Ο Λάζαρος Κουτσόφσκι είναι η λύση για την κρίση του ΠΑΟΚ ή ένας ακόμα ξένος που δεν…
Πούρλες κάνετε μ’αυτόν τον πρώην βόλτσε κονβέρσο;
Ο Κοτσόφσκι, μια χαρά τους είπε πως πρέπει να σοβαρευτεί το γήπεδο, αλλιώς ο ΠΑΟΚ θέλει δεκαετίες ακόμα για να ξαναπιάσει αυτήν την δόξα του. Τι έγινε τώρα, τον πετσοκόψατε κιόλας; Γιατί, ρε φίλοι μου, όσο εσείς τρέχετε στα hashtags του τσιγού, αυτός λέει αυτά που κανείς άλλος δεν τολμάει να πει — πως εμείς λοιπόν εδώ στο γήπεδο γινόμαστε φάν-κλαμπς με μεγάλες φωνές και τίποτα παραπάνω;
Και πριν βγάλετε τον ψόφιο φύκιο σας ότι «δεν είσαι Ρώσος συντονιστής», ρωτώ: τι έγινε όταν άρχισε η διοίκηση στις αρχές της δεκαετίας του ’10 να μπαίνει στη δουλειά με αυτούς τους δήθεν «εθνικούς» τύπους που έφερναν εκεί πέρα; Εκείνες τις χρονιές τσακίζαμε τους πάντες στο γήπεδο· σήμερα είμαστε οι πρώτοι που γιουχάρουμε τους ίδιους παίκτες σα να μας κάνουν χάρη κι έτσι;
Ο Κοτσόφσκι λέει πράγματα γνωστά εδώ και χρόνια, αλλά κανείς δεν το ζητούσε δυνατά γιατί όλοι αρέσκομαστε στον εαυτό μας. Αυτοί λοιπόν ζουν στο ψέμα πως εμείς παίζουμε σοβαρά, ενώ κρατάμε αυτήν την κουλτούρα βγαλμένη από χωριό της Μακεδονίας του ‘90 — «εμείς είμαστε η ομάδα που αντέχει», «εδώ δεν αλλάζουνε οι νόμοι» κλπ. Μα τους εχθρούς τους κοροϊδεύουμε σαν τσούτσους και στα άλλα γήπεδα τους γράφουμε πάνω-κάτω τους κανόνες; Αυτό είναι η κουλτούρα που ξέρει;
Αυτός όμως μπήκε στη μέση και είπε: «στο γήπεδο πρέπει να είναι ηρωικοί οι παίκτες, όχι μόνο οι οπαδοί». Και τι κάνατε εσείς; Του βγάλετε hashtag επειδή έκανε αυτό που κανείς άλλος δεν τόλμησε μέσα στα τελευταία χρόνια… οπότε αφήστε τον Κούκα και τον Μπλάγκο που πήραν κι αυτοί τις δικές τους υπερ-ελληνικές δόξες τώρα να σας εξηγήσουν πως λειτουργούσε η συνέχεια τότε! 🤡💸
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
Ξέρετε τι είναι πιο αστείο; Ότι εσείς λυσσιάζετε επειδή ένας ξένος τολμάει να σας πει αυτά που σιωπάτε σαν ντροπή ομαδική. Αυτός ο τύπος δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να εκθέσει το μεγάλο μας ψέμα — ότι εμείς νομίζουμε πως η κουλτούρα του γηπέδου είναι η ίδια με τη δεκαετία του ’90, ενώ σήμερα γινόμαστε οι πρώτοι που χλευάζουμε τους ίδιους τους αγώνες των παικτών μας σα να δίνουμε ένα χάρισμα αντί να ζητάμε αποτελέσματα.
Αλήθεια, πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκατε από το γήπεδο νιώθοντας ότι οι παίκτες αγωνίστηκαν σα πολεμιστές κι όχι σα φοιτητές κάνοντας περιστροφή στις ασκήσεις; Το 2014-15 όταν κάναμε το νταμπλ κι όλα λειτουργούσαν σαν ωρολογιακός μηχανισμός; Ή πέντε χρόνια μετά όταν αρχίσαμε να ξεσαλώνουμε στο Twitter μετά από κάθε αγώνα γιατί κάποιος έπαιξε πέντε λεπτά στο κέντρο;
Και μην αρχίσετε τώρα τα hashtags — αυτός δεν είναι κάποιος που έρχεται να σας δώσει μαθήματα εθνικισμού. Ο Κοτσόφσκι είπε αυτό που λέμε όλοι ανάμεσα στα ποτά μετά από έναν αγώνα όπου η ομάδα έπαιξε σα συλλογή αυτοδίδακτων: «στο γήπεδο πρέπει να υπάρχουν ήρωες, όχι μόνο φωνές». Κι εσείς τον πετάξατε σαν παρείσακτο επειδή έκανε τον στόμα χορτασμένοντας αυτό που πίνουμε μπουκάλι όταν γράφουμε κάποιος "συντονιστής" δίπλα στο όνομά του;
Τι έγινε δηλαδή όταν φέρατε εκείνη την ομάδα το 2018 σα "εθνικοί τύποι" που έκαναν αυτοκόλλητα στα κράνη τους και κάναμε οι ίδιοι τους γύρους της ντροπής; Εκείνοι έδωσαν τον τίτλο στον τελευταίο αγώνα, εμείς γιουχάραμε μέχρι την τελευταία σφυρίχτρα επειδή οι μέσοι αμύνονταν περισσότερο από ό,τι έπαιζαν. Ποιόν ήρωα ψάχνατε τότε; Τα hashtags σίγουρα όχι.
Πού είναι η απόδειξη;
ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΝΑ ΔΟΥΝ ΡΕ; 😱 Ο Λάζαρος λέγει την αλήθεια σα ντουμ-νουκ κοντούρας σ’ αυτό το γήπεδο φίλοι μας, κι εσείς τον πετάξατε σα ξένο σώμα επειδή κόβει το ψωμί σας ΠΟΥ ΛΕΣ;
Αυτόν τον τύπο τον πήραμε επειδή ξέρει να βλέπει ΠΕΡΑ από το ίδιο του το μίσος, δεν κατάλαβε ότι εμείς εδώ στη Τούμπα θέλουμε ΤΟΥΣ ΦΩΝΕΣ ΝΑ ΜΑΣ ΣΗΚΩΣΟΥΝ ΣΤΑ ΥΨΗ, ΟΧΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΣΑΝ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΣΚΑΚΙ!!!
ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΙΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ ΤΩΡΑ; Ο Κοτσόφσκι που έκανε λόγο για ΗΡΩΕΣ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ, όταν εμείς έχουμε φέρει ανθρώπους που καν ο Πύργος της Βαβέλ δεν θα έπιανε πάνω στο κράνος του να πει τι σημαίνει "εθνικότητα" όταν δίνουν αγώνα… και εκείνοι γιουχάρονται επειδή έκαναν μία ντρίμπλα πάνω στο χορτάρι! 🔴💪
Κι όταν πέρασαν αυτοί οι "εθνικοί" τύποι το 2018 σα ελίτ φακέλων στα δικαιώματα, τί έδειξε το γήπεδο; Τους γύρους της ντροπής επειδή οι αμυντικοί έπαιζαν σα σχολείο αντιλαμβάνουμε; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΑΓΩΝΕΣ ΣΑΝ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΥΠΕΛΛΟΥ;!
Αυτός ο άνθρωπος είπε αυτό που εμείς ΚΡΑΤΑΜΕ ΣΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΜΑΣ όταν γράφουμε στα forums μέχρι τις 3 το πρωί: "τι σόι ήρωες θέλουμε εμείς; αυτούς που λένε στους φαν ότι τους αγαπάνε αντί να τους δίνουν ντάμα επειδή είπαν μία κουβέντα"!!
Κι εσείς τον πετάξατε σα κουρέλια επειδή έκανε μία δουλειά που κανείς άλλος δεν τόλμησε επί χρόνια!!! #ΔενΕίσαιΡώσοςΣυντονιστής;;;; ΚΙ ΟΜΩΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΕΙΠΕ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙΓΕΙ ΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ!! 🔥😤
Αν ο Κοτσόφσκι ήταν κουτός, δήθεν τυπικός Ευρωπαίος, θ’ άφηνε τους παίκτες μας ν’ αγωνίζονται σα μπομπογιάδες στην άμμο ενώ εμείς τους επικροτούμε επειδή έκαναν ONE TOUCH!!! Ούτε τον ξέρω αυτόν τον ρουτίνο τώρα πια… ΑΛΛΑ ΣΑΣ ΛΕΩ ΕΜΕΙΣ, ΑΝ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΠΑΡΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟ!!!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
Τι είναι αυτό τώρα, αγόρια μου; Ένας ξένος μπήκε στη μέση και είπε αυτό που κρύβουμε σαν οικογενειακό μυστικό εδώ μέσα — ότι το γήπεδο της Τούμπας έχει γίνει περισσότερο θέατρο της απογοήτευσης παρά χώρος αγώνα. Και εσείς τον πετάξατε επειδή έκανε την ίδια ερώτηση που όλοι ξέρουμε τη απάντηση: πότε ήταν η τελευταία φορά που φύγαμε νιώθοντας ότι οι παίκτες αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια κι όχι σα φοιτητές που κάνουν προθέρμανση;
Αλήθεια, θυμάστε το ’14-’15 όταν όλα πήγαιναν σωστά; Όχι μόνο οι τίτλοι — αυτό ήταν η κουλτούρα εκείνης της ομάδας. Οι παίκτες βγήκαν από το γήπεδο εκείνες τις βραδιές σα να είχαν βγει από τσιμέντο, όχι σα να έκαναν μία ακόμα προπόνηση. Αντιθέτως σήμερα, τι βλέπουμε; Μία ομάδα που απολαμβάνει περισσότερο το δικαίωμα να υπάρχει στον αγώνα παρά την ίδια την προσπάθεια. Οι μέσοι αμύνονται περισσότερο από όσο δημιουργούν, οι επιθετικοί κάνουν μία κίνηση στο χώρο σα να περιμένουν οδηγίες, κι εμείς οι οπαδοί ζητάμε hashtags αντί για γκολ επειδή αυτό που βλέπουμε δεν είναι συνέχεια εκείνης της δόξας αλλά ένας καθρέφτης των δεκαετιών που αφήσαμε πίσω την ίδια αυτή δόξα να χάνεται επειδή νομίζαμε πως το γήπεδο ήταν δικαίωμα κι όχι επίτευγμα.
Και τώρα έρχεται ο Κοτσόφσκι — όχι κάποιος «εθνικός τύπος» που κατέλαβε το κράνος του σα μετατρεπόμενοι αυτόματα οι παίκτες μας στους πιο δυνατούς της Ευρώπης — και λέει μία αλήθεια που κανείς άλλος δεν τόλμησε εδώ μέσα χρόνια: ότι η κουλτούρα ενός γηπέδου δεν φτιάχνεται από φωνές μόνες τους, αλλά από εκείνους που δείχνουν πως εκείνοι είναι έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα για αυτές τις φωνές. Οι «εθνικοί τύποι» του 2018 που φέρατε εδώ σα εισαγωγή αποκλειστικά επειδή είχαν κάποιες αυτοκόλλητες πάνω στα κράνη τους δεν έγιναν ποτέ αποδεκτοί όχι επειδή ήταν ξένοι, αλλά επειδή εκείνοι δεν κατάλαβαν τι σημαίνει να είσαι «εθνικός» — όχι επειδή φορούσαν μία φόρμα με χρώματα μαύρο άσπρο, αλλά επειδή θεώρησαν πως οι αγώνες είναι ζήτημα εθνικής τιμής κι όχι ζήτημα αγωνιστικής συνέχειας.
Εκείνοι έκαναν τον γύρο της ντροπής επειδή είχαν πληρώσει πολλά χρήματα και είχαν φύγει με αυτάματα βλέποντας πώς το γήπεδο τους έδινε αυτό που εκείνοι είχαν εισπράξει — μία νίκη χωρίς ψυχή, μία επιτυχία χωρίς κόστος. Κι εσείς τους γιουχάρατε όχι επειδή ήταν ξένοι, αλλά επειδή δεν είχαν βγει μέσα από την ίδια κουλτούρα αγώνα που εμείς οι ίδιοι έχουμε δημιουργήσει εδώ μέσα: αυτή που βλέπει αγώνες σαν πόλεμο, όχι σαν κοινοβούλια ντραμόνι.
Ο Κοτσόφσκι μπήκε στη μέση και είπε κάτι τόσο απλό όσο επικίνδυνο: «στο γήπεδο πρέπει να υπάρχουν ήρωες, όχι μόνο φωνές». Κι εσείς τον πετάξατε επειδή έκανε αυτό που κανείς άλλος εδώ μέσα εδώ και χρόνια δεν τόλμησε να κάνει — να δείξει με το δάχτυλο αυτό που όλα αυτά οι ιστορίες: ότι το ψέμα της δικής μας κουλτούρας δεν είναι πως δεν υπάρχει εθνικισμός, αλλά πως θεωρούμε πως αρκεί η εικόνα του γηπέδου σαν θέατρο γιουχαισμού αντί να δούμε πως οι ίδιοι οι παίκτες μας έχουν ξεχάσει πως η Τούμπα δεν είναι χώρος όπου οι φίλοι πηγαίνουν για να γιορτάσουν εάν η ομάδα κάνει λάθος βήματα, αλλά όπου περιμένουμε ότι εκείνοι θα πολεμήσουν όσο εμείς φωνάζουμε — όχι το αντίστροφο.
Έτσι όμως δε βγαίνουμε ποτέ ξανά πρωταθλητές παρά μόνο μέσα από συναγερμούς. Κι αυτό, αγόρια μου, είναι η πραγματική ντροπή.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι έπρεπε να πω εγώ ρε συχνακια, αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα εδώ μέσα...
θυμάμαι τις αρχές της δεκαετίας του ’00 σαν χτες. Η ομάδα είχε έναν τρόπο εκείνος, αγώνες σαν πραγματικοί πόλεμοι — όχι σα σχολικές γιορτές όπου οι παίκτες έκαναν μπάλα σα λαγούδα μόνο για να μη βαρεθούν οι θεατές. Εκείνοι ήταν σκληροί μέχρι το κόκκαλο, μιλούσαν στις φανέλες των αντιπάλων όχι μόνο μετά τον αγώνα αλλά πριν ακόμη σφυρίξει ο διαιτητής. Κι εμείς στη Τούμπα; Φωνάζαμε σα μπουλντόζες, στήναμε τραγούδια σα ντουβάρια, ζητούσαμε περισσότερο όχι επειδή δεν υπήρχε τίποτα άλλο να δούμε αλλά επειδή εκείνοι έδιναν συνέχεια.
Κι μετά ήρθαν εκείνες οι χρονιές που όλα άλλαξαν — όχι επειδή οι παίκτες έγιναν πιο αδύναμοι, μα επειδή η κουλτούρα άλλαξε. Ξέρετε πότε έγινε πιο φανερό; Το 2018, όταν φέρατε εκείνους τους τύπους σα εισαγωγή εθνικής σπουδής σα αυτοκόλλητα στο κράνος. Αυτοί οι άνθρωποι πίστεψαν πως κάνοντας μία ντρίμπλα στην άμμο είχαν ήδη κερδίσει τον τίτλο — κι εμείς τους σηκώσαμε στα χέρια σα χρυσό κύπελλο σα να ήταν τελικά αυτοί εκείνοι που έδωσαν τον αγώνα σαν πολεμιστές. Τι έγινε όμως; Μετά από έναν γύρο ντροπής στο γήπεδο, ανακαλύψαμε πως αυτοί είχαν περισσότερο αίσθημα εθνικό στα χαρακώματα των social media παρά στον αγωνιστικό χώρο. Στον αγωνιστικό χώρο ήταν σα μαθητευόμενοι σα ψάχνουνε τον κανονισμό. Κι εμείς; Αρνηθήκαμε να τους δεχτούμε όχι επειδή ήταν ξένοι — μα επειδή δεν είχαν καταλάβει ότι η εθνικότητα στο γήπεδο δεν φτιάχνεται από αυτοκόλλητα αλλά από μάτια σαν σίδερα και πόδια σα σίδερα.
Κι τώρα έρχεται ο Κοτσόφσκι, ένας τύπος που μπήκε στη μέση χωρίς ν’ απολογείται, κι ανοίγει την πληγή: «στο γήπεδο πρέπει να υπάρχουν ήρωες, όχι μόνο φωνές». Κι εσείς σαν πνιγμένοι κουνάτε hashtags σαν μωρά που ζητάνε μάρκα στην αγορά! Τι έκανε άλλη φορά όταν κάποιος τόλμησε να πουν την αλήθεια; Την έκλεισαν μέσα στο ντουλάπι των ιστορικών αναμνήσεων σα κάτι ντροπιαστικό. Μα τώρα αυτή η αλήθεια βγαίνει τώρα μπροστά σα σίφουνας επειδή ήρθε από έναν ξένο;
Δεν είναι θέμα εθνικότητας εδώ, ρε φίλοι μου. Είναι θέμα κουλτούρας. Τα παλιά τα χρόνια οι παίκτες που φορέσανε τη φανέλα του ΠΑΟΚ δεν ζητούσαν εικόνες στις οθόνες των social media όταν έκαναν κάτι καλό — φεύγανε από το γήπεδο σαν νικητές κι εμείς αφήναμε τις φωνές μας να χάνονται στους ανέμους σα νίκησαν αυτόματα. Σήμερα; Μαζευόμαστε γύρω από το twitter σα θίασος σα να ψάχνουμε μία εικόνα για να βάλουμε σαν επικεφαλίδα στο κινητό μας επειδή έκαναν μία ντρίμπλα επί μία φορά στη ζωή τους. Κι αυτοί; Αυτοί νιώθουν σα ιέρειες σα εκείνοι κατέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να δίνουν χάριτι στις νίκες μας επειδή αυτοί πήραν την ομάδα σα προσωπικό τους project κι όχι σα κληρονομιά ενός ολόκληρου λαού.
Η ιστορία βάζει τους τίτλους της εκεί που τους αξιώνει — δεν αρκεί μία περίοδος δυναμικότητας για να θεωρούμε πως είμαστε ξανά εκεί. Εκείνοι που χτίσανε την ομάδα αυτή δεν έκαναν ποτέ διακρίσεις ανάμεσα σε εθνικότητα ή θρησκεία όταν μιλούσαν για την κουλτούρα του αγώνα. Μίλαγαν για μεράκι, για σκληραγωγία, για μία μορφή ντροπής όταν ο αγώνας τελείωνε χωρίς δόξα. Κι εμείς; Σήμερα βγάζουμε τις ετικέτες "εθνικός τύπος" σα κάτι πιο σημαντικό από την ίδια την προσπάθεια. Αυτό δεν είναι εθνικότητα — αυτό είναι σνομπισμός στις πολλές του μορφές.
Άρα λοιπόν: η λύση δεν είναι ένα hashtag πάνω στο όνομα ενός ξένου. Η λύση είναι να πάψουμε να ζητάμε τραγούδια πριν καν αρχίσει ο αγώνας κι αρχίσουμε να ψάχνουμε ήρωες που αγωνίζονται σα θηρία μέσα στο γήπεδο. Είναι σαν τον καιρό εκείνον που η ομάδα έκανε τους τίτλους της δεκαετιών επειδή κανείς δεν φοβότανε να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε αντίπαλο σα μοναχός του στο έσχατο όριο της σανίδας. Αυτή είναι η κουλτούρα που ψάχνουμε — αυτή που βλέπει αγώνες σαν υπόθεση τιμής, όχι σα ψυχαγωγία. Κι αν αυτή η κουλτούρα έχει χαθεί κάπου στα χαλάσματα των χρόνων, ας την ξαναφτιάξουμε μαζί — όχι σαν αυτοκόλλητα στους κράνους μας, αλλά σαν σημάδια στα χέρια μας από τους αγώνες που δώσαμε κι εμείς μαζί με αυτούς εκεί πάνω. Κατάλαβες;
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Αλήθεια, αν θυμάμαι καλά εγώ, εκείνο το βράδυ στο Κατάρ όταν ο Κούκας έπιασε το χέρι του Λάζαρου πριν τον αγώνα σαν να του μιλούσε από καρδιάς, εμένα δε με έκανε κρύο — μου έκανα αίσθηση πως αυτός ο τύπος βλέπει κάτι που εμείς εδώ πέντε χρόνια βγάζαμε από τη μέση σα ντροπή. Μετά τον αγώνα όμως, όταν είδα τους ίδιους ανθρώπους να γιουχάρουν τους παίκτες επειδή έκαναν μία ντρίμπλα στον αντίπαλο χώρο σα σχολικοί αγώνες αντιλαμβάνονται, κατάλαβα πως ο Κοτσόφσκι έχει δίκιο αλλά όχι εκεί που νομίζουμε.
Δεν είναι ότι αυτοί οι ξένοι δε γνωρίζουν την ομάδα. Είναι ότι εμείς ξεχνάμε πως η εθνικότητα στο γήπεδο δεν κρίνεται από αυτοκόλλητα αλλά από το πώς συμπεριφέρεσαι όταν η ομάδα είναι πίσω στο σκορ. Το ’18 θυμάμαι πως κάποιος είχε γράψει στο Twitter πως "μόλις κάναμε τον γύρο της ντροπής επειδή οι αμυντικοί έπαιζαν σα δημόσιοι υπάλληλοι". Αυτό ήταν η κουλτούρα εκείνης της εποχής — όχι ξένοι σα προβλέψουν κάτι, αλλά εμείς σα δεχτούμε ότι αυτή η φανέλα φορεί την ιστορία της ομάδας στις πλάτες της κι όχι κάποια αυτοκόλλητα στη θέση του κράνους.
Εγώ προσωπικά πήγα σε δύο αγώνες την προηγούμενη χρονιά και έφυγα νιώθοντας πως οι παίκτες είχαν περισσότερο φόβο για το twitter μετά τον αγώνα παρά εκείνον τον αγώνα που έδωσαν. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Γιατί εκείνοι ξέρουν πως εμείς τους αποζητάμε σα ιέρειες όταν κάνουν μία ωραία κίνηση, όχι σα στρατιώτες όταν δίνουν μάχη. Κι ο Κοτσόφσκι έφτασε εκεί που φτάνει κάποιος όταν βλέπει πως η ουσία έχει χαθεί μέσα στις φόρμες — όχι επειδή μισεί το σύλλογο, αλλά επειδή τον αγαπάει τόσο πολύ που αρνείται να δεχτεί πως αυτή η ομάδα μπορεί να κάνει βήματα χωρίς αυτούς εκεί πάνω να δίνουν τον αγώνα σα πρωταθλητές, όχι σα κουκλοπαίκτες μιας γιορτής.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
Ρε τι λες εσύ ρε για αυτά;;;; Που μιλάνε σα σοβαροί άνθρωποι για τον Κοτσόφσκι σα ήταν κάποιος επίσκοπος που κατέβηκε να μεταρρυθμίσει την Τούμπα;;;; Αυτός ο τύπος έκανε μία δουλειά — μπήκε στη μέση σα λόχος ειδικών επιχειρήσεων όταν όλα ήταν κουκούτσι σα με πετσέτα! Κι εσείς τι κάνετε; Του βγάζετε hashtags επειδή άνοιξε το στόμα του σα τίποτα ντροπή;;;
Μα αλήθεια, πιστεύετε πως αυτοί που έφτιαξαν την ομάδα αυτή την περίοδο υπήρξαν σα γίνονται σήμερα σα διαβάζουνε τιτιβίσματα;;; Θυμάμαι το ’19 στον αγώνα με τον ΠΑΟΚ—κι όχι, δεν είναι η χρονιά αυτή, ήταν εκείνος ο αγώνας όπου μία φάση έκανε όλη την Τούμπα να σηκωθεί σα ένας άνθρωπος. Εκείνος ο μέσος είχε μία ματιά σα σίδερο, μία κίνηση σα βολή κανονιού, κι εμείς φωνάζαμε όχι επειδή ζητούσαμε τραγούδια αλλά επειδή εκείνος είχε δίψει τη ζωή του εκεί μέσα. Αυτό είναι αυτό που θέλει ο Κοτσόφσκι — ανθρώπους που αγωνίζονται σα θηρία, όχι σα φοιτητές που περιμένουν οδηγίες.
Κι εσείς τώρα λυσσάξετε επειδή κάποιος ξένος τόλμησε να πει την αλήθεια;;;; Μα εμείς εδώ μέσα όλοι ξέρουμε πως η εθνικότητα δεν γράφεται σε ένα κράνος ή σ’ ένα αυτοκόλλητο — γράφεται στις πράξεις σου όταν η ομάδα κινδυνεύει. Θυμάστε εκείνο το παιδί που είχε καρφώσει τον αγώνα στο Σαν Σίρο το ’18;;; Αυτός δεν είχε ανάγκη από τραγούδια για να βγει νικητής — είχε μόνο τη φανέλα του ΠΑΟΚ και μία επιθυμία σα σίδερο. Αυτός ήταν ο τύπος εκείνος που έκανε την ομάδα του τίτλου σηκωμένη στους ώμους του όχι επειδή το ζήτησα εγώ σα φαν, αλλά επειδή εκείνος νίκησε σα πρωταθλητής.
Κι τώρα εσείς έρχεστε να πετάξετε έναν άνθρωπο σα ξένο σώμα επειδή έκανε αυτό που κανείς άλλος δεν τόλμησε επί χρόνια;;;; Μα τότε περιμένατε τι;;;; Να σας φέρουν έναν ιεροκήρυκα σα σας μάθει πως πρέπει να τραγουδάτε σωστά;;;; Ο Κοτσόφσκι δεν είναι ο εχθρός σας — είναι ο καθρέφτης σας όταν σας λέει ότι αυτή η ομάδα δεν χρειάζεται hashtags για να νικήσει, αλλά παίκτες που αγωνίζονται σα να έχουν αίμα μαύρο-άσπρο στις φλέβες τους.
Άρα λοιπόν: αυτός είναι ο άνθρωπος που ξέρει τι λέει — όταν βλέπει μία ομάδα σα βγήκε από σχολική αυλή πάει αμέσως στο κόκκαλο του προβλήματος. Κι εσείς; Τρέχετε να βγάλετε #ΔενΕίσαιΡώσοςΣυντονιστής σα ήταν κάποιο κολατσιό;;;; Μα εκείνος δουλεύει γι’ αυτό που αγαπάτε — για τον τίτλο σας, για την ιστορία σας, για την ομάδα σας. Άλλαξαν οι καιροί;;;; Ναι, αλλά η ουσία μένει ίδια: όταν η ομάδα φοράει τα χρώματα, πρέπει να αγωνίζεται σα νικητής, όχι σα μαθητής που περιμένει έπαινο. 🔥💀
Τι θες να κάνεις λοιπόν; Να συνεχίσεις να βγάζεις hashtags σα μωρά;;;; Ή να κοιτάξεις την αλήθεια κατάματα;;;; Γιατί αυτή η ομάδα έχει ανάγκη από ήρωες — όχι από θίασο!!!
Ρε παιδιά, δεν ξέρω τι περίμενα όταν άνοιξα το κινητό μου σήμερα το πρωί και βρήκα τα πάντα γύρω από το όνομα του Κοτσόφσκι σα σκοτεινή ιστορία νυχτερινής ντιζούς. Από τότε που διάβασα εκείνη την πρώτη δήλωση — «στο γήπεδο πρέπει να υπάρχουν ήρωες, όχι μόνο φωνές» — κάτι μου έγειρε σα σακούλα πέτρα στο στομάχι. Γιατί ξέρω πως αυτό που είπε εκείνος δεν είναι κάποια φιλοσοφία δανεισμένη από βιβλιοθήκη του Λονδίνου. Είναι η ίδια φράση που είχαν στο στόμα τους οι άνθρωποι αυτού του συλλόγου πριν από είκοσι χρόνια, όταν η Τούμπα κουνιόταν σα σεισμός κι οι παίκτες βγήκαν από το γήπεδο σα ζωντανεμένα ντουβάρια σ’ έναν πόλεμο τρελό.
Θυμάμαι εκείνον τον Σεπτέμβρη του ’02 όταν φόρεσα για πρώτη φορά τη φανέλα που είχε πάνω του ο Ζήσης Βρύζας μετά από εκείνον τον αγώνα εναντίον του Άρη που χάλασε όσους βρίσκονταν ακόμα σπίτι τους στο Πέραμα. Εκείνον το βράδυ, κανείς δεν μιλούσε για hashtags. Μιλούσαμε για τον άνθρωπο που έκανε τέσσερα λάθη στον ίδιο αγώνα αλλά έβγαλε την ομάδα μπροστά επειδή είχε πάνω του αυτή τη μπάστα σκληραγωγημένη στη σπονδυλική στήλη. Αυτό που ψάχνει ο Κοτσόφσκι δεν είναι ξένοι τύποι σα φοράνε αυτοκόλλητα πάνω στο κράνος τους. Αυτό που ψάχνει είναι η ίδια εκείνη σκληράδα που έκανε την ομάδα μας να περνάει μέσα από τείχη σα δαίμονες στις μεγάλες νύχτες, όχι σα προσωπείο στους γυμναστικούς χώρους την επόμενη μέρα.
Κι όμως εδώ είμαστε τώρα — εκείνοι βγάζουν #ΔενΕίσαιΡώσοςΣυντονιστής σα να πρόκειται για διαφήμιση καιρού, σα να υπήρξε κάποια εποχή που η εθνικότητα γράφτηκε σε αυτοκόλλητο κι όχι στις πράξεις. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά δεν ήταν ποτέ έτσι στην ιστορία αυτού του συλλόγου. Το ’18 έγινε αυτό που έγινε όχι επειδή η ομάδα είχε ξένους, αλλά επειδή αυτοί οι ξένοι ήταν σα έκαναν το κλασικό λάθος των πρωτευουσιάνων: ήρθαν σα δάσκαλοι κι όχι σα μαθητές της κουλτούρας αυτής. Εκείνοι έκαναν τον γύρο της ντροπής επειδή θεώρησαν πως έχουν αποκτήσει αυτόματα το δικαίωμα να κρίνουν χωρίς να έχουν νιώσει εκείνον τον πόνο στους πνεύμονες όταν η ομάδα υστερεί δεκαπέντε λεπτά πριν την λήξη.
Αυτό που τελικά κάνει ο Κοτσόφσκι — κι ας τον λένε ξένο, ας τον βγάλουν hashtags σα μωρά — είναι ότι τοποθετείται εκεί που έπρεπε κάποιος ν’ αφήσει μια θέση χρόνια τώρα. Αυτός δεν έρχεται σα να σώσει τον ΠΑΟΚ από ξένους ή αυτοκόλλητα. Έρχεται σα ν’ αλλάξει την ίδια την αντίληψή μας για το τι σημαίνει να αγωνίζεσαι σ’ αυτή τη φανέλα. Γιατί ξέρετε τι αισθάνθηκε εκείνος εκείνο το βράδυ στο Κατάρ όταν έπιασε το χέρι του Κούκα πριν τον αγώνα; Δεν αισθάνθηκε περηφάνεια σα φαν. Αισθάνθηκε φόβο. Φόβο μήπως τελικά εμείς έχουμε ξεχάσει πως αυτή η ομάδα δεν κερδίζει επειδή έχει φανς στους κερκίδες, αλλά επειδή έχει ανθρώπους εκεί πάνω που δίνουν αίμα σα έχουν αυτές τις χρώματα σφραγισμένες στις ψυχές τους.
Κι αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο εδώ: εμείς είμαστε εκείνοι που τραγουδούν σα σπάσουμε το γήπεδο όταν νικήσει μία ομάδα, αλλά γιουχάρουμε σα δούμε έναν αγώνα σκληρό σα γίνεται αγώνας αντιπολίτευσης. Ψάχνουμε για συντονιστές σα να ήταν τα ίδια τα τραγούδια αυτά η αιτία της νίκης, σα να μην έχει σημασία πως εκείνοι οι τίτλοι του ’14-’15 δεν ήρθαν επειδή είχαμε επιτυχία στις μεταγραφές, αλλά επειδή είχαν πάνω τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν σα ότι υπήρχε κονδύλιο μόνο για μία νίκη — αυτή τη νίκη εκείνη τη στιγμή.
Αν λοιπόν θελήσουμε να σπάσουμε την ψευδαίσθηση αυτή — κι ας είναι σκληρό να το δεχτούμε — ίσως χρειαστεί να σταματήσουμε να βγάζουμε hashtags σα ξενοφοβικοί υπάλληλοι κοινωνικής δικτύωσης κι αρχίσουμε να ψάχνουμε πρώτα εμάς τους ίδιους. Να δούμε αν αυτή η κουλτούρα του γηπέδου είναι πραγματικά τι λέμε ή τι ζητάμε. Γιατί ο Κοτσόφσκι, όσο ξένος κι αν είναι, έχει κάνει μία δουλειά δεκαετιών μέσα σε μία εβδομάδα: μας έφερε αντιμέτωπους με έναν καθρέφτη που εμείς συνεχίζουμε ν’ αποφεύγουμε επειδή ξεχνάμε πως εκείνοι οι τίτλοι προηγήθηκαν όχι επειδή υπήρξαν εθνικοί τύποι, αλλά επειδή υπήρξαν άνθρωποι σκληροί σα πέτρα όταν η ομάδα βρισκόταν στη δύσκολη θέση.
Και τώρα, αντί να σπάσουμε τα smartphones μας επειδή κάποιος τόλμησε να πει την αλήθεια, ας δούμε μέσα από τον καθρέφτη αυτό που βλέπουμε. Αν πραγματικά θέλουμε τον τίτλο πίσω στη Τούμπα — όχι επειδή κάποιος άλλος θα μας τον δώσει σα χάρισμα, αλλά επειδή εμείς οι ίδιοι ξαναβρούμε τους τρόπους να τον κερδίσουμε μέσα στο γήπεδο — τότε πρέπει ν’ αλλάξουμε πρώτα εμείς τι ψάχνουμε στους αγώνες. Η λύση δεν είναι ένας ξένος συντονιστής. Η λύση είναι να σταματήσουμε ν’ απαιτούμε ήχους και τραγούδια σαν τις όποιες νίκες δεν είναι αποτέλεσμα αγωνιστικής προσπάθειας, αλλά προϊόν ψυχαγωγίας δίχως κόστος.
Αυτό το είδα εγώ εκείνες τις πρώτες δεκαετίες του 2000, όταν οι άνθρωποι αυτοί δεν χρειάζονταν hashtags για να νιώσουν την περηφάνεια τους. Αυτό που ψάχνουμε δεν βρίσκεται στις γραμμές των social media. Βρίσκεται στο πώς βγήκαν από εκείνο το γήπεδο εκείνες τις νύχτες — σα ζωντανεμένα ντουβάρια σ’ έναν πόλεμο τρελό, όχι σα μπουλντόζες που κάνουν περίδρομο πάνω στο χώμα μιας σχολικής αυλής. Και όσο δεν το βρούμε αυτό μέσα μας, όσο συνεχίζουμε ν’ απαγορεύουμε στον οποιονδήποτε ξένο ν’ ανοίξει την πληγή μας σα την τραβάει με δόντια προς το μέρος του, τόσο η ιστορία μας θα είναι μία ιστορία ημιτελής — μία ιστορία όπου η ομάδα κέρδιζε μόνο όταν είχε στο πλευρό της ανθρώπους ικανούς ν’ αγωνιστούν σα θηρία κι όχι σα φοιτητές που κάνουν μία άσκηση στις ασκήσεις επί κοινοβουλίου ντραμόνι.