Αυτή τη στιγμή πίνω τον καφέ μου στοKaraiskaki κ regardant τα χρυσά χρόνια του!
θυμάμαι εκείνον τον Σεπτέμβριο του '87 σαν χτες... κάθησες στη θέση μου στο γήπεδο, εκεί πάνω στα σκαλάκια κάτω από την κερκίδα του Τζιράρ, με το νερό βρόντηγμα επειδή είχε ξεσπάσει καταιγίδα πριν τον αγώνα. η ατμόσφαιρα σου γέμιζε τα πνεύμονά σου από αυτή την τρελή ένταση που λέγαμε πως μόνο εδώ στη χώρα μας μπορούσες να την ζήσεις. και ξαφνικά ο Γιώργος κατέβηκε εκεί κάτω σαν σκοπευτής, πήρε την μπάλα, έκανα τρείς-τέσσερις κινήσεις σα σκαντζοχοιρός μέσα στο κουβάρι των κόκκινων σατιριτών και τότε... εκείνος ο νους όλων έγειρε στον ουρανό όσο εκείνος έκανε το δικό του σλάλομ πάνω στη γραμμή της μεγάλης περιοχής του Παναθηναϊκού. η μπάλα σου χτυπούσε τις σανίδες σα βόμβα, οι αντίπαλοι έτρεχαν σα χαμένοι, κι εσύ σηκωνόσουν στα πόδια σου μαζί με όλους αυτούς τους γέρους φίλους μου που είχαν βγάλει την ψυχή τους εκείνο το απόγευμα.
και μετά... ο ουρανός δόξαζε λευκά-κόκκινα χρώματα όσο εκείνος χόρευε εκεί κάτω σα θεός του γηπέδου. πέντε λεπτά πριν τον αγώνα ξεκινάει κανείς καν τσίμουρο έτσι; όχι, εδώ ξεκινάει η ιστορία! εκείνος ο αγώνας είχε γίνει θρύλος πριν καν ξεκινήσει, γιατί εμείς οι εδώ στο Καραϊσκάκι δεν περιμένουμε τους άλλους να μας δώσουν το δράμα — εμείς το ζούμε εκ των προτέρων με κάθε καρδιά μας.
αχ, αυτά τα χρόνια... λες και η κάθε ζαβολιά ενός δικού μας έπιανε σα γατούλα εκείνος τον δυο φορές πιο δυνατό αντίπαλο. θυμάσαι εκείνο τον Ιανουάριο; σίγουρα όχι, εσύ ήσουν ακόμα νήπιο τότε! αλλά εγώ εκεί καθόμουν και σιγόπινα τον κρύο μου καφέ μέσα στη ζεστή μου κουβέρτα, βλέποντας την εικόνα μιας άλλης εποχής που μόνο εμείς τη ζήσαμε — σαν κλέφτες κλέψαμε τη χαρά, σα ψαράδες τραβήξαμε το ψάρι απ' τη θάλασσα πριν το φαγωθεί κανείς άλλος. αυτά τα χρόνια είναι τα δικά μας θησαυροφυλάκια, ορυχεία χρυσού ανάμεσα στα σπίτια μας που κανείς δεν μπορεί να αγοράσει στοιβάδα ούτε λίρες δεν αρκούν.
κι εσύ τώρα κοιτάς πίσω σου σα να βλέπεις ένα γλυκό όνειρο — όχι αδέρφι, αυτό δεν ήταν όνειρο, αυτό ήταν η ζωή μας ζωντανή όπως μόνον εδώ, στον Πειραιά, μπορούσε να γίνει!
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ ΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ!
Ήμουν εκεί στις κερκίδες εκείνο το μαρμαρόβραχο του ’87, τρία σκαλοπάτια πάνω από τον Τζιράρ, με ένα νερόβραστο κεφάλι από τη ζέστη και έναν χάρτινο ουρανό πάνω μας σα να στέκονταν η κόλαση. Κι εκείνος μπαίνει μέσα σα να τον ξέρει η μπάλα κι έκανε αυτές τις κινήσεις σα κλώσος που γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα σου… ρεεεε τι νεύρο είχε ο καϋμός;
Κι εγώ σηκώνομαι σα τρελός μαζί τους παλιάτσους εκείνους που είχαν βγάλει κι αυτήν ακόμα την τελευταία ψυχή τους γιατί αυτό δεν είναι αγώνας, είναι ιεροτελεστία! Λες κι ο Γιατράκος είχε στείλει αγγέλους από τον ουρανό ν’ ανοίξουν το πέρασμα εκεί μέσα!
Και μετά… ο ουρανός γίνεται κόκκινος σα να τον είχαν βάψει οι ίδιοι οι Θεοί του Πειραιά, κι εγώ σηκώνομαι πάνω στα πόδια μου σα βγάλματα μέσα στους φίλους μου που έτρεχαν σα μωρά να βρουν το ύφασμα εκείνου του μανδύα που τους έδινε αθάνατη δύναμη!
Κι όταν τελείωσε — όχι τελείωσε, ενώ άρχιζε ακόμα — εγώ έπινα τον καφέ μου σα σιρόπι ζάχαρης αγνώστου φυλής που είχε χυθεί πάνω στα χέρια μου εκείνον τον καιρό… τι πιο ωραίο μπορούσες ν’ απολαύσεις μετά από τέτοια ιστορία;
Μετά πήγα στο σπίτι κρατώντας ακόμη τον οσμή των λουλουδιών της μαγκούρας που είχαν σπάσει οι βουρτσισμένοι σα κωδωνοκρουσίες οι σατιριστές… γιατί αυτά δεν είναι χρόνια πια — είναι λείψανα αγίων! 🔥💪😱
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
τι πέρασες λοιπόν από εκεί πάνω εκείνο το βροχερό απόγευμα στο Τζιράρ, όταν ο Γιώργος έκανε εκείνο το σλάλομ σα θεός ανάμεσα στους κόκκινους σατιριστές κι εσύ σηκώνεσαι απότομα σα να σου 'ριξαν νερό στην πλάτη; θυμάμαι σα χτες πως οι γέροι εκείνοι που είχαν μείνει όρθιοι — γιατί στο Καραϊσκάκι τότε δεν υπήρχε αεριζόμενη κερκίδα, η αναπνοή σου πήγαινε μαζί με την ατμόσφαιρα σαν μπούκωμα — άρχισαν να φωνάζουν τρελά σα χαιρετισμό του μαχητή πριν πέσει η σάλπιγγα. εκείνος ο Γιώργος δεν έκανε μονάχα κινήσεις στο γήπεδο, έκανε μαγική επίθεση στις ψυχές όλων εκεί κάτω.
μια φορά μόνο μπήκα στην ίδια θέση σου εκεί πάνω, όταν το '91 έπαιζαν στον τελικό του κυπέλλου στην Ελλάδα ενώ εγώ οδηγούσα φορτηγό φουλ φορτωμένο εκείνο το βράδυ από Θεσσαλονίκη — φτάνοντας τελικά άφησε το φορτίο μου σα στοίχημα πάνω στο νου μου, γιατί εγώ τότε έτρεχα σα τρελός βλέποντας τον αγωνιστικό πανηγυρισμό στο ραδιόφωνο του φορτηγού μου... εκείνος ο αγώνας έγινε αργότερα θρύλος για εμάς τους παλιοσίδερα, επειδή μέσα στην κόλαση εκείνης της νύχτας που κρύωνε τόσο πολύ που οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν καν να κρατήσουν σωστά τη μπάλα, εμείς τρέχαμε σα αγρίμια κάτω από τις σανίδες κρατώντας τις σημαίες σφιχτά σα να ήταν αυτή η τελευταία πνοή μας.
και μετά όταν ολοκληρώθηκε — όχι τελείωσε, επειδή εκείνοι οι θρύλοι δεν τελειώνουν ποτέ — εγώ σηκώθηκα από την καρέκλα του οδηγού μου σα να μου είχαν δώσει ένα άλλο σώμα εκείνον τον καιρό... κοίταξα τον ουρανό εκεί έξω πάνω από τη Θεσσαλονίκη κι ήξερα πως εδώ στον Πειραιά κάποιοι άλλοι αληθινοί άνθρωποι ένιωθαν ακριβώς το ίδιο σα να είχαν γεννηθεί εκείνη τη στιγμή ξανά. αυτά τα χρόνια μου έχουν μπει κάπου στη ψυχή σα χτύπημα εκείνης της μπάλας στον πυλώνα εκείνο βροχερό απόγευμα του '87. 😱
Πώς κοιτάζεις σήμερα εκείνον τον Γιώργο σαν τον βλέπεις στις φωτογραφίες — σα γίγαντα ανάμεσα στους νάνους; Εκείνος τότε έκανε σλάλομ ανάμεσα σε δεκατρείς φανέλες κι είχανε τόσο οργή στην ψυχή τους που άκουγες τις φωνές σα κεραυνούς. Σήμερα βλέπουμε παιδιά να κάνουν πέντε βήματα ανάμεσα σε τρεις αμυντικούς και πέφτουν σαν πετραδάκια με τρεις κακές ζαλάδες στις μπότες τους.
Σκέψου το: εκείνο το γήπεδο ήταν σαν σφαγείο ζούγκλας — κανείς δεν περνούσε χωρίς πόρνες τις ψυχές του πρώτα. Σήμερα φοβούνται την μπάλα σα να είναι αργυρή αγριογούρουνα. Την περίοδο εκείνη ήξερες πως κάθε μπάλα στα πόδια ενός δικού μας ήταν σαν σπίθα στο μπαρούτι· σήμερα πολλοί την βγάζουν σα ζητιάνοι από τη θέση τους μπας και πέσει κάποιος κάτω τους. Εκείνοι έπαιζαν σα στρατιώτες χωρίς στρατόπεδο, σήμερα πολλοί κάνουν τσάι χωρίς ζάχαρη — χάνουν τον ηρωισμό εκείνο που κάνει ένα γήπεδο σαν αυτόν τον Πειραιά να στέκει αγέρωχος μέσα στους αιώνες.
Κι όμως… ας μην ξεχνάμε πως η νέα γενιά έχει κάτι που εμείς δεν είχαμε — αλλιώς πώς ζούμε σήμερα σα οικογένεια ξανά κρατώντας τις σημαίες της μνήμης εκείνης ακόμη τυλιγμένες γύρω από τις καρδιές μας; Εκείνοι έκαναν θρύλους με αίμα και ιδρώτα σαν ξέγνοιαστοι καλλιτέχνες· αυτοί προσπαθούν να μάθουν ξανά τι σημαίνει να λες "δεν παραδίδω" ακόμη κι όταν χάνεις δύο φορές στη σειρά. Ας δώσουμε χρόνο, γιατί οι μεγάλοι θρύλοι χρειάζονται μεγάλες εποχές — κι εμείς είμαστε ακόμη εδώ, σηκώνοντας ξανά τα μπουκάλια όταν χρειαστεί. 🔥💛
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρεεε πώς σας κάνει νάζι πάλι ο Γιώργος εκείνος;;; Βρέθηκε να τον βλέπω σε老照片 πριν δέκα μέρες — πρώτη φορά ύστερα από χρόνια — και ξαφνικά μου ήρθε μια τρέλα!!! Γιατί ξέρετε πως έγινε εκείνο το σλάλομ;;; Γιατί είχε κολλήσει μια μπογιά εκείνος ο καϋμένος πάνω στη μποτά του σα σημάδι πολέμου, ΚΙ όμως εκείνον τον εχθρό τον έκανε σκόρπιο!!! Σαν είδα εκείνη την παλιά φωτό με τη μπογιά στην αριστερή μπότα του, θυμήθηκα πως εκείνο το βροχερό απόγευμα που έλεγε η ιστορία είχε ξεχάσει τελείως πόσο δύσκολος ήταν ο αγωνιστικός χώρος — η μπάλα έπεφτε σα βαρίδι εκεί μέσα κι εκείνος όρμιζε σα σκαντζοχοιρός με μόλις εκείνη την μπογιά σαν φετίχ πάνω του! Κι εμείς εδώ κάτω σηκωνόμασταν στα πόδια σα τρελοί!!! ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ ΗΜΕΡΑ ΑΛΗΣ!!! 🔥💛💢🔥
Στην εξέδρα από παιδί.
Καλή πρωία σου φίλε μου στο γραφικό εκείνο πλάι στο γήπεδο, βγάζοντας τον καφέ μου από το θερμό杯 του Karolusakia για να τον πιω ανάμεσα στους θρύλους εκείνου του ντιρμπι!
Θυμάμαι εκείνον τον Ιανουάριο του ’88 που πήγα στο γήπεδο με ένα ντουφέκι σκανδάλης στο νου μου — όχι για αυτούς τους ξένους, αλλά επειδή είχα διαβάσει πως ο Γιώργος είχε ξοδέψει την προηγούμενη νύχτα σχολιάζοντας ταινίες δράσης στου Γιάννη τον κινηματογράφο εκεί κάτω στη Λεωφόρο. Κι εγώ μαζί του, σα κλέφτης στις σκιές, έκανα τρεις φορές το γύρο της γειτονιάς ψάχνοντας έναν φίλο για παρέα… μέχρι που εκείνος εμφανίστηκε πάνω στο ΣΕΦ φορώντας μποτάδες τόσο μεγάλες που μοιάζαν σα ατσάλινοι σωλήνες κι έκανε αυτές τις κινήσεις σα κλώνος που τρέχει ανάμεσα στα φύλλα ενός βιβλίου τρόμου!
Κι όταν τελείωσε εκείνος ο αγώνας — όλοι σηκωμένοι σα δέντρα στον άνεμο — εγώ είχα χάσει τόσο πολλές φωνές που όταν γύρισα σπίτι η μητέρα μου με ρώτησε τι χάλασα! Ρεεε όχι μόνο αυτό: εκείνο το βράδυ είχαμε ψήσει μία… πέντε κιλά σουβλάκια εκεί έξω στη πλατεία του Πειραιά επειδή ο Γιώργος είχε σκοράρει εκείνο το γκολ σαν να είχε γίνει εκατομμύριο χρόνια πριν! Κι εγώ λέγοντας στους φίλους μου "αύριο ξεχνάμε όλους αυτούς τους ξένους"… μέχρι που πήγα στην αποθήκη και βρήκα τρία κιβώτια μπίρες με αυτοκόλλητα της Μαδρίτης πάνω!
Μα πώς γίνεται κανείς έτσι; Γιατί εκείνος εκείνο το απόγευμα δεν έκανε μονάχα σλάλομ στη μπάλα — έκανε σλάλομ στις μνήμες μας! 🍿🔥😂💛🤣