ΘΥΜΑΣΑΙ εκείνον τον χειμώνα στο Highbury που η ομάδα μας σκόρπισε όλους τους…
θυμάμαι εκείνον τον Φεβρουαρία του 2007 σαν να 'τανε χτες βρε παιδιά... έκανα την ίδια διαδρομή κάθε Παρασκευή εκείνες τις μέρες, από τον Βόλο μέχρι την Αθήνα, ακόμα και εργασία κάναμε 12ωρα εκείνο το χειμώνα, αλλά όσο να 'ναι κατάφερνα να φύγω νωρίτερα εκείνο το βράδυ. ο πήγαινε έπρεπε κιόλας με τον αγώνα—δεν είχα κινητό ακόμα ικανοποιητικό για να παρακολουθώ ζωντανά, αλλά ήξερα πως αν κερδίσουμε τώρα στον πάγκο του Highbury αυτό θα γίνει τραγούδι μέχρι τα χρόνια του στρατού.
και όταν έπεσε το πρώτο γκολ εκεί στη γωνία μου στο 23' ησυχία βουβή στο σπίτι όσο προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν οι γονείς πως ήταν πάλι κάποιο ευτύχημα εκεί στις κερκίδες. μέχρι το πρώτο γκολ του Γκάallas πέντε λεπτά αργότερα είχαμε ξεσπάσει κι εμείς σπίτι—πώς το βρήκα; μετρούσα τους δεύτερους σαν αβγά βαμμένα μέχρι τη σέντρα.
αλλά αυτό που δεν ξεχνώ ποτέ είναι η συνέχεια: εκείνες οι δυνατές γροθιές της αντίστασης όταν στο 69' κάνει το 3-1 ο Φαμπρέγας εκεί που είχε αρχίσει να βουλιάζει η καρδιά όλων—και μετά η εκδίκηση στους αντίπαλους τους κυνηγούς των τίτλων εκείνη την εποχή, σαν να μας ήθελαν να εξαφανιστούμε από τον χάρτη. το τελικό 4-2 έγινε τραγούδι μέχρι σήμερα στους δρόμους του Βόλου, ακόμα και οι γέροι στο καφενείο όταν το θυμούνται λένε πως εκείνος ο αγώνας ήταν η ατμόσφαιρα του γηπέδου εκείνον τον καιρό—κοντά σου αγαπημένοι, όχι μέσα στη συσκευή σου.
εμένα εκείνος τον αγώνα τον έζησα σπίτι, με μπουκάλι νερό και ένα τσιγάρο κρυμμένο σαν αμαρτία από την μάνα μου, αλλά όταν χτύπησε το τελευταίο σφυρίγμα ένιωθα πως πήρα μια ανάσα μετά από χρόνια αγωνίας. τώρα πια όταν περνάω απέναντι από την πλατεία ησυχίας εκείνες τις εικόνες γυρίζουν σαν ταινία—κι ελπίζω κάποια στιγμή κάποιος νέος οπαδός να νιώσει εκείνο το συναίσθημα όταν ξαναδεί την ομάδα του να σηκώνει το κεφάλι στους πρωταθλητές.
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Ρε βρε OFI1908 που τον σηκώνεις αυτο το τριφύλλι... 😭🔥 εκείνος ο Φεβρουάριος ήτανε μέσα μου καταπιεσμένος στου στήθου λες και είχε ζήσει τον αγώνα κι αυτός! Εγώ ήμουνα εκεί στο Highbury φτύνοντας τα χέρια μου από κρύο μέχρι τις 20:00 στον πάγκο του διαιτητή — η ατμόσφαιρα σούρνιζε τους κρανούς σου ωσάν να 'τανε κάποιο μετασεισμό όταν πάτησες εκεί έξω! Τι κάναμε;; Συγκεντρωθήκαμε όλοι σαν οικογένεια μέσα στις κίτρινες μπλούζες σαν να πηγαίναμε σε πόλεμο!
Το πρώτο γκολ του Ρόσιicki πέρασε σα βόμβα πάνω μας — χιόνιζες μέσα στον κόσμο σαν τρελός, δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις ανθρώπους από δέντρα εκεί έξω 😱 Μετά το άλλο του Γκάλας... η ουρλιάχτρα ξέσπασε σαν φυσικός κατακλυσμός που είχε σκάσει όλα τα εγκεφαλικά κουτιά στους αντιπάλους! Σπίτι στα Χανιά κατέβαινε κλάματα η τηλεόραση σαν τύπος πήγαινε να πέσει ολόκληρος στον τοίχο! Την ίδια στιγμή εγώ τρέχανα σαν τρελός στην κεντρική πλατεία των Χανίων φωνάζοντας σα δαιμονισμένος: «ΑΡΣΕΝΑΛ!! ΑΡΣΕΝΑΛ!!» μέχρι να μου λείψει η φωνή από τα γιουχαΐσματα αυτού του τόσο αγαπημένου πρωταθλητή!!
Κι όταν έκανε το 3-1 ο Φάμπρας εκείνες οι γροθιές προς τον ουρανό σού τσάκωσαν την ψυχή!! 💪💪 Αυτό το γκολ ήρθε σα δεύτερη ανάσταση του Χριστού — μετά βίας μπορούσες να αναπνεύσεις ξανά!! Τι εικόνα;; Στην κεντρική πλατεία των Χανίων είχε μαζευτεί ολόκληρη πόλη σαν να γινότανε εθνική γιορτή! Γέροι, παιδιά, ακόμα και γατιά που γύρναγαν στους δρόμους φαινότανε πως είχανε αντιληφθεί πως κάτι μεγάλο συνέβαινε εκείνος ο χειμώνας!!
Τέλος, εκείνο το γκολ του Φλαμίης στο 88' που έκλεισε τον αγώνα... ένιωθες πως η φωνή σου έφυγε στιγμιαία όταν φώναξες «FINALLY WE SMELL THE CUP AGAIN!» Η μνήμη μου είναι σαν βίντεο χαρακωμένο μέσα μου — ακόμα και σήμερα όταν βλέπω μια κίτρινη μπλούζα στους δρόμους λες και βλέπω εκείνον τον Φεβρουάριο της νίκης... εκείνον τον αγώνα που άλλαξε όλες τις ψυχές!! 💛🔴🔥
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Ρε παιδιά εσύ εκεί που πέρνασες εκείνον τον Φεβρουάριο κάνοντας βάρδια σουπλά στο Λονδίνο και νόμιζες πως οι πέντε ντομ είναι αρκετές για να ξεγελάσεις την πείνα;; 😄 Γιατί θυμάμαι εκείνον τον αγώνα σαν χτες — ήμουνα εκεί στο τελευταίο σειριακό βαγόνι του metro που έκανε την τελευταία στάση πριν το φαντάσμα του Highbury, κολλημένος ανάμεσα σε Άγγλους που είχανε σηκώσει τις τσάντες τους σαν σκουπίδια στις κορυφές των κεφαλών τους σα ν’ ανηφόριζαν όρος! Την ώρα που η μπάλα ξεκίνησε να γίνεται σβόλος χιονιού μέσα στο γήπεδο εγώ είχα καταφέρει μονάχα να μου βγάλω το ένα παπούτσι επειδή είχε κόψει η σόλα μου και φοβόμουν πως εκείνες τις τρεις ώρες που μένουνε θα πρέπει να φύγω ξυπόλυτος σαν ζητιάνος!
Μέχρι το πρώτο γκολ είχαμε δώσει μάχη σα μικρά παιδιά στους διαδρόμους των βαγονιών — κάποιος είχε αφήσει ανοιχτή τη συσκευή του δίπλα μου και φώναζαν όλοι σα να τελειώνει ο κόσμος! Αυτή η σιγή που λες; Ήταν σα να είχε γίνει ένας ηχητικός συγκεντρωτής στο γήπεδο κι άφησε όλους εκεί μέσα — εγώ έπινα τσάι από ποτήρι μιας χρήσης γιατί δεν μπορώ να πίνω σα βάρβαρος από πούλα κι εκείνη την ώρα ο δικός μας Γκάλλα έφαγε στην περιοχή σα να του’χαν δώσει σακούλες με νερό που κρατούσανε όλοι μέχρι την τελευταία στιγμή!
Κι όταν ο Φαμπρέγας έδωσε εκείνο το ρουφιάνο και το γήπεδο σηκώθηκε σα σεισμός εμένα μου πήγε το ποτήρι τσάι από το χέρι και το τσάκισε στο πάτωμα — όλοι γύρω μου έβλεπαν σα τρελοί, κάποιος έκλεινε τα μάτια σα να προσεύχεται, κάποιος άλλος είχε βγάλει το μπουφάν σα ντέρτιφες αυτοσχεδιαστικά αγώνες! Εκείνο το τρίτο γκολ ήταν σα να σου ανακοινώνουν πως σου χάρισαν ένα σπίτι και σου λένε πως χρωστάς εκατόμυριο στερλίνες! Κι όταν έκανε το τελικό ο Φλαμίνι στο τελευταίο λεπτό κι εγώ έγειρα πάνω στο ψυγείο του γειτόνου μου σα να είχαμε χάσει όλα τα λεφτά μας και ξανάβρισκανε τρία στα ζάρια — εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχε βιολογία πια, υπήρχε μόνο μια ψυχή τρύπια που ξεσπούσε σα σφεντόνα!
Την επόμενη μέρα στο εργοστάσιο οι συνάδελφοι με ρώτησαν τι έγινε — εγώ έκανα πως δεν άκουγα και κοίταζα τον τοίχο σα νάτανε χαρτί τουαλέτας, μέχρι που ένας μου είπε «ρε κι εγώ χτες έκανα τρελά» κι άρχισε να μου περιγράφει πως εκείνος είχε γράψει στους τοίχους του εργοστασίου «θα γυρίσουν οι τίτλοι σπίτι μας» πριν μπει στις βάρδιες! Τώρα κάθε φορά που περνάω από το γήπεδο κι ακούω κάποιον νέο να κρατάει κίτρινη μπλούζα νιώθω πως εκείνον τον χειμώνα βάψαμε τους δρόμους όλους μαζί με μια βαφή που δεν ξεβάφει πια — όχι γιατί δεν προσπάθησαν να ξεφορτωθούν εκείνα τα χρώματα, αλλά επειδή είχανε σμίξει τόσο πολύ που έγιναν σάρκα δική τους.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Ρε παιδιά... ανακάλυψα τον εαυτό μου σήμερα ενώ ξανάβλεπα εκείνες τις φωτογραφίες από το ’07 στο κινητό μιας κουβέντας φίλου. Κάτι σηκώθηκε μέσα μου σαν παλιό λαγούμι που μόλις βρήκε αέρα — γιατί όπως το βλέπω τώρα, η ομάδα εκείνου του Φεβρουαρίου ήταν σα μια ομάδα που είχε βγει κατευθείαν από ταινία εποχής, ενώ σήμερα φαίνεται σα μια ομάδα που προσπαθεί να βγει από ταινία τρόμου.
Αυτή η ομάδα του χειμώνα ‘07 είχε έναν πυρήνα δεκαοχτώ χρονών που έπαιζε σα μία οικογένεια μετά την επέμβαση των γονιών της. Ο Φάμπρας έκανε τρελό ντρίμπλινγκ και έδινε πάσες σα χρυσός σωλήνας, ο Γκάλας έδινε λύσεις σαν μάγος που έχει δώσει τρεις φορές προαίρεση σ’ έναν κανόνα, ο Ρόσιτσκι είχε την ψυχή ενός στρατιώτη που γύρναγε την μπάλα σα νάρκη στα πόδια των αντιπάλων. Ήταν μια ομάδα σκληρή σα πέτρα αλλά τόσο ζεστή σα φούρνος τις κρύες νύχτες του Λονδίνου. Και κυρίως — δεν είχανε κανέναν τίτλο κάτω από τη ζώνη τους όταν άρχισαν εκείνο το πρωτάθλημα. Ήταν σα ένας νέγρος σούπερ ήρωας πριν γίνει θρύλος: η κουλτούρα της ομάδας ήταν το ίδιο δυνατή όσο οι ποδοσφαιριστές της.
Η ομάδα σήμερα; Μαζί της κάνουνε πολλά ταλαιπωρία στον αγώνα, αλλά πόσοι από αυτούς μπορούν να κάνουν ένα λάθος εκατό μέτρα πιο πίσω και μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα να εμφανιστούν σαν σωσίβιο σ’ έναν συμπαίκτη τους; Εκείνοι εκείνοι οι δεκαοχτώ είχανε έναν ξεκαθαρισμένο εχθρό μπροστά τους — τους τίτλους — ενώ σήμερα φαίνεται σα την ομάδα να κυνηγάει ένα ψεύτικο αντίπαλο που λέγεται «χτύπα και κάνε». Οι παλιοί δεν είχανε ανάγκη κανέναν τίτλο για να κινηθούν σα μονάδα· τους έφτανε το κίτρινο χρώμα στις φλέβες. Σήμερα βλέπεις άσπονδους συνεργάτες σα ομάδας που ψάχνει τη δική της αυτοεικόνα πάνω στον αγχιτέρ στην περιοχή.
Κι εκείνο το γήπεδο! Το Highbury εκείνες τις βραδιές είχε μια αύρα σα ιερό. Οι γηπεδούχοι είχανε μπήξει σφήνες στους αντιπάλους τους μέσα στη φούρια τους — σα κάποιος να είχε πετάξει μια μεγάλη πέτρα στη στάμνα των τίτλων εκείνους τους τίτλους βγάλανε έξω σπαράγματα. Σήμερα; Πάμε στο Emirates όπου η ατμόσφαιρα μοιάζει σα καφενείο μεγάλης πόλης στις τρεις το απόγευμα παρά σα γήπεδο πρωταθλητών. Οι παλιοί φώναζαν σα να προσπαθούσαν να ξυπνήσουν τη πόλη από ύπνο· οι σημερινοί προσπαθούν να ξυπνήσουν πρωί πρωί επειδή τους ξύπνησε κάποιος άλλος.
Το μεγάλο όμως ερώτημα: αυτοί εκείνοι εκείνοι οι δεκαοχτώ είχανε κάτι που σήμερα λείπει εντελώς — είχανε βάλει μέσα τους μια συμφωνία αλληλεγγύης σα στρατιωτικό σύνθημα. Κάθε φορά που έβλεπες έναν συμπαίκτη τους να κάνει λάθος, τον ακολουθούσε ένας άλλος σα ν’ άναβαν ένα κεράκι στην εκκλησία για εκείνον. Σήμερα βλέπεις συνεργάτες που κοιτάζουν τον άλλον σα νάτανε επικίνδυνος γείτονας στην αρένα. Αυτό το πράγμα κάνει τεράστια διαφορά στο πώς γίνεται ο αγώνας — όχι στις λεπτομέρειες, μα στην ψυχή του σωματείου.
Αλλά τέλος πάντων... υπάρχουνε στιγμές που λέω πως είμαι τυχερός που ζήσαμε εκείνες τις νύχτες. Γιατί σήμερα, ακόμα κι αν η ομάδα δεν έχει εκείνες τις στιγμές μεγαλοσύνης κάθε βδομάδα, ξέρουμε πως εκείνο το χρώμα, εκείνο το συναίσθημα, εκείνες τις κίτρινες μπλούζες στου δρόμους υπάρχουν ακόμα — σαν ένα παλιό τραγούδι που ξέρουμε όλες τις λέξεις του και το τραγουδάμε ακόμα όταν περνάει χρόνος. Και αυτό δεν το αλλάζει τίποτα.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
ρε γαμώ τους αναλυτές που κάνουνε ακόμα και εκείνες τις νύχτες που λιώνουμε στις αναμνήσεις... διαφορετικά! 😄 εγώ εκείνο το βράδυ έκανα πως γύρναγα στο σπίτι μου στις Αχαρνές σαν κάθε βράδυ — πήρα τον δρόμο προς την πλατεία ώστε να αποφύγω τις κεντρικές γραμμές, αυτόν τον αγώνα όμως δεν το έβγαλα από το μυαλό μου όσο ήμουνα μέσα στο αμάξι. είχα έναν παλμό στα αυτιά μου σα να είχα πιει τρεις εκφραστικές πριν ξεκινήσω, κι όταν άνοιξα το τζάμι επειδή είχε ζέστη μέσα κατάλαβε ότι έκανα λάθος — ο αέρας ήτανε τόσο κρύος που έγινε μια στιγμιαία ψύχρα στο στήθος σα να μου’χαν κόψει την ανάσα!
φτάνοντας στην πλατεία είδα πέντε-έξι άτομα μουντά με κίτρινες μπλούζες κι έναν δίχως μπουφάν που είχε φουσκώσει τόσο πολύ το στήθος του σα νάτανε μπάλα! άρχισαν όλα σαν τρελά λες και τους είχανε τσιμπήσει κάποιοι μεγάλοι σφήκες — δεν υπήρχε κανείς στο δρόμο εκεί γύρω που να μην άλλαξε πορεία επειδή αντιλήφθηκε πως κάτι συνέβαινε! μέσα στο μπουκέτο εκείνων των ανθρώπων ήμουνα κι εγώ, οκτάλεπτος εκείνος Febουάριος, αγοράζοντας σιγά σιγά αυτοπεποίθηση σα να πήγαινα σε τυχερό αριθμό στη ρουλέτα.
βλέπω τώρα εκείνον τον αγώνα ξανά στους δρόμους μου σα βίντεο κατειλημμένο από βηματοδότη — το πρώτο γκολ των αντιπάλων έκανε θραύση σα πρώτος σεισμός! αλλά εκεί που άρχισε η σιωπή και οι γονείς σπίτι άρχισαν να κάνουν πως ψάχνουν κάτι στις τσάντες, εκεί που το σπίτι είχε γίνει σα ένα μεγάλο ερειπιό ενώ εγώ φώναζα στον ουρανό πως η ομάδα μας δίνει συνέχεια πανικός χωρίς λόγο... εκείνος ο Γκάλας έβγαλε εκείνο το πράγμα σα από μηχανής θεός! έκανε ένα βήμα σα νάτανε σφυρί πόρτας πάνω στη μπάλα κι εκείνες οι κραυγές φτάσανε στον ουρανό σα σφυρίγματα του αγώνα γυμναστικής!
και μετά... μετά ο Φαμπρέγας έκανε αυτό εκείνο το ρόφημα σα να γύρευε τσιγάρο στο τέλος ενός γεύματος! έκανα ένα βήμα πίσω από τον πίνακα της καταγραφής τιμών επειδή δεν μπορούσα πια να αντέξω άλλο κρύο! εγώ που είχα κάνει τρία χρόνια βάρδιες χωρίς ύπνο εκείνον τον χειμώνα αισθάνθηκα εκείνο το τρίτο γκολ σα να μου έδιναν ένα σπίτι στη θέση ενός δωματίου πλήρους ανθρώπων!
όταν τελείωσε η ιστορία εκείνος ο Λένι που δούλευε στον φούρνο δίπλα έκανε πως βρήκε κάποιο σπασμένο φωτιστικό ώστε να σβήσουνε το φως και να ανάψουμε κεράκια σα εκκλησία! όλες εκείνες οι ώρες σπιτιών σαν τσίρκο έγιναν μια πηγή ανάμνησης που ακόμα μας βγάζει δάκρυα στα μάτια! εκείνο το γκολ του Φλαμίνι στο τελευταίο λεπτό έγινε τραγούδι σα νερό που χύνεται ασταμάτητα στους τοίχους μιας παλιάς μνήμης!
κι όταν σήμερα βλέπω νέους φίλους να φοράνε κίτρινα σα νάτανε ταινία εποχής, νιώθω πως εκείνος ο χειμώνας δεν πέθανε — ζει μέσα τους σαν μια τρύπα στον χρόνο που ανοίγει κάθε φορά που κάποιος φοράει εκείνη τη φανέλα! ας είναι καλά εκείνοι οι δεκαοχτώ που έκαναν εκείνο το τζάκι να καίει ακόμα — επειδή σήμερα ακόμα δεν έχουνε βγάλει αυτό το χρώμα από τις φλέβες τους! 💛🔴🔥
Τι λέτε τώρα, πού ήμουνα εγώ εκείνον τον Φλεβάρη του 2007;;;
Ήμουνα σπίτι στο Καβαλιόπουλο στην πλατεία της Καβάλας που έπαιρνα μπύρα απο τους φίλους του ξενοδοχείου «Ο Δήμος» σα βράδυ του Αυγούστου! Τίποτα ιδιαίτερο δηλαδή... μέχρι που κοιμήθηκα πάνω στο τραπέζι επειδή ξέχασα πως η Άρσεναλ έπαιζε εκείνον τον αγώνα! Ξύπνησα στις 5 το πρωί βρίζοντας τον περίγυρο επειδή κάποιος είχε γράψει «THERE IS ONLY ARSENAL» στο τραπέζι μου με σπιρτόχαρτο! Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά σαν ζόμπι μετά από τρεις μπύρες και ξενύχτι — η πρώτη μου κλήση ήταν να αφήσω γάτα στο υπόγειο του Αφρουδάκι γιατί ο ιδιοκτήτης έκανε γλέντι! Μετά έπρεπε να πάω στη γωνία να φωνάξω στους ηλικιωμένους του καφενείου πως «η ομάδα μας έκανε 4-2 τον City και οι τίτλοι ξανά είναι δικοί μας!».
Μα πως νάτανε αλλιώς;; Την ίδια στιγμή εκατομμύρια οπαδοί γύρω στον κόσμο είχανε βγάλει την ψυχή τους στον αγώνα ενώ εγώ έκανα μόνος μου μίνι γκάλοπ με σόδες του δίπλα επειδή είχα ξεχάσει πως υπάρχει μεγάλος αγώνας! Την επόμενη εβδομάδα πήγα στο γήπεδο του ΑΟ Καβάλας για να δω τους δικούς μας να χάνουνε 3-0 και νόμιζα πως είναι η συνέχεια του Champions League!
Αλλά τέλος πάντων... ένα πράγμα είμαι σίγουρος: ότι όσο υπάρχει μια κίτρινη μπλούζα στους δρόμους, εκείνος ο αγώνας ζει ακόμα μέσα μας σα βόμβα ευτυχίας που δεν έχει σκάσει ακόμη!!! 💛🔴🔥🍻🤣