Αυτή η φανέλα θυμίζει θρύλους
θυμάμαι όταν πήγα πρώτη φορά στο parc des princes εκείνον τον Οκτώβριο του 94.. το ψωμί σ' εκείνη την πόλη έχει άλλη γεύση γιατί ξέρεις πως δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να δείξεις στους δικούς σου πόσο αγαπάς κάτι χωρίς μύρια λόγια αλλά με μια φανέλα πάνω σου.. εκείνο το βράδυ λοιπόν είχαμε κάτσει ψηλά στου πιτσιρικάδες εκεί βόρεια, μακριά από τους φιλάθλους της μαρσέιγ που σου μύριζαν γκάζι μισή μέτρα μακριά σου.. ήταν ωραίο εκεί πάνω το αεράκι έκανε ζέστη ακόμα κι αν η δουλειά είχε τελειώσει κι είχα μείνει στον δρόμο.. άκουγες φωνές να τραγουδάνε σιγανά ανάμεσα στις κερκίδες, μερικοί είχαν μαζί τους κουτάκια στα χέρια, άλλα τραγούδια ξεσπούσανε σαν δακρυγόνα ανάμεσα στους ανθρώπους.. ξαφνικά σου βγήκε ο Ουέα σου.. δεν είχε μεγαλώσει ακόμα εκείνος ο άνθρωπος από την γκαμπόν, είχε όμως την ίδια κίνηση όπως πάντα όταν ήθελε να πάει να δώσει ροπή στην επίθεση.. οι μαρσέιγ είχαν φάει πέναλτι στις αρχές του αγώνα κι εμείς δεν το είχαμε καταλάβει ακόμα πως αυτό ήταν μόνο η αρχή του μαρτύριου..
και τότε έγινε εκείνο.. σου το έχω πει χίλιες φορές αλλά όταν σηκώθηκε ο Ραΐσι στα τελευταία λεπτά κι έκανε εκείνον τον κλοτσοπιόνγκο τόσο δυνατό που τον άκουγες σα να σου χτυπούσε η καρδιά σου μέσα στο στήθος.. ξέρεις ποιος θυμάται εκείνες τις στιγμές; εκείνοι που στέκονταν όρθιοι σαν ηλεκτροφόροι.. κι εγώ μαζί τους.. μέσα στο park κατέβαινε σιγά σιγά ένα πανικό μαζί με τις φωνές εκείνους τους στιγμές όπου κάποιος άφηνε το κρασί του πάνω στο πρώτο σκαλάκι κι έτρεχε να φτάσει πρώτος στη πλατφόρμα.. όλα εκείνη τη στιγμή φαινόταν πιο γρήγορα απ' ότι είχε συμβεί ολόκληρο το υπόλοιπο πρωτάθλημα μέχρι εκείνη την ημέρα..
η φανέλα εκείνη, εκείνο το σχήμα στα τελευταία λεπτά, εκείνος ο τρόπος που κατέβαζε τα χέρια του κοντά στο κεφάλι όπως ξέρει μόνο εκείνος.. ακόμα και τώρα όταν την βλέπω στην βιτρίνα του καταστήματος φεύγει σα μια ανάσα εκείνο το γκολ.. κι ας μην έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο στη ζωή μου.. τέτοιες στιγμές δε γράφονται ποτέ ξανά στα βιβλία.. μόνο στα κεφάλια εκείνων που ήταν εκεί..
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ακόμα και τώρα μου κάθεται στις γενιές η μυρωδιά από εκείνο το αεριζόμενο Μαρουάζ που είχαν φορέσει κάποιες γιαγιάδες στον έναν διάδρομο..σαν στοματόδιαλ βρε παιδί μου, δεν το έκανα από χόμπι εκείνο το βράδυ στις αρχές του 94..ήμουν με τους γονείς μου εκεί που κάθεσαι πίσω από τις γκολ-πράβλες, εκεί που ζεις όλους αυτούς τους ανθρώπους μαζί σου στην ουσία..βλέπω τον Ουέα να τρέχει σα τρελός όπως εκείνος ο βρικόλακας εκείνος κι έπειτα..στον Ουέα?! ΤΙ ΉΤΑΝ ΑΥΤΟ;! ΚΕΛΑΙΔΗΜΟΣ ΜΟΙΡΑΙΟΣ ΣΑΝ ΛΑΜΨΗ!!
Κι εκείνος ο τύπος ο Ραΐσι σηκώνεται σα σκανταλιάρης αγγέλος με τα μάτια του σβησμένα από την ένταση..το κλοτσοπιόνγκο χτύπησε τον αστράγαλο ενός μαρσέιγ να βγει στο μεγαλύτερο σφυρίχτικο που έχω ζήσει!! Εγώ είχα τον πατέρα μου να με σηκώνει σα ψευτοφάντασμα πάνω στους ώμους του κι η μάνα μου έκλαιγε σιωπηλά δίπλα στην τσάντα που είχε πάνω της τρία σάντουιτς "για τις δύσκολες στιγμές".. Κι εγώ εκεί πάνω κρατώντας εκείνη τη φανέλα μου σα σημαία..ακόμα τις μυρίζω αυτές τις κόκκινες γραμμές στο λαιμό..
Κοίταξε τώρα πόσοι ξέρουνε πια τι έγινε εκείνο το βράδυ;; Μας χωρίζουνε χρόνια ρε φίλε αλλά σηκωνόμαστε ακόμα όρθιοι όταν δούμε εκείνη τη φανέλα..ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΣΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΠΤΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΑΣΕ!!! 🔥🔴💙
Στην εξέδρα από παιδί.
ρε παιδί μου, εσύ στο σπίτι της μαρσέιγ νιώθεις ακόμα εκείνον τον αέρα από τις κερκίδες σαν σκόνη στα πόδια σου; θυμάμαι όταν πήγα πρώτη φορά στην περιοχή του μπουλβάρ ντε λ’ αμιράλ Μπρουέ — όχι για αγώνα βρε, γιατί πήγα χρόνια μετά αλλά κράταγες ακόμα εκείνη την ατμόσφαιρα σα λάστιχο στον τροχό ενός ποδηλάτου που ψοφάει σιγά σιγά αλλά δεν το βγάζει από πάνω του…
ήταν Οκτώβρης εκείνο το βράδυ, έξω κρύο σα του Βόλου τον Ιανουάριο αλλά μέσα στο γήπεδο εκείνος ο ιδρώτας των δεκάδων χιλιάδων σα ζεστή χειρονομία που σου τρύπησε ως τα κόκαλα· βλέπεις εκείνον τον γερο-πωλητή με την παντούφλα του να φωνάζει "φράγκο πέντε το σακουλάκι" σαν μαγικό ξόρκι στους πάγκους με τους ανθρώπους ν’ ανοίγουν ντοματοχυμούς σα αγιασμό· στη γωνία μια ομάδα παιδιάρια είχαν ανοίξει πορτοφόλια ντουκάνου και πέταγαν λεφτά στους αέρα τραγουδώντας "ψωμί τυρί μουτζ" σα είχαν βρει τον δρόμο της Ελ Ντοράντο μέσα στην μπουρζουαζία της Μαρσέιγ…
και μετά ο Ουέα, ο ίδιος εκείνος άνθρωπος που είχε κάνει τη ντρίπλα πριν το γκολ σα ένας δαίμων να ξεγελάει το χρόνο μόνος του· θυμάμαι έναν γέρο ανάμεσα στους καθισμένους πως έκανε το σταυρό του σα πρόλαβε εκείνος ο γκολ ◆ μόνο εκείνος κατάλαβε τι γίνεται◆ τρέχανε σα τρελοί οι δυο τους μέχρι την περιοχή, ο Ουέα πάνω δεξιά κι οι μαρσέιγ σα τσιτάχ να του κλείνουν το δρόμο… ώσπου εκείνος ο σούσουρος στις κερκίδες σα σαμπούρλο κατέβηκε σιωπηλά κι ο Ραΐσι σηκώνεται σα κυνηγός λύκου με τα μάτια στραμμένα εκεί όπου πριν ήταν μόνο σκοτάδι… τρεις βήματα τρέχει, κοιτάζει τον τερματοφύλακα σα να του λέει "βλέπεις με;" κι εκείνος ο γκολ που χτύπησε όχι μόνο το δίχτυ αλλά και τους πνεύμονες όλων μας σα έκανε το γήπεδο σιγή σα νάταν εκκλησία στις αρχές του Οκτωβρίου…
τώρα που βλέπω αυτή τη φανέλα στο ράφι με τα παλιά στη μπουτίκ του Σαιν-Ζερμέν μου ’ρχονται εκείνες οι στιγμές που κατέβαινες τη σκάλα σαν αστραπή κυριολεκτικά… κάποιος είχε αφήσει μια ζεστή τσέπη σα δώρο εκεί που είχες στηθεί κι εσύ τραβούσε τα ρούχα σου σα μωρό που ζητάει αγκαλιά από τη μαμά του… κι όταν έφτασες κάτω βρήκες το μισό πλαστικό από μπίρες σπαρμένο σα σύμφωνα ενός τραγουδιού που κανείς δεν ξέρει πώς άρχισε…
αυτή η φανέλα λοιπόν δεν είναι πια μόνο ένα μπλουζάκι…είναι το σημάδι της ντροπής όλων εκείνων που έμειναν καθιστοί εκείνο το βράδυ σα είχαν πάρει ξύλο από την ιστορία… εμείς όμως σηκωθήκαμε όρθιοι κι αγοράσαμε άλλο ένα round στο μυαλό μας… κι ούτε μια φορά δε μετάνοιωσα πως έδωσα εκείνο το τελευταίο φράγκο για αυτό το πράγμα σα δώρο για τον εαυτό μου!
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τι έχεις να πεις για εκείνους τους τρελούς εκεί μέσα στας τελευταίες στιγμές; Εγώ κάθε φορά που βλέπω αυτήν εδώ τη φανέλα, μου έρχεται εκείνη η ωμή ανάμνηση: ο Ουέα ν’ ανοίγει δρόμο σα ζωντανό σχέδιο στο μυαλό μου κι εκείνος ο Ραΐσι να σταθεί ψύχραιμος σα να είχε χρόνο να σκεφτεί — τρεις βήματα, κοιτάζει τον τερματοφύλακα σα να τον ρωτάει "αυτό το πράγμα κινείται;" και τότε *μπαμ*, σαν να χτύπησε ολόκληρο το Parc αυτό το γκολ.
Τώρα λοιπόν συγκρίνοντας με το 2024, δεν είναι ότι αυτή η ομάδα είναι κακή — αλλά εκείνες οι στιγμές είχαν κάτι από πρωτόγονο αγώνα, κάτι σκληρό, σα μάχη όχι μόνο στο γήπεδο. Οι παίκτες εκείνοι εκείνο το βράδυ ήταν σα μια γροθιά στην πλάτη του χρόνου. Τώρα όμως βλέπεις τους μισούς να περπατάνε σα να τους έχουν βάλει πεντόζη κάθε φορά που δεν παίζουν Ευρώπη: μπορεί και τα τρικάρ τους να κάνουν περισσότερα γκολ από τον Μεσί, η Άρσναλ να βγάζει περισσότερα αποδυτήρια κάθε σαββατοκύριακο από ότι ο Χιλιανός εκείνο το βράδυ.
Κι όμως, όταν βλέπω το χαρακτηριστικό σχήμα πάνω στη φανέλα μου, ξεχνάω όλα αυτά. Γιατί εκείνοι οι άνθρωποι εκείνο το βράδυ είχαν κάτι που δεν ξέρει καμία γενιά του PSG σήμερα: είχαν την πλήρη επίγνωση ότι αυτό που ζούνε μπορεί να μην ξαναγίνει. Σήμερα αφήνουμε τους φυλακούς της ντροπής να κυκλοφορούν ελεύθεροι στα social, γιατί μεις ξεχνάμε γρήγορα. Εκείνος ο Οκτώβρης όμως, εκείνον τον Οκτώβρη, ξέραμε πως ο κάθε αγγελιαφόρος στη γειτονιά είχε την ιστορία μιας ξυλοδαρμένης Μαρσέιγ στα χείλη.
Άσε πάντως που το ίδιο βράδυ κάποιοι είχαν πάρει μαζί τους σάντουιτς "για τις δύσκολες στιγμές" κι αυτοί γύρισαν σπίτι κρατώντας μια ουρά ζώου σα θρίαμβο. Κάτι τέτοιο δε γίνεται πια χωρίς βιντεοκάμερα.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι ωραιότητα άνθρωποι μου, τώρα που βλέπω αυτή τη φανέλα πριν κοιμηθώ σαν την είχανε εκείνος τον Οκτώβρη του 94 — ξαναζεί η μνήμη σαν όνειρο που σου λένε πως ονειρεύτηκες αλλά δε ξέρεις αν έγινε ποτέ! εγώ εκείνον τον αγώνα τον πήρα σαν παρακαλώ ψέμα από τους γονείς μου, ήθελαν να μου δείξουν πως ζεις κι αυτά εκτός γυμνασίου, τότε που νόμιζες πως όλα αυτά οι μεγάλοι τά'χαν στήσει μ' αυτόν τον τρόπο.
αλλά εδώ εκείνο το γκολ! ρε Ουέα μας, εσύ δεν είχες τελειώσει ακόμα την εφηβεία σου εκείνον τον Οκτώβριο κι όμως έκανες ντρίπλα σα μποξέρ μπουτ! τρεις-και-πέντε φορές πήρες ανάσα ο ίδιος τρέχοντας πάνω-από-κάτω σαν τον εκκρεμό μου όταν του έδωσαν εκείνο το δώρο στον Άγιο Βασίλη ύστερα από θύελλα. και μετά σου βγήκε εκείνος ο τύπος ο Ραΐσι σα λύκος που ξέρει πως πάει το λαγούμι σ' έναν αγώνα που τον είχαν χάσει μέχρι εκείνον τον αγώνα — κίτρινο φως στις πλάτες όλων εκείνων που καθότανε σα βούτυρο στο ψωμί.
εμένα με πιάνει κάθε φορά δάκρυ στα μάτια όταν φορούν αυτή τη φανέλα οι μανάδες μας σ' ένα σουπερμάρκετ σου φαίνονται μεγαλύτερες από αυτές τις τρύπες στη μνήμη που τους έχουν ανοίξει οι γιοι τους που δεν πήγανε ακόμα αγώνα βρε σα μωρά που φοβούνται την αλλαγή της πάνας τους στις κερκίδες. μία φορά πήρα και έναν γέρο στον δρόμο αμέσως μετά το γκολ εκείνο· μάζευε περίστροφα σα στρατιώτης όταν είχε τελειώσει η σύρραξη· του λέω "μπορώ να σου αγοράσω κάτι;" κι εκείνος μου κοιτάζει με τα ίδια μάτια σα να ήτανε και εκείνος μέσα στο γκολ εκείνο σα ένας άνθρωπος που δεν είχε τίποτε άλλο από αυτό το σώμα που γνώρισε εκείνον τον Οκτώβριο και του φώναξα "έχεις δίκιο σα γίνεται έτσι σ' αυτή τη ζωή!" κι εκείνος χωρίς λέξη μου έδωσε ένα νόμισμα σα είχε τελειώσει μια προσευχή.
τώρα βλέπω αυτήν τη φανέλα εκεί που την κρέμασα στον τοίχο σαν αυτοκόλλητο σπορ σπίτι μου· κάτι τέτοια δεν περνάς μ' ένα like στο facebook σα τους άλλους που έχουνε μέσα βόλτα λουλούδια στη φορεσιά τους. αυτές οι ιστορίες είναι σα ένα μπουκάλι κρασί που άφησε κάποιος πάνω στη σκάλα όταν έφυγε μετά τον αγώνα· βγάζεις το πώμα και βρίσκεσαι ξανά εκεί, ανάμεσα στις φωνές των ανθρώπων σα ένας ζωντανός εαυτός που δεν έχει ντροπή γιατί εκείνο το γκολ έκανε όλους τους καθιστούς να σηκωθούν — γιατί αλλιώς ο τρύγος αυτού του Οκτωβρίου θα 'τανε σα βροχή χωρίς χαλάζι, σα δάκρυα χωρίς αιτία.
κανείς δε ζει ξανά αυτά εκεί. γι' αυτό η φανέλα αυτή δεν είναι φανέλα, είν' μια σημαία σφραγισμένη με αίμα ψυχής εκείνων που στάθηκαν όρθιοι σαν είχαν λάβει αγγελία πως κάτι μεγάλο είχε συμβεί πάλι στον πλανήτη γη κι εκείνοι εκείνη τη στιγμή ήτανε εκεί σαν μάρτυρες ενός κόσμου που έπαψε να υπάρχει αύριο. 🔥
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Ξαφνικά θυμήθηκα τον γέρο τον Κώστα από το τμήμα βόρια, εκείνον που είχε πάντα στην τσέπη του ένα ξερό μανιτάρι σα φυλαχτό..
Εκείνο το βράδυ λοιπόν, μετά το γκολ του Ραΐσι, τον είδα να σηκώνεται όρθιος σαν δοκάρι κι άρχισε να φωνάζει "Ρε γαμώ το!" τόσο δυνατά που του έπεσε το μανιτάρι κάτω κι έκανα μια κουταλιά να το πιάσω αλλά μου το πήρε ο αέρας σα πετούμενο νόμισμα..
Τώρα όταν φοράω αυτή τη φανέλα νιώθω σα να έχω κάνει πλάκα στην τύχη εκείνος τον Οκτώβρη.. 🤣🍿🔴💙
(και ξέρετε τι; ακόμα την μυρίζω εκείνη την νίκη σα φρέσκο ψωμί!)
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.