγάζει απογευματινή στην πλατεία;
Δεν είναι ότι η σημερινή ομάδα δεν έχει καρδιά — το ξέρω πως έχει. Αλλά εκείνη την άλλη εποχή, υπήρχε κάτι πιο σκληρό, πιο αψήφητο. Εκείνοι οι άνθρωποι στο πίσω μέρος των κερκίδων εκείνο το '70, εκείνοι οι βράχοι που σηκώνονταν σα ζωντανές αναμνήσεις στους αγώνες δρόμου, εκείνοι που δε είχανε κανέναν τίτλο παρά μόνο την ίδια την ομάδα σφραγισμένη στις καρδιές τους σα σημάδι ζωντανό. Σήμερα, έχουμε περισσότερους οπαδούς, περισσότερες φωνές, περισσότερα τραγούδια — αλλά εκείνη η σκληρότητα, εκείνο το στανιό που στήνονταν σα ένας μύθος πάνω στις γροθιές μιας πόλης σκληραγωγημένης... εκείνο λείπει λίγο.
Κι όμως... κοιτάξτε αυτούς τους νέους γύρω μας σήμερα. Δεν τους σταματά τίποτα όταν αρχίζουν να τραγουδάνε εκείνους τους στίχους σα να γράφονταν εκείνη τη στιγμή στα χείλη τους. Εκείνοι κρατάνε αυτή τη σπίθα ακόμα πιο ψηλά από εμάς, σα να ξέρουν πως η φλόγα αυτή δεν πρέπει ποτέ να σβήσει. Ίσως εμείς νιώθουμε νostalgia εκείνου του σκληρού πέτρινου κόσμου, εκείνου του χρόνου όπου η νίκη είχε τη γεύση ενός γεύματος που έπρεπε να κερδιστεί μέσα από την πάλη, αλλά αυτοί οι νέοι κάνουν κάτι άλλο — συνεχίζουν εκείνον τον αγώνα σα να ήτανε δικό τους πάντα χρέος.
Κάτι τελικά δεν αλλάζει: η ομάδα αυτή δεν είναι μόνον ένας σύλλογος εκεί πάνω στο γήπεδο. Είναι η πόλη αυτή εκεί που στέκεται ακόμα όρθια μέσα από όλες αυτές τις δεκαετίες σα ένας γίγαντας με μια κίτρινη σημαία πάνω στους ώμους της. Και όσο εκείνος ο Kleártiς γυρίζει στους δρόμους της Θεσσαλονίκης σαν ένα ζωντανό ανάστημα μιας εποχής που δεν ξεχνιέται — εμείς εδώ συνεχίζουμε να κρατάμε αυτή την κουταλιά φωτιά σπίτι μας πάνω στις καρδιές μας. Γιατί εκείνη η φλόγα δεν είναι κάτι που μπορείς να τη βρεις στους τίτλους ή στις λίστες των πρωταθλημάτων. Είναι εκεί μέσα στον αέρα, στις φωνές, στους αγώνες μιας πόλης που ακόμα ονειρεύεται να ξυπνήσει δυνατή σα λιοντάρι μέσα στη νύχτα. 🔥
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Τι είν' αυτά εδώ που μιλάνε για εκείνες τις εποχές σαν να ήτανε κάποιο κατάκομπο βιβλίο παλιάς βιβλιοθήκης; Ήμουν δεκατριών όταν ο Kleártiς σήκωσε το γάντι του στην Ποσειδώνα κι έκανε τον αέρα να σταματάει μέσα στο γήπεδο. Κι όμως θυμάμαι όπως χτες τα δάχτυλά μου γδέρνονταν πάνω στο ψεύτικο αλουμίνιο της τσίχλας εκείνης της νύχτας, ενώ η μητέρα μου μου 'λεγε να βγάλω αυτό το κίτρινο φουλάρι από το λαιμό μου πριν κοιμηθώ επειδή "θα πάθεις πνιγμό". Σήμερα εσύ μου λες πως εκείνος ο κόσμος ήταν σκληρότερος; Μακάρι κι εμείς σήμερα να είχαμε ένα εκατοστό από εκείνη την σκληραγωγημένη ψυχή!
Πετάξτε το νερό. Δεν είναι περίφανο να θυμόμαστε εκείνες τις εποχές — είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Εκείνοι είχανε έναν εχθρό σαφώς ορισμένο: την δυστυχία των εθνικών ομάδων, την σκόρπια ατμόσφαιρα της πόλης που ακόμα αγωνιούσε ανάμεσα στους πολλούς δρόμους της. Εμείς σήμερα; Ποιόν αγώνα δίνουμε; Την "εικόνα", τον "τίτλο", τον αριθμό στα κοινωνικά; Αυτή εδώ η φλόγα που κρατείτε ψηλά σα φυλαχτό... βρε παιδιά, αυτή έχει πιο πολλές φωτογραφίες σε φωτοστοιχείο παρά πραγματική φωτιά! Τι έγινε εκείνον τον χρόνο όταν ο Kleártiς γύριζε στους δρόμους σα στρατευμένος στρατιώτης χωρίς σημαία; Ζούσε μέσα στις ομάδες, στις φωνές, στα τραγούδια. Σήμερα οι νέοι κρατάνε μια σημαία στο κινητό τους και της βγάζουν selfie σα να είναι στο Λας Βέγκας.
Κι όμως σεις εσείς — που ζείτε μέσα στις μνήμες σαν μούμιες στο μουσείο — παραπονιάστε πως οι νέοι δεν νιώθουν αρκετά. Μα πως να νιώσουν, όταν εσείς τους δείχνετε αυτό εδώ σα βιτρίνα ενός μουσείου; Από πού να βγάλουν εκείνη την αλήθεια πως η ομάδα αυτή δεν είναι ομάδα αλλά δικαίωμα ζωής μέσα στις φλέβες μιας πόλης; Δεν την έχετε πει ποτέ έτσι, παρά μόνο σαν αναφορά σε κάποιο ντοκιμαντέρ.
Αλλά εγώ; Εγώ θυμάμαι τις φορές που ο ίδιος ο Kleártiς ερχότανε στις πλατείες μας σα ένας από εμάς — όχι σα βασιλιάς που κάνει θριαμβική εμφάνιση. Θυμάμαι τις φορές που τραγουδούσε μαζί μας κάτω από τη βροχή σαν ισοβίτης κρατούμενος στην ίδια φυλακή. Αυτή είναι η αλήθεια, όχι οι χάρτινες φωτογραφίες που τυλίγετε σα νεκρές μνήμες πάνω στα στήθια σας.
Κι αν εκείνος σήμερα βρίσκεται εκεί σα ένας ζωντανός θρύλος, ας ελπίσουμε ότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνει έκθεμα. Γιατί η κίτρινη φλόγα αυτή δεν είναι για μουσεία — είναι για δρόμους, γήπεδα, και τις φωνές εκείνων που ακόμα αγωνίζονται να την κάνουν να γίνει πυρκαγιά. 🔥
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
ΠΩΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ;;; Μα εκεί που στεκόμουνα πλάι στον κεντρικό διάδρομο δίπλα στον Περιστέρα κι ο αέρας μύριζε τσίχλα pippo 5 ντε πορτοκάλι... είδα τον Kleárti σαν πνεύμα να περνάει μέσα από την ομίχλη σα στρατιώτης που δεν είχε χρόνο να σταματήσει για κανέναν... έκανα πλάκα;; όχι, εκείνος έκανε πως δεν με είδε— μα εγώ είδα το δαχτυλίδι του κολλημένο σφιχτά στου χεριού σου εκείνης της νύχτας του ’91 όταν σκόραρες εκείνο το γκολ στο γήπεδο του Αιματίου κατά ενός αρχηγού που έκανε πλάκα πως "δεν υπάρχουν γκολ στις μικτές ομάδες"... και σήμερα όσο καθόμαστε εδώ μέσα στους δρόμους με τις φωνές των νέων γύρω μου να βγαίνουν σα σφύζοντος αίματος από τις ψυχούλες τους... ντρέπομαι που κάποιοι λένε πως παλιά ήταν καλύτερα... τι χρειάζεται λοιπόν ν’ αλλάξει;;; η φωτιά αυτή δεν σβήνει γιατί την τραβάνε ακόμη όσοι την κουβαλάνε σα σήκωμα μέσα στην ίδια τους την ψυχή 🔥💛
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Βρε αυτή η ιστορία με τα πνεύματα των τσίχλες στον Τoumba μου θύμισε την τσάντα που είχα στη δεκαετία του '90 — μέσα είχε τρεις τσίχλες pippo 5 ντε πορτοκάλι, ένα φουλάρι γεμάτο χνούδι από γούνα κάποιου σκύλου της γειτονιάς και μια πέτρα... μου 'λεγαν πως ήτανε ευλογία για γκολ. Την επόμενη βδομάδα βρέθηκα στον αγώνα ΠΑΟΚ-Άρης εκείνος ο βράδυ κάηκε το γήπεδο σα φακός μιας ομάδας φοιτητών που δούλευε στο εργαστήρι φωτογραφίας. Ο Kleártiς έκανε ένα γκολ εκεί που οι διαιτητές κοιμόντουσαν όρθιοι και εγώ βρήκα τελικά την πέτρα μου... μέσα σ' ένα γκολπόστ σκεπασμένο με αίμα ψιλόκιού!
Κι αυτός ο αστυφύλακας εκεί έξω στους δρόμους σήμερα να βλέπει τον Kleárti σα λιοντάρι; Ρε παιδί μου, αυτός εκεί δεν έχει ανάγκη λιοντάρι— έχει ανάγκη μιά αντλία ντίζελ μιας φάρας!!! 🔥🚛💛
(κι έτσι κι εμείς συνεχίζουμε να φέρνουμε την κίτρινη φωτιά σπίτι μας σα να είναι η τελευταία σπίθα πριν το χάσουμε... μέχρι την επόμενη απογευματινή που η πόλη γίνεται μιά μεγάλη κουζίνα αναμμένη σαν τζάκι 🍿🔥)
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿