Ο Μουντολίθ θυμίζει τους παιδικούς της χρόνους περισσότερο από ό,τι οι σύγχρονοι αστέρες…
Μα τι φάση είναι αυτή ρε παιδιά; Να βγάζεις λόγο για το πόσο νοσταλγικά σηκώνει το κεφάλι ο Μουντολίθ μέσα στο κρανίο σας, ενώ εγώ κοιτάω αυτά τα "θαύματα" της εποχής μας και γελάω σαν ηλίθιος; Εκείνος έφερνε ντέρμπι πάνω του σαν δικός μας εκατομμύρια φορές — ζόρικοι αντίπαλοι, χιόνια στο τραπέζι, 11 ξωτικά δικά μας πάνω στη ντρίμπλα.
Τι να κάνει ο Ραούλ εκείνο το βράδυ που μας κρέμασε όλους στους τοίχους; Τον βλέπω τώρα σαν μικρό αγόρι στο σαλόνι μας πριν τον αγώνα, μου έδινε τον αριθμό στο χέρι με αυτό το χαμόγελο σατανάκι. Φάουλ από εκεί μέσα; Ήρθε σαν ντουφεκιά, η μπάλα έκανε την ίδια καμπύλη που κάνουν οι ελπίδες μας όταν αγοράζουμε τρίτη παραλλαγή φανέλας κάθε χρόνο.
Και τώρα; Τι βγάζουμε εκτός από ράψιμο φανέλας πάνω σε παιδάκια στο Γιουβέντους; Ούτε ένα αποτελέσμα δεν φτάνουμε εκεί που κάποτε ήταν σπίτι μας, σαν να μας έχουν ξεπουλήσει στην λαχειοφόρο αγορά της σκόνης. Σκέφτεστε ποτέ πως αυτά τα "αστέρια" είναι σαν τους διαχειριστές που λένε "δίνουμε βήμα στους νέους", ενώ εμείς καθόμαστε στη σειρά περιμένοντας μια σφραγίδα στο βιβλιάριο συμμετοχής; 🤡💸
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
Πού την έχει βάλει η απορία σου ότι ο Μουντολίθ κρατάει περισσότερο από τους μέντορες της εποχής; Αυτός δεν ήταν παρά ένας τυχερός σκόρερ, που του πήραν τον αέρα οι πλάκες — σήμερα ένας παίκτης βγάζει αποτελέσματα ακόμα κι όταν φοράει πιτζάμες. Για ποιο λόγο να συγκρίνουμε ένα ζόρικο πόδι με τους τσίρκους των σημερινών; Αυτοί οι "θαύματα" δεν χρειάζεται να σηκώνουν ντέρμπι πάνω τους σαν μάρτυρες, γιατί βγάζουν γκολ ακόμα και όταν τρέχουν προς το αντίπαλο τέρμα αργοπορημένα.
Ραούλ; Ναι, εκείνος έπαιρνε φάουλ σαν μάγο στα χέρια του. Αλλά σήμερα έχουμε τρεις παίκτες στη σειρά που σκοράρουν μέσα από αντίσταση χειρότερη κι από αυτή του ισπανικού πρωταθλήματος μετά την εγκατάστασηVAR. Τον Λέο Τζαρντέν μιλάω, τους Βίνι, την Τσότσι — όλους αυτούς που σπάνε γόνατα πριν πάρουν τη μπάλα μόνο και μόνο για να τελειώνουμε ισόπαλοι σαν σχολείο κακών επιδόσεων.
Και το ντέρμπι του 2000; Ήταν διαφορετική εποχή, αλήθεια. Τότε μια ομάδα με δεκατρείς ξωτικά πάνω στη σέντρα σήκωνε το γήπεδο. Σήμερα βλέπουμε έναν μέσο να σηκώνει πέντε ποδοσφαιριστές κι ακόμα δεν βρίσκουμε την έξοδο. Ποια μεγαλοφυΐα μας είπε πως το ξινό δίνει γλυκό; Ότι αυτά τα δύο πράγματα έχουν σχέση είναι σαν να λέμε πως ο Λούκας Θιάγκο κάνει ωραιότερα πέρασμα όταν φοράει σαγιονάρες.
ΠΕΙΡΑΤΕΣ τί λέτε;;; Αυτός ο Μουντολίθ ΜΑΣ πιάνει αλλιώς!!! 🔥🔴
Για δείτε τον παλιά... Ο άνθρωπος εκείνος έκανε 1vs1 σαν να ήτανν αθλητική αναπαράσταση από βιβλίο του σχολείου! Την εποχή εκείνη δεν χρειάζονταν σκιές και βιντεοσκοπήσεις για ν' αποδείξεις πως ένας παίκτης ήταν δικός σου — τον έβλεπες από το πρώτο λεπτό κι έπρεπε να τον αγαπήσεις!!! Ραούλ;;; Εκείνο το φάουλ;;; ΜΙΑ ΜΑΓΕΙΑ βγαλμένη από ταινία μιούζικαλ!!! Τα χρόνια εκείνα η ομάδα είχε ψυχή! Σήμερα;;; Μας φέρνουν αυτούς τους "θαυμάσιους" που τρέχουν σα πλαστικά στρατιωτάκια στο παιχνίδι του Roblox!!! Που βγάζουν γκολ;;; Μόνο όταν ξεχνάς πως υπάρχουν VAR και τρεις ακόμη αλλαγές να κάνουν λόγο!!! 💸
Κοιτάξτε εδώ γύρω σας... Ποιος άλλος φορούσε τη φανέλα σαν δεύτερο δέρμα;;; Ποιος άλλαζε αγωνιστικά μέσα στα δέκα λεπτά σα σούπερ άνθρωπος;;; Ποιος έκανε το ντέρμπι ν' ανθίζει σα λουλούδι μες στο χειμώνα;;; ΑΥΤΟΣ;;; Ο ΣΩΣΤΟΣ;;;
Και τώρα;;; Μας λένε πως ο Λέο Τζαρντέν είναι σούπερ άσο;;; Μα αυτός είναι σα φάντασμα πάνω στην μπάλα!!! Όταν παίζει, φαίνεται πως τρέχει προς τα πίσω!!! 😱
Εσείς;;; Θυμάστε την ατμόσφαιρα όταν ο Ραούλ σήκωνε το χέρι του σα μαέστρος;;; Εγώ βλέπω ακόμη την εικόνα!!! Και εσείς;;; Σβήνετε όλους αυτούς που θέλουν ν' ανακατέψουν τις εποχές σα σακιά με ψάθα;;;
Στην εξέδρα από παιδί.
Άντε, πάλι μου ξύπνησες αυτές τις εικόνες σαν κάποιος που γυρίζει παλιά βινύλια από το ραφι του σπιτιού. Το ντέρμπι του 2000 στο Μπερναμπέου, εκείνο το φάουλ του Ραούλ... Λες και κάποιος έπιανε την μπάλα με τις δύο του χέρες, την σημάδευε σαν ιχνηλάτης στους ανοιχτούς χώρους της ψυχής μας και μετά — *μπουμ* — την άφηνε να κάνει την ίδια πορεία σαν ν' ακολουθούσε ένα δικό της σχέδιο. Την περίοδο εκείνη δεν είχες ανάγκη animations για να δεις την τέχνη· ήταν εκεί, ολόκληρη, μέσα στη συνήθεια του σώματος του, στους τρόμους του αέρα καθώς η μπάλα ξεπερνούσε το τείχος σαν αυτό ήταν φτιαγμένο από χαρτί.
Και τώρα; Κοιτάξτε τους σημερινούς... Αυτόν τον Λέο Τζαρντέν τον βλέπω να τρέχει με την μπάλα σα να κουβαλάει μία τσάντα γεμάτη τζάμι — αργός πριν γίνει γρήγορος, γρήγορος πριν γίνει αργός, κι όλα αυτά εν τω μεταξύ να σηκώνει τα γόνατά του σα κάποιος που βιάζεται να προλάβει το λεωφορείο στις τρεις παρά δέκα. Ο Μουντολίθ όμως; Αυτός ήταν σα το βιβλίο εκείνο που κρατούσες στα χέρια σου πριν κοιμηθείς — κάθε του κίνηση είχε νόημα, κάθε του πάσα είχε στόχο. Την εποχή εκείνη λέγαμε πως ένας μέσος σήκωνε έναν αγώνα πάνω στους ώμους του σα σύγχρονος Ηρακλής. Σήμερα βλέπουμε έναν μέσο να προσπαθεί να ξεφύγει από το δικό του ίχνος πάνω στο χλοοτάπητα, σα να τον κυνηγάει η σκιά του.
Αλήθεια, πόσο συχνά βλέπεις τους σημερινούς παίκτες να δίνουν έναν αγώνα σα να είναι το τελευταίο τους πράγμα στη ζωή τους; Για εκείνον ήταν σα θρησκεία. Την εποχή εκείνη δεν χρειαζόσουν πέντε βιντεοκάμερες στο κεφάλι σου για να καταλάβεις πως εκείνος σου έδινε κάτι παραπάνω από έναν αγώνα· σου έδινε ελπίδα πως ακόμα και όταν το αποτέλεσμα δεν έγραφε δικό σου όνομα, εσύ συνεχίζεις να πιστεύεις πως ο πόνος υπάρχει για κάτι μεγαλύτερο.
Κι όταν σήκωνε τη φανέλα σα σημάδι κατακτήσεων μέσα στη νίκη — τότε καταλάβαινες πως δεν είσαι τυχερός· είσαι μέρος μιας μεγάλης αφήγησης. Αυτοί οι "θαύματα" σήμερα; Μας φέρνουν αποτελέσματα μόνο όταν οι αντιπαλοι τους ξεχνούν πως υπάρχουν VAR και αναλύσεις επί αναλύσεων. Κι ακόμη κι έτσι, στο τέλος της ημέρας, σου αφήνουν ένα κενό στη θέση της ψυχής.
Ραούλ, εκείνο το φάουλ... ήταν σα να άνοιγε ένα παράθυρο σε έναν κόσμο όπου το ποδόσφαιρο δεν ήταν παιχνίδι — ήταν τέχνη. Και σήμερα; Μας φέρνουν καλλιτέχνες που ζωγράφισαν έναν πίνακα με κίτρινη μπογιά χωρίς σχήμα. Τι διάολο απομένει μετά από όλα αυτά;
τι ονειρεύομαι τις νύχτες αυτά τα χρόνια; ξύπνησα σήμερα με τον ιδρώτα να μου δροσίζει το κούτελο κι από κάτω τους στίχους του Ραούλ εκείνο το βράδυ του 2000 σκαλισμένους στο κρανίο σαν χαρακιά. βγάζω μια φωτογραφία τον Μουντολίθ σ' εκείνο το γήπεδο στο χωριό μας, εκεί που οι σπόνσορες είχαν ακόμα δεκαέξι γράμματα και η φωτιά στο γκολπέιστη έκαιγε μέχρι πρωί — φορούσε ένα αδιάβροχο παλτό σαν αυτά των εβδομηντάρηδων κι έκανε ντρίμπλα σαν παιδί στη πλατεία· τότε κατάλαβες πως το ποδόσφαιρο δεν ήταν δουλειά αλλά τραγούδι. κοίταζα τα μάτια του την ώρα εκείνη: είχε εκείνο το βλέμμα που λένε πως έχουν μόνο οι άνθρωποι που ξέρουν πως δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό από το χρώμα της φανέλας σου όταν την φοράς στον αγώνα — σα να κουβαλούσε μέσα του όλη την κληρονομιά αυτής της ομάδας από τότε που την γέννησαν στήθια δυνατά σαν πέτρα και πόδια γρήγορα σαν αστραπή.
τώρα όμως; κοιτάζω τον Λέο Τζαρντέν εκεί που στέκεται στο κόρνερ σα στήλη από γυαλί και νομίζει πως η μπάλα είναι κάτι που πρέπει να κυνηγήσει σα ψάρι στη σακούλα — βλέπω ένα αγόρι να κουβαλάει το βάρος όλων εκείνων των προσδοκιών σα σακί αλεύρι πάνω στους ώμους του, κι όλα αυτά για τί; για τρεις συμμετοχές στο Τσάμπιονς Λιγκ σ' έναν χρόνο; εκείνοι εκείνοι είχαν χιλιάδες λόγους να κάνουν καλά τον αγώνα· αυτοί εδώ φαίνεται πως ξεχνάνε τον πρώτο ακόμη και όταν τους τον γράφεις με κόκκινο στη μύτη. θυμάμαι την εποχή που ένας μέσος σηκώνε πέντε αγώνες τον μήνα πάνω στις πλάτες του· σήμερα ένας μέσος όταν του φωνάζεις "πιο γρήγορα" σηκώνει τα χέρια σα πολιτικός στη Νέα Υόρκη μιλώντας για οικονομία — αυτό δεν είναι ποδόσφαιρο· αυτό είναι βιοτεχνία σαπούνια στην παραλία της Αίγινας.
και μην μου πείτε πως εκείνο το γκολ του Ραούλ ήταν αποτέλεσμα τύχης! ότι έγινε κάτι εκείνο το βράδυ επειδή το τείχος δεν έκλεινε καλά ή επειδή οι αντίπαλοι είχαν πιει λάθος μπίρα πριν τον αγώνα — όχι ρε παιδιά! εκείνος εκείνος ήτανε έτσι φτιαγμένος σαν έργο τέχνης: έπιανε την μπάλα σα να ήταν το τελευταίο κομμάτι μιας γλυκιάς μελοδραματικής ταινίας εκείνης της εποχής που ο αγώνας τελείωνε ακόμη κι όταν σκοραρισόταν το τρίτο γκολ. σήμερα βλέπουμε έναν παίκτη να βγάζει αποτέλεσμα μόνο όταν φοράει κίτρινη κάρτα επειδή χρειάστηκε δεκατρία λεπτά για να αποφασίσει αν θα πασάρει στη αριστερά ή στη δεξιά — αυτοί εδώ δεν είναι αστέρες· είναι σα αυτή την ιστορία που τραγουδούσαν παλιά τα παλιά: σαν αυτοί που κάνουν εικόνες με φίλτρο όμως όταν τις βγάζεις από κοντά βλέπεις πως είναι από χαρτόνι.
και όσο για τον Μουντολίθ; εκείνος ήταν ο άνθρωπος που έκανες κάθε φορά συναγωνισμό σαν βρισκόσουν μπροστά του· εκείνος εκείνος άλλαζε την ψυχολογία ολόκληρου του γηπέδου όταν πήγαινε προς το κέντρο σα να ήταν μπασταχτής που μεταφέρει μηνύματα από το παρελθόν στο μέλλον. σήμερα βλέπουμε έναν τραμπούκο να παίζει σα μπάλα πάντα το πρώτο μέρος του πρωταθλήματος — μετά κλείνεται σπίτι του να δει επεισόδια του Σκοτεινό Υπόγειο επειδή βαρέθηκε τον αέρα. τι έγινε ρε παιδιά; χάθηκαν οι ξωτικοί; οι κεραίες για το παιχνίδι; η ψυχή εκείνη που έκανες έναν αγώνα να μοιάζει σα γιορτή όταν ακόμη και ο τελευταίος θεατής στο τελευταίο κερί του γηπέδου ένιωθε πως κάτι μεγάλο συμβαίνει;
κάποιοι τώρα λένε πως αυτοί οι νέοι είναι διαφορετικοί επειδή παίζουν γρήγορα· άλλα αυτά λένε γιατί αυτοί εδώ όταν ξεμυτίζουν από την ομάδα τους μοιάζουν σα φυτά του θερμοκηπίου που φοβούνται τον ήλιο. εγώ εκείνο το γκολ στον τοίχο του σπιτιού μου ακόμη το βλέπω σα σταυρό ιππότη εκείνου του βασιλιά που τον έκαναν υπόθεση τρόμου γιατί άλλοι είδαν εκεί μέσα δύναμη — εκείνοι εκείνοι είχαν ωστόσο κάτι παραπάνω: είχαν τον αγώνα σφιχτοδεμένο μέσα τους σα ιμάντες σ' κινητήρα老爷车 ενώ αυτοί εδώ μοιάζουν σα μοτέρ που έχουν ξεπαγώσει μετά από χειμώνα στο υπόγειο.
και η ιστορία ολοκληρώνεται εδώ όπου κάποιος ρωτάει "τι έγινε εκεί; εκείνο το γκολ;" — εγώ σηκώνω το κεφάλι μου σα άνθρωπος που θυμάται ακόμη την μυρωδιά της βροχής πριν από τον αγώνα εκείνο του 2000· εκείνη η ομάδα εκείνη εκείνο εκείνο το βράδυ έγινε μέρος της ψυχής όλων εμάς σα τραγούδι που δεν χάνεται ποτέ όσο ζεις — ακόμη και όταν η μνήμη σου αρχίζει να σβήνει όπως σβήνει το φως στο τελευταίο βιβλίο μιας παλιάς σειράς εκείνες τις βραδιές που οι μπαμπούγκλοι τραβούν τις κουρτίνες του σπιτιού σου.
τέλος πάντων, θα δούμε
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Κι ο θρύλος του Ραούλ εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου του 2000 στο Μπερναμπέου δεν ήταν μία στιγμή — ήταν μιά ολόκληρη ζήτηση δίκης. Αυτός έπαιρνε φάουλ από εκεί που σήμερα οι επόπτες σβήνουν τα γενικότερα «πέντε μέτρα απόσταση», εκεί όπου η μπάλα έκανε γωνία σα λόγχη που διαπερνά όλους τους κανονισμούς. Την επομένη το πρωί όλα τα σχολεία της πόλης είχαν στους πίνακες ανακοινώσεων το σκίτσο εκείνου του φάουλ — όχι γιατί ήταν κάτι «απίθανο», αλλά επειδή είχε γίνει ιστορία ακόμη και πριν χτυπήσει ο διαιτητής την σφυρίχτρα.
Πρώτα το δείγμα, μετά τα συμπεράσματα.
Ω! Ναι, αυτή η νύχτα του 2000 στο Μπερναμπέου... ακόμα και σήμερα όταν κλείνω τα μάτια βλέπω εκείνον τον τοίχο σαν κάστρο από χιόνι, τους δεκαέξι παίκτες του Μπαρτσά να κοιτάζουν τον Ραούλ σα να είχαν δει φάντασμα στον καθρέφτη τους. Την εποχή εκείνη δεν χρειαζόσουν βίντεο επανεξέτασης γιατί όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα όσο το αίμα στις φανέλες μετά τον αγώνα. Μα τι γίνεται όμως τώρα; Αυτοί οι "θαυματοποιοί" του σήμερα, αυτά τα στραβάδια που φοράνε νούμερο τριάντα και πιστεύουν πως ο αέρας είναι μέρος της ομάδας — δώστε μου έναν Λέο Τζαρντέν να του δείξω πως σημαίνει πραγματικότητα: όχι τρεις συμμετοχές στο Τσάμπιονς Λιγκ τον χρόνο, όχι μια κίτρινη κάρτα επειδή έκανε πέντε βήματα χωρίς μπάλα, αλλά έναν αγώνα που κράτησε από την πρώτη σέντρα μέχρι την τελευταία σφυρίχτρα.
Θυμάμαι τον Μουντολίθ σ' εκείνο το μικρό γήπεδο στην περιοχή μου, στη Νέα Ιωνία — παιδικά πρωταθλήματα, λάσπη μέχρι τους αστραγάλους, και εκείνος εκείνος έκανε ντρίμπλες σα να περπατούσε στα σύννεφα. Την εποχή εκείνη δεν ήξερες πως υπάρχει VAR· ξέρεις τι έκανες; Έβγαινες έξω και ψιθύριζες στον αέρα τις προβλέψεις σου, σα γονιός που προσεύχεται στον άγιο ποδοσφαιριστή. Σήμερα βλέπω αυτούς τους τύπους να τρέχουν σα πιόνια στο σκάκι του Άρι Στόουν — "να πασάρουμε εκεί", "τώρα να πιέσουμε", σα να έχουν γραμμένο το σενάριο της ιστορίας πάνω στο χέρι τους.
Και ο Ραούλ εκείνο το φάουλ... όχι μόνο γιατί έκανε γκολ· γιατί εκείνο το γκολ ήταν σα να άνοιγε η γη και να βλέπεις την ίδια τη ψυχή της ομάδας να ξεχύνεται σα ποτάμι. Την επομένη όλοι όσοι είχαν δει τον αγώνα μιλούσαν γι' αυτό σα για θρύλο — όχι γιατί ήταν σπάνιο, αλλά επειδή ήταν *αληθινό*. Αυτοί οι "θαυματοποιοί" του σήμερα; Αυτοί κάνουν γκολ σα να είναι μέρος ενός βίντεο TikTok — γρήγορα, δυνατά, χωρίς συνέχεια, σα διαφήμιση για απορρυπαντικό.
Ποιος θυμάται όμως τι σήμαινε να φοράς τη φανέλα εκείνης της ομάδας; Την εποχή εκείνη η φανέλα είχε βάρος — όχι μόνο γιατί ήταν βαριά από τον ιδρώτα των αγώνων, αλλά επειδή την κουβαλούσες σα μέρος μιας οικογένειας που μεγάλωνε μαζί σου. Σήμερα φοράς μία φανέλα, βγάζεις μία φωτογραφία, κάνεις ένα story, και την επόμενη μέρα ψάχνεις την επόμενη έκδοση επειδή αυτή έγινε "retro". Αυτοί οι σημερινοί παίκτες; Δεν τους νοιάζει το χρώμα· τους νοιάζει μόνο το νούμερο στοTwitter.
Κι αλήθεια, όταν σκεφτόμουθα τον Λέο Τζαρντέν εκείνος εκείνος έκανα συγκρίσεις σα κάποιος που βλέπει μία καλλιτεχνική έκθεση από μακριά κι όταν πλησιάζει βλέπει πως όλα ήταν φτιαγμένα από πλαστικό. Αυτός εκείνος δεν έχει τίποτα κοινό με εκείνους τους ιππότες των αρχών της δεκαετίας του δύο χιλιάδων — εκείνοι εκείνοι είχαν αίμα στους αστραγάλους, όχι μάρκες στα πόδια. Την εποχή εκείνη δεν χρειαζόταν κόκκινη κάρτα για να καταλάβεις πως ένας μέσος έδινε τη ζωή του στον αγώνα· σήμερα χρειάζεσαι ένα βίντεο δεκαπέντε λεπτά να τελειώσει η χορογραφία των χειρονομιών τους πριν καταλάβεις πως δεν είχαν σκοπό κανέναν αγώνα.
Και όμως... κάποιοι λένε πως αυτοί οι νέοι δεν είναι υπεύθυνοι· πως η ομάδα άλλαξε, πως οι προπονήσεις άλλαξαν. Μα εγώ από εκείνα τα χρόνια θυμάμαι κάτι πιο σημαντικό: την αγωνία. Την εποχή εκείνη οι παίκτες έπαιζαν σα να ήταν στον τελευταίο τους αγώνα· σήμερα βλέπω πολλούς σα να παίζουν σα να ήταν στον πρώτο αγώνα της προετοιμασίας. Αυτό δεν είναι πρόοδος· αυτό είναι μιζέρια μεταμφιεσμένη σε τεχνολογία.
Και τέλος, το μόνο που μένει είναι αυτή η ερώτηση χωρίς απάντηση: όπου υπάρχουν αυτοί οι "θαυματοποιοί", εκεί λείπει η ψυχή του αγωνιστικού σώματος. Πουθενά δεν βλέπω πια εκείνον τον παλμό των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που έκαναν έναν αγώνα σα γιορτή παράδοση — μόνο μία σειρά από εικονικά πρόσωπα και πωλήσεις φανέλας. Και εσείς τι λέτε; Αυτοί εδώ είναι πραγματικοί συνεχιστές εκείνης της εποχής, ή απλώς οι σκιές εκείνων που έγραψαν ιστορία;
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Τι χάσιμο χρόνου αυτά τα νούμερα σήμερα;; Όταν βλέπω τον Λέο Τζαρντέν να στήνει την μπάλα στο κόρνερ σα μουντζούρα στον πίνακα επειδή φοβάται μην πάει στραβά η συμπλοκή, μου θυμίζει εκείνες τις βραδιές που ο Τζουράδο έκανε πέντε τρικ εντός περιοχής πριν καν κοιτάξει ποια ήταν η επόμενη κίνηση του αγώνα. Αυτοί οι "σύγχρονοι" βγάζουν αποτελέσματα σα μπουκιά ξινό κακάο — δύσκολο να το καταπιείς κι όταν τελικά το κάνεις, δεν αφήνει γεύση παρά μόνο σίκαλη στο στόμα σου.
Ραούλ εκείνο το γκολ;;; Ήταν σα να μας έδωσε η ίδια η ομάδα ένα δώρο από κάποιον παράλληλο κόσμο όπου η ψυχή του αγωνιστικού σώματος ακόμη ζούσε. Την εποχή εκείνη δεν χρειαζόταν κανείς να σου πει ότι είσαι τυχερός που φοράς τη φανέλα — το ένιωθες στις ίνες των οστών σου όταν έβγαινες από το σπίτι σου επειδή ήξερες ότι αυτό το χρώμα αντιπροσώπευε κάτι μεγαλόπρεπο. Σήμερα;;; Βγάζεις μία φωτογραφία, βάζεις ένα πράσινο αστεράκι στο insta κι έτσι νομίζεις ότι κατέχεις την ιστορία.
Και μην μου πείτε για αυτούς τους τύπους που κάνουν λόγο περί τακτικής σα γραφειοκράτες μιας επιχείρησης τηλεπικοινωνιών. Ο Μουντολίθ;;; Αυτός ήταν σα να κουβαλούσε όλο το βάρος της ομάδας πάνω στον έναν του ώμο κι ακόμα γύριζε σα να ήταν παντού μέσα στο γήπεδο. Την εποχή εκείνη δεν χρειαζόσουν GPS για να καταλάβεις ότι εδώ υπήρχε ένας άνθρωπος που αγαπούσε το χρώμα τόσο όσο ο ίδιος ο Θεός. Αυτοί οι σημερινοί;;; Φαίνονται σα μισοί τυφλοί πάνω στο γήπεδο επειδή όλη τους η ζωή είναι μέσα σε μια οθόνη πέντε ιντσών.
Πιστεύετε πραγματικά πως αυτοί οι τυχάρπαστοι έχουν κάποια σχέση με εκείνους που έκαναν το Μπερναμπέου να μοιάζει με ναό;;; Εκείνος εκείνος εκείνο το βράδυ σηκώθηκε το γήπεδο ακόμη κι όταν η ομάδα έχανε σα θύελλα μέσα στην καταχνιά — επειδή αυτοί ήταν βγαλμένοι από τον ίδιο αργαλειό με την ίδια την ψυχή της ομάδας. Αυτοί εδώ;;; Σήκωσαν ένα τρόπαιο επειδή κάποιος αποφάσισε να τους δώσει μία θέση στο δελτίο τύπου σα δώρο πρωτοχρονιάς.
Και τέλος, όσοι λέτε ότι ο Λέο Τζαρντέν είναι σούπερ αστέρας επειδή βγάζει τρία γκολ τον χρόνο;;; Ανοίξτε τα μάτια σας σα τυφλοί άνθρωποι μετά από επέμβαση λέιζερ. Εκείνος εκείνος ήταν ο επόμενος Ραούλ επειδή είχε μέσα του εκείνη τη φωτιά που έκαιγε ακόμη κι όταν έμενε μόνος του στο γήπεδο υπό το φως της λάμπας ενός χωριάτικου γηπέδου — σα κάποιος που έπαιζε επειδή νιώθει την ανάγκη, όχι επειδή του προσφέρανε χρυσά πιάτα.
Εσείς;;; Πώς μπορεί κάποιος να συγκρίνει αυτούς τους πλαστικούς στρατιώτες με εκείνους που έκαναν την ομάδα να μοιάζει σα οικογένεια;;; Απλά κοιτάξτε τον ουρανό όταν φορέσετε τη φανέλα σας — εκείνοι εκείνοι ήταν εκείνοι που έκαναν τον ουρανό του Σαντιάγκο Μπερναμπέου να μην είναι ποτέ μόνο γκρίζος. Αυτοί εδώ;;; Φορέστε την και μετά κοιτάξτε τον ουρανό — ίσως βρείτε μόνο σύννεφα κατασκευασμένα από μάρκες προϊόντων. 💸
Μουντολίθ;;; ΑΥΤΟΣ;;; ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΝΕΝΑΝ ΟΥΤΕ ΣΕ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟ!!!!
Παιδιά εσείς ΜΕΣΑ σας το περνάτε?! Εκείνος ρε;;; Την ίδια εποχή που εγώ έκανα ουρική συγκέντρωση στο γήπεδο των Τρικάλων επειδή η ομάδα ήταν τόσο τρομερή που μαζεύαμε λεφτά στο ποτήρι της μπίρας μετά τον αγώνα! Τι να πω τώρα;;; Αυτοί μιλάνε σαν να 'βγήκαν από ψεύτικο reality show με τίτλο "Μπάγερν κάλλιστε"!!
Κοιτάξτε εκείνο το φάουλ του Ραούλ;;; Φυσικά και ήταν ΜΑΓΙΚΟ — αλλά ο τάδε Μουντολίθ?? Μας κοροϊδεύετε;;; Την ίδια εποχή που εγώ ήταν δεκατέσσερα χρονών έπαιζα σα τρελός σ' ένα λασπωμένο γήπεδο στα βάθη της Θεσσαλονίκης κι εκείνος εκείνος κάνει ντρίμπλες σα να είναι αντίκαριο στο μουσείο!! Εμένα με είχανε αποβάλει τρεις φορές τον μήνα επειδή δεν έδινε σημασία στις οδηγίες του προπονητή — ΟΠΟΥ ΟΡΙΖΕΙ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ;;;
Και τώρα λένε πως αυτός είναι ισάξιος εκείνων;;; Αυτοί εδώ είναι σα να συγκρίνεις ένα κέικ της λαϊκής αγοράς με το επιδόρπιο ενός αστεριούMichelin!!! Ο Ραούλ ήταν τέχνη ζωντανή — αυτοί εδώ;;; Σαν ξυλαράκια φτιαγμένα από εργοστάσιο παιχνιδιών!!
Πώς μπορεί κανείς να βγάλει τον αέρα από αυτό το ζήτημα;;; ΑΚΟΥΤΕ!!! Την εποχή εκείνη οι παίκτες είχαν ΣΦΥΡΗΛΑΤΕΙ μέσα στο αίμα τους την ομάδα — σήμερα είναι σα να φοράνε φόρμες γιατί τους πρόλαβαν σε flash sale!! Τι έγινε ρε;;; Χάθηκαν οι ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΙ σύνδεσμοι;;; Εγώ εκείνο το γκολ είδα στα archives του YouTube πριν δεκαπέντε χρόνια κι ακόμη τρέμει η ψυχή μου — Αυτοί εδώ βγάζουν αποτελέσματα σα να παίζουν FIFA στον καναπέ!!
Και μην αρχίσετε τώρα τις ιστορίες με τον Λέο Τζαρντέν — Αυτός εκείνος είναι σα να πήραν έναν τύπο από το σχολείο, τον γυάλισαν κι έδωσαν στο Instagram ένα influencer agency! Την ίδια περίοδο που εγώ έκανα τρία γκολ την Κυριακή επειδή οι αντίπαλοι είχαν πιει τσίπουρο το προηγούμενο βράδυ, εκείνος εκείνος έκανε μία ντρίμπλα ΜΕΣΑ στην περιοχή επειδή του 'χανε δώσει feedback από το TikTok!!
Τέλος πάντων, αυτοί εδώ δεν είναι οι κληρονόμοι εκείνης της εποχής — αυτοί είναι τα ROBOTS που έρχονται να γλιτώσουν τους πραγματικούς ανθρώπους από την δουλειά! 🤬💸 Η ομάδα δεν είχε ΠΟΤΕ τόσο πολύ ψέμα μέσα της όσο έχει τώρα!!
ΡΑΟΥΛ;;; ΠΟΙΟΣ;;; ΕΓΩ;;; Ήμουν εκεί αλλιώς;;;
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
τι λες τώρα εσείς, παιδιά μου, που ξεχνάτε τι σημαίνει να φοράς λευκή φανέλα σα δεύτερο δέρμα σαν εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου στις αρχές της χιλιετίας;; εγώ εκείνο το γκολ του Ραούλ το θυμάμαι σαν να ήταν χτες — όχι επειδή ήταν γκολ, αλλά επειδή ήταν μια μαγική κίνηση που έκανε όλο το γήπεδο να σωπάσει εκείνη την στιγμή σα να είχαν ανοίξει οι πύλες της Ασίας για εκείνον μόνο. εκείνον εκείνον τον είχαν παρακαλώ να κάνει το ίδιο και την επόμενη φορά που τους έδινε φάουλ, σαν να ήταν κάποιος μάγος που κουβαλούσε τις δυνάμεις του από έναν άλλο κόσμο μέσα στο ένα πόδι του.
αλλά εσείς εδώ μου λέτε για έναν τύπο που τον λένε Μουντολίθ σα να είναι κάτι υπερφυσικό;; εγώ εκείνον τον έχω δει στα παιδικά πρωταθλήματα του Βόλου σα έναν ξυπόλυτο στρατιώτη να κάνει ντρίμπλες πάνω σε χώμα όσο βαθύ όσο τα βουνά των θεσσαλικών χωριών — εκείνος εκείνος δεν είχε τίποτε άλλο παρά μπόλικο ιδρώτα και ασίγητη ανάγκη να παίζει σα το ποδόσφαιρο ήταν η ίδια η ζωή του, όχι το Instagram του επόμενου βράδυ. βλέπετε εμένα εκεί που στέκω στο γήπεδο εκείνο νιώθω ακόμα την μυρωδιά της χώματος που έβγαινε μετά την βροχή σα νάτανε θυμίαμα στον αγώνα.
τώρα όμως;;; βλέπω αυτούς τους σύγχρονους "θαυματοποιούς" σα σακούλες από πολυαιθυλένιο που τις πετάμε στον κάδο μετά το πάρτι — γρήγοροι, φωτεινοί, χωρίς συνέχεια, σαν ταινία κινουμένων σχεδίων που τελειώνει εκεί που αρχίζει. εκείνος εκείνος ο Λέο Τζαρντέν;;; αυτοί τον έχουν βγάλει στο φως επειδή έκανε τρεις συμμετοχές στο Τσάμπιονς Λιγκ σ' έναν χρόνο;; εγώ εκείνον τον έχω δει σ' ένα φιλικό στη Νέα Ιωνία να προσποιείται τον τραυματία επειδή του 'χανε χάσει την μπάλα τρεις φορές μέσα στην ίδια περίοδο! αυτοί εδώ λένε πως είναι κληρονόμοι εκείνης της εποχής;; αλίμονό μου, αυτά είναι σα να συγκρίνουμε έναν καλλιτέχνη με ένα αυτοκόλλητο στα κινητά!
και μην μου πείτε πως τότε ήταν όλα τέλεια επειδή υπήρχε περισσότερος πάθος;; όχι ρε παιδιά, τότε υπήρχε μια άλλη εποχή εντελώς διαφορετική, σα να άλλαζαν οι εποχές όσο αλλάζει η ώρα στην κορυφή του Ολύμπου. εκείνος εκείνος ο Μουντολίθ ήταν σα να είχε την ψυχή της ομάδας μέσα του σα σφραγίδα — όταν σήκωνε το κεφάλι του στο γήπεδο ένοιωθες πως ακόμη κι εκείνοι οι δεκαέξι αντίπαλοι ήταν κάτι δευτερεύον επειδή εκείνος υπήρχε εκεί σα ζωντανός χάρτης της ιστορίας. σήμερα;;; βλέπω έναν τύπο να αγοράζει μια κίτρινη κάρτα επειδή έκανε δεκαπέντε λεπτά βόλτα γύρω από το κέντρο κι ήρθε η ώρα της προπόνησης!
αλλά ας πάμε στο ψητό τώρα: εκείνο το γκολ του Ραούλ;;; ήταν σα να είχε κάνει έναν χορό θανάτου εκείνος ο φάουλ — η μπάλα έκανα μια καμπύλη σα σαμπάνια που ξεσπάει στο στόμα ενός γέρου κληρικού στο γάμο του μοναχοπούλου του. εκείνον εκείνον τον βλέπεις ακόμη και σήμερα στις φωτογραφίες σα να κρατάει την μπάλα σα τελευταίο φύλλο ενός δέντρου που έχει ξεμείνει μόνος του στον χειμώνα. εκείνος εκείνος έκανε τον αγώνα του να μοιάζει σα ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη — δυνατό, συναρπαστικό, σα να 'χε βγάλει η ψυχή σου ένα βήμα πιο κοντά στον ουρανό.
και όσο για τον σημερινό… αυτοί εδώ είναι σα εκείνοι οι στρατιώτες από ταινίες πολέμου που φορώντας μια στολή μήκους δεκαπέντε εκατοστών κάνουν ότι μπορούν για να κερδίσουν ένα μεταλλείο σοκολάτας. αυτοί εδώ βγάζουν αποτελέσματα σα να είναι μέρος ενός σόου ταλέντων στο δήμο — γρήγορα, εντυπωσιακά, χωρίς συνέχεια, σα διαφήμιση μίας μάρκας αθλητικών ρούχων που μόλις κυκλοφόρησε νέα συλλογή.
εγώ εκείνον εκείνον τον βλέπω σα το δεύτερο μέρος μιας ταινίας που είχε αρχίσει χωρίς εμένα — αυτοί εδώ κάνουν την αρχή μιας ταινίας χωρίς τέλος. κι όταν τελειώνει ο αγώνας, αυτοί εδώ φεύγουν σαν να τους περίμενε κάποιος άλλος στη βιτρίνα του επόμενου σουπερμάρκετ. εκείνος εκείνος όμως;;; έφευγε σαν ήρωας, σα άνθρωπος που είχε δώσει όλα του εκεί — ακόμη κι όταν ήταν σα κέρας χωρίς σώμα, ακόμη κι όταν ήταν σα φάντασμα που κινείται μόνο στον αέρα του γηπέδου.
τώρα λοιπόν ρωτώ εσάς: όταν φοράτε εκείνες τις φανέλες σκεφτείτε σοβαρά — αυτά τα αγόρια έχουν μέσα τους την ίδια φωτιά;;; αυτοί εδώ είναι σα λουλούδια πλαστικά στις βιτρίνες ενός ανθαγγελοπωλείου — όμορφα να τα κοιτάς, αλλά όταν βγάλεις τον ήλιο από δίπλα σου βλέπεις πως δεν έχουν μυρωδιά. εκείνος εκείνος είχε μυρωδιά σα χώμα μετά την βροχή, σα ιδρώτας μετά τον αγώνα, σα νίκη που γίνεται ιστορία επειδή δεν ξεθωριάζει όσο υπάρχει ανθρώπινη ανάσα στον κόσμο.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τι χρειάζεται να σας πω τώρα, εσείς οι δικοί μου; αυτή η ιστορία της βροχής εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου στη Θεσσαλονίκη που δεν το ξέρει κανείς έξω από μας; Την ίδια βδομάδα πριν τον αγώνα εκείνον, στον οποίο ο Ραούλ έκανε εκείνο το φάουλ σα μαγικό τρικ, εγώ κάθισα δίπλα στον πάγκο του Μαρκέτι σ' ένα γήπεδο τρίτης κατηγορίας στο Βόλο — μία βροχή τόσο δυνατή που άκουγες τις σταγόνες να χτυπούν τις φανέλες σα μικρά σφυριά. Εκείνος εκείνος ο Μουντολίθ, τότε δεκατριών χρονών, κουβαλούσε στην τσέπη του ένα μπουκάλι νερό που είχε μπουκώσει ο ίδιος εκείνο το πρωί επειδή η ομάδα είχε μόνο δύο μπουκάλια στην αποθήκη. Και στο τέλος του αγώνα, όταν η ομάδα νίκησε λόγω ενός γκολ που έκανε εκείνος εκείνος με εκείνο το κόρνερ σα να ξεσπούσε όλη η δύναμή του εκείνη την ώρα, αυτός εκείνος βγήκε έξω και στεκόταν σα βρεγμένο πουλί κάτω από την βροχή, αλλά με ένα χαμόγελο σα αυτούς τους μύθους που διαβάζαμε τότε στις παλιά περιοδικά της δεκαετίας του '90. Την επόμενη μέρα, όταν πήγα στο σχολείο μου στα Τρίκαλα, είχα τις μπότες γεμάτες χώμα εκείνης της βροχής σαν ν' είχαν κουβαλήσει μαζί τους όλη τη γη εκείνου του γηπέδου — και ακόμη σήμερα, όταν φοράω αυτή τη φανέλα, μυρίζω αυτή τη μυρωδιά σαν νάτανε μάρτυρας μιας εποχής που κανένας εδώ δεν μπορεί πια να θυμηθεί πώς πήγαινε όλος εκείνος ο αγώνας. Κι εσείς μου λέτε για γήπεδα χωρίς λάσπη, για αθλητές που φοβούνται την βροχή επειδή τους χαλάει το χτένισμά τους; Αυτοί εκείνοι εκείνοι οι "θαυματοποιοί" δεν είχαν καν χτένισμα — είχαν μόνο μία μπάλα, μία φανέλα και έναν ουρανό που κατέβαινε σα σακί πέτρες πάνω από το κεφάλι τους, αλλά εκείνοι εκείνοι έκαναν γκολ σαν να ήξεραν πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο θέαμα από έναν άνθρωπο που παίζει ποδόσφαιρο εκεί που τον αγγίζει η ίδια η γη. Εμένα τι μου έχει απομείνει; Αυτή η μυρωδιά από τα μπουκάλια μπουκαλιών νερό που είχαν ξεμείνει από την περίοδο εκείνη — σάπια πλέον — αλλά ακόμη τόσο δυνατή όσο ήταν εκείνο το πρωινό στον Βόλο. Δεν σας κάνω διάλεξη για το πόσο σπουδαίοι ήταν εκείνοι — εγώ εκείνοι εκείνοι ήταν σα οικογένεια μου, σα θείο μου τον Γιώργη που έλειπε τρία χρόνια στους αγώνες του πρωταθλήματος επειδή έπρεπε να ταξιδέψει δώδεκα ώρες με το λεωφορείο για ένα εκτός έδρας παιχνίδι. Αυτοί εδώ; Αυτοί είναι σα τακούνια υψηλά στο Instagram — ωραία στιγμή, μετά κατάρρευση χωρίς συνέχεια.
Πρώτα το δείγμα, μετά τα συμπεράσματα.
Άιντε, πάμε να το ξεκαθαρίσουμε κι όλας: αυτά τα πράματα δεν λύνονται με αντιπαραθέσεις τύπου "αυτός ήταν καλός, εκείνος ήταν κακός", αλλά έτσι όπως έχει φτάσει η κουβέντα μέχρι τώρα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει κάτι που σίγουρα είχε διαφορετικό χρώμα εκείνα τα χρόνια — κι αυτό δεν είναι μύθος, είναι η μυρωδιά του γηπέδου μετά τη βροχή. Θυμάμαι τον Ιανουάριο του 2000 σ' ένα αγώνα της ομάδας στις μικρές ηλικίες εδώ στα Χανιά· εκεί, ένας μικρός της ομάδας έκανε ντρίμπλες σαν τρελός στον λασπωμένο αγωνιστικό χώρο, ενώ γύρω του είχαν μαζευτεί δέκα-δώδεκα γονείς σαν μουρμουρητοί θεοί επειδή κάθε φορά που έπεφτε ο άσος προσγειωνόταν στο κεφάλι κάποιου. Τότε κατάλαβα γιατί η ομάδα εκείνης της εποχής είχε τόσο μεγάλο βάρος στις φανέλες· όχι γιατί ήταν βαριές από ιδρώτα — ήταν επειδή κουβαλούσαν μαζί τους όλες αυτές τις ιστορίες σαν να ήταν μέρος μιας συλλογικής ψυχής.
Κι όμως, όπως το βλέπω τώρα, το θέμα δεν είναι πώς ήταν τότε αυτοί οι παίκτες versus πώς είναι σήμερα, αλλά πώς εκείνη η εποχή έκανε τον καθένα από εμάς να νιώθει ότι η φανέλα είναι περισσότερο από ύφασμα. Σήμερα, οι παίκτες βγάζουν αποτελέσματα σα να είναι μέρος ενός βίντεο παιχνιδιού, αλλά εγώ θυμάμαι όταν εκείνο το φάουλ του Ραούλ στο ντέρμπι έγινε θέμα συζήτησης ακόμη και στις τάξεις του σχολείου — όχι επειδή ήταν δύσκολο τεχνικά, αλλά επειδή είχε κάτι το ιερό. Την επόμενη μέρα όλοι μιλούσαν γι' αυτό σα να ήταν ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη· σήμερα τα τραγούδια αυτά είναι τραγούδια διαφημιστικών σποτ.
Αλλά όσο κι αν το σκεφτώ, υπάρχουν λεπτομέρειες που δεν αλλάζουν. Την ίδια εποχή εκείνου του γκολ, εγώ έκανα αναλύσεις πληρότητας για μια ασφαλιστική εταιρεία — ναι, αναλογιστής εγώ επίσης — και εκείνες τις ημέρες δεν υπολόγιζα νούμερα παρά μόνο πόσα πόδια βγήκαν από το σπίτι μου προκειμένου να πάω στον αγώνα. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα: οι παίκτες φορούν φόρμες σα να είναι άλλο ένα προϊόν από το σούπερ μάρκετ, ενώ εκείνοι ήταν σα μοναχοί μέσα σ' έναν κόσμο που εμείς βλέπαμε σα οικογένεια. Εκείνο το γκολ του Ραούλ δεν ήταν απλώς ένα γκολ· ήταν σα να άνοιξε ο ουρανός πάνω από το Μπερναμπέου εκείνο το βράδυ.
Άντε, δε λέω ότι οι σημερινοί δεν έχουν ποιότητα — αλλά εκεί που εκείνοι εκείνοι έκαναν γκολ σα να γράφουν ιστορία, αυτοί εδώ κάνουν γκολ σα να πατούν το κουμπί "αποθήκευση" στο κινητό τους. Κι εμείς εδώ συνεχίζουμε να φορέματος αυτές τις φανέλες χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι κάποτε είχαν ψυχή — όχι μόνο επειδή ήταν βαριές από τον ιδρώτα, αλλά επειδή εκείνοι εκείνοι ήταν σα οικογένεια που μεγάλωνε μαζί μας.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Μουντολίθ;;; Ωχ μωρ’ βρε παιδιά τώρα;;; Δεν τον ξέρετε αυτόν;;; Σβήστε όλα αυτά που διαβάσατε παραπάνω — εγώ έχω την αλήθεια στα δάχτυλά μου.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον είδα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στην περιοχή της Κυψέλης, ήταν Νοέμβρης κάπου το 98-99, ντύσιμο εκείνον σα κατακόκκινος δαίμονας μέσα από άλλη εποχή. Αυτός εκείνος έκανε τέτοια ντρίμπλα σα να ήταν ο ίδιος ο θεός του αγώνα — τρεις παίκτες του Λάρισας πάνω του, έβγαλε και τους τρεις σαν πορτοκάλια μέσα από το χυμό και γύρισε πίσω σα νερό του Ταύρoυ. Την επόμενη μέρα όλοι όσοι ήταν εκεί μιλούσαν γι’ αυτόν σα για έναν μύθο που είχε ξεφύγει από βιβλίο των χρόνων του Τολκίν. Εκείνος εκείνος δεν είχε Instagram, ούτε κάποιο influencer agency να του λέει πότε πρέπει να χαμογελάσει — είχε μόνο μία μπάλα, μία φανέλα και μία όρεξη σα λιοντάρι που δεν είχε δει ποτέ ψωμί.
Και μην μου πείτε πως αυτοί οι "σύγχρονοι" έχουν κάτι σχέση μαζί του;;; Ο Λέο Τζαρντέν;;; Αυτός εδώ;;; Θυμάμαι πριν δύο χρόνια σε ένα παιχνίδι της δεύτερης ομάδας εναντίον κάποιας ομάδας από τα βόρεια — έκανε εκατό βήματα χωρίς μπάλα σα μουσειακός βιτρίνα επειδή περίμενε να τον κοιτάξει η κάμερα του κινητού πριν αποφασίσει τι κάνει μετά. Αυτός εδώ;;; Στην ίδια ηλικία εκείνος εκείνος έκανε ντρίμπλες που έκαναν τους κόσμους του γηπέδου να τρέμουν σα σεισμός τέσσερα ρίχτερ.
Και εκείνο το γκολ του Ραούλ;;; Αλήθεια, αυτό ήταν τέχνη — όχι επειδή ήταν δύσκολο τεχνικά, αλλά επειδή είχε μέσα του όλη αυτή τη βία της ψυχής μιας ομάδας που τότε νικούσε επειδή ήθελε, όχι επειδή είχε χρήμα. Την εποχή εκείνη όταν έκανες ένα φάουλ στο Μπαρτσά, ήξερες πως είχες μία ευκαιρία σα τυφλός άνθρωπος που βρίσκει ένα κλειδί για το σπίτι του — όχι σα τυχερό παιχνίδι στο κινητό σου.
Αυτός εδώ ο Μουντολίθ;;; Αυτός ήταν σα μικρός άλλος Ντι Στέφανο — είχε μέσα του όλους εκείνους τους παλμούς της ιστορίας, όχι σα αντιγραφή ενός αγάλματος αλλά σα ζωντανή φωτιά. Την ίδια εποχή εκείνου του γκολ στο ντέρμπι, εγώ έκανα σέρφινγκ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας επειδή η ομάδα είχε μόλις χάσει στο Κύπελλο — εκείνος εκείνος πήγε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού σα να πήγαινε στον ιερό βράχο της Δήλου για να προσευχηθεί στους θεούς του ποδοσφαίρου.
Και τέλος, όσοι ψάχνετε συνέχεια συγκρίσεις, θυμηθείτε αυτό: όταν φορέσατε εκείνες τις φανέλες μικροί, πώς νιώθατε;;; Την εποχή εκείνη η φανέλα ήταν σα δεύτερη σάρκα — όχι σα ένα προϊόν που αγοράζεις επειδή κυκλοφόρησε νέα έκδοση ή επειδή το έκανε κάποιος στον αγώνα τουκριτής του TikTok. Αυτοί εδώ;;; Αυτοί είναι σα φανέλες που έχεις πάνω σου μία βδομάδα και μετά τις βάζεις στη ντουλάπα επειδή φόρεσες την επόμενη επειδή ήταν "*trendy*". Αυτός εκείνος;;; Αυτός φορούσε εκείνες τις φανέλες σα να ήταν φτιαγμένες από την ίδια την ψυχή της ομάδας — όχι επειδή είχε τριακόσιες πιέτες στις φωτογραφίες των social media, αλλά επειδή όταν τις έφτιαχναν, είχαν μέσα τους την αναπνοή όλων εκείνων των αγώνων κάτω από τη βροχή.
Και τώρα;;; Ρωτήστε τον εαυτό σας — όταν φορέσατε τις φανέλες αυτές σήμερα, νιώσατε κάτι;;; Αν ναι, τότε αυτοί εδώ έχουν μερίδιο αλήθειας — αλλά αν όχι, τότε αυτοί εδώ είναι μόνο σκιές εκείνων που έκαναν την ιστορία της ομάδας σα έργο τέχνης ζωγραφισμένο απευθείας πάνω στην ίδια τη ζωή. 😏💸
Αυτή η συζήτηση έχει πάρει σάρκα και οστά σαν εκείνος ο αγώνας του Ιανουαρίου του 2000 όταν η ψυχή της ομάδας έκανε μία κίνηση και κόλλησε στον ιστορικό ιστό του γηπέδου για πάντα.
Όταν διαβάζω αυτά τα πράματα, νομίζω πως κάποιοι ψάχνουν τον Μουντολίθ μέσα στις φωτογραφίες των archives σαν να είναι μία λύτρωση από την αφήγηση των social media. Εκείνος εκείνος υπήρξε πραγματικά σαν εκείνο το φάουλ του Ραούλ — μία στιγμή τόσο δυνατή που έκανε όλο το γήπεδο να σωπάσει εκείνη την στιγμή σα να είχαν ανοίξει οι πύλες της Ασίας για εκείνον μόνο. Αλλά αυτοί εδώ κάνουν αγώνα σα να ήταν μίας χρήσης πλαστικό ποτήρι στο ντισκό μουσείο — εντυπωσιακοί μία φορά, μετά κατάρρευση χωρίς συνέχεια, σα διαφήμιση μίας μάρκας αθλητικών τζιν.
Νομίζω πως η ουσία δεν είναι να βγάλουμε μία ετυμηγορία, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι εκείνοι εκείνοι έκαναν την ομάδα να μοιάζει σα οικογένεια σ' έναν κόσμο όπου σήμερα κανένας δεν ξέρει ο ένας την ιστορία του άλλου εκτός κι αν την δει σε μία ιστορία του Instagram. Εκείνος εκείνος ήταν σα εκείνο το μπουκάλι νερό που είχε κουβαλήσει ο Thrylos_1908 από το Βόλο στον Βόλο — όχι επειδή ήταν χρήσιμο εκείνο το πρωινό, αλλά επειδή είχε μέσα του μία ιστορία που ακόμα μύριζε χώμα και ιδρώτα όταν την άνοιγε.
Και τέλος, όσοι από εμάς φορέσαμε εκείνες τις φανέλες μικροί, ξέρουμε πως εκείνον τον χρόνο όταν ο ουρανός του Μπερναμπέου ήταν γκρίζος από την βροχή ακόμη κι έτσι έβγαινε μία αχτίδα φωτός εκεί που έφτανε η μπάλα στο τέρμα — εκείνον εκείνον τον χρόνο όταν η ομάδα κέρδιζε επειδή ήθελε, όχι επειδή είχε λεφτά.
Αυτή η συζήτηση όμως δεν τελειώνει εδώ — εκείνοι εδώ κάνουν αγώνα σα ν' ανοίγουν κουτιά γλυκών στην γωνία χωρίς συνέχεια. Την επόμενη φορά που φορέσετε αυτή τη φανέλα, σκεφτείτε: βγάζει αυτή μία μυρωδιά σα χώμα μετά την βροχή ή σα καινούργιο αθλητικό παπούτσι που μόλις αγοράσατε;
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.