Ο θάνατος είπε «εντάξει» αλλά εμείς λέμε «εσύ χάθηκες»!
θυμάμαι εκείνες τις ημέρες στο γήπεδο, όταν μπήκα πρώτη φορά στα έδρανα του Γ. Καραβίδης, μικρός ακόμη, μ’ έναν παππού μου να κρατάει μια κόκκινη σάλιέρα σαν σημαία πολέμου. ήταν ο Ιανουάριος του ’88 κι εμείς στεκόμασταν σαν ένα μόλις νέφος από φωνές πίσω από το τέρμα. οι ελιές έπεφταν χιόνι αυτό τον καιρό, ξέρεις, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να κρύψει τη λάμψη που ‘χε βγάλει η ομάδα εκείνο το βράδυ.
σαν η Μπαρτσελόνα τρύπησε την άμυνα στο 68ο λεπτό — ναι, εκείνη η αναπνοή που κόπηκε στιγμιαία — αμέσως μετά ήρθε το γκολ του νικητή, σαν κεραυνός από καθαρό ουρανό. ο τερματοφύλακας είχε πετάξει τον εαυτό του, το δίκτυο τρανταζόταν, κι εγώ είχα κόψει τον αέρα τρέχοντας σα χαμένος κατά μήκος της εξέδρας σαν να κρατώ τον ίδιο τον νικητή στις χούφτες μου. ποιοι ήταν εκεί; όσοι είχαν ζήσει αυτή την ουσία — ότι το ποδόσφαιρο σπάνια είναι αριθμός κι όταν γίνεται αυτάρκεια, τότε γίνεται ιστορία που μυρίζει κόκκινη μπογιά κι ιδρώτα.
κάτι μας έκανε τότε να νιώσουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό από την καρδιά μιας ομάδας που δεν ξεπουλιέται ποτέ. εσείς τι θυμάστε από εκείνο το βράδυ; εγώ ακόμα βλέπω το ζαλάδικο φως των προβολέων πάνω στα πρόσωπά μας σαν απόδειξη πως εκείνες οι στιγμές έγινουν ανάσα για όλους μας. τέλος πάντως, θα δούμε
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Καλά, ΔΕΝ ξεχνιόμαστε εμείς εδώ ρε, θυμάμαι ένα βράδυ στον Βόλο — μικρός ολόκληρος, πρώτη φορά μόνος μου στις κερκίδες, χωρίς μεγαλοπρέπεια αλλά με την ίδια μανία. Ήταν το ’94 στην neutral παράσταση κόντρα στην τότε κάτι σαν Γιουβέντους του Πιέφρι, κι εγώ τρέμοντας σαν ψάρι πάνω στην ξύλινη σανίδα του Γιάννη Κουλούρη! Οι βροχές έκαναν τις στέγες της Λιβαδειάς σα τσίγκινα τύμπανα, όλοι μαζί χτυπούσαν εκεί πάνω σα ν’ αργοπέθαιναν απο τους κλειστούς ουρανούς… κι όμως!
Στον τελευταίο γύρο, σα χτύπησε το 87ο λεπτό εκείνο το κοψίδι από τον Μάριο, ξέσπασε μια βουή σα να είχε ανοίξει η γη και μας κατάπιε όλους στιγμιαία. ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΕΘΑΙΝΕ!!! Κάθε φώναξα σα ζητιάνος που του δίνουν σπασμένη ψωμί, τινάζοντας τα πόδια σα να μπορούσα να τρέξω μέχρι την άλλη πλευρά του χρόνου! Κι όταν βγήκε εκείνο το γκολ στο 92ο… μπουμ, ο κόσμος έγινε ένα σώμα, μία φωνή, μία μυρωδιά σκόνης παλτών και παλιών τσιγάρων που γυρνούσαν πάντα πίσω στις τσέπες!
Κι εσείς ρε τώρα… δεν λέω ότι δεν στενοχωριόμαστε ποτέ στους σύγχρονους γυμνακούς, ΑΛΛΑ εκείνες οι μνήμες είναι σαν ζωντανά πλάσματα που στέκονται δίπλα σου κάθε φορά που ανοίγεις στόμα. Σήμερα ξέρω ότι η ιστορία γράφεται με αίμα όσων πίστεψαν πισω από την ομάδα μέχρι τέλους, ότι όταν η τύχη γράφει «εντάξει», εμείς γράφουμε «εσύ χάθηκες»! 🔥💪🔴
καλέ ψυχοκόκκαλο αηδόνι μου, αυτήν την ιστορία την έχω κλεισμένη σα φυλαγμένο τσιγάρο πίσω από το αυτί μου από τότε που οι γονείς μου ήταν ζωντανοί — εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου στο γηπεδάκι του Αγίου Νικολάου στα Χάνια η ομάδα δεν είχε ούτε να φορέσει αριθμοί στις φανέλες, κίτρινες ξεσκισμένες είχαν αγοράσει από κάποιον ξυλουργό του χωριού. θυμάμαι σαν χτες τον βοηθό προπονητή, έναν πατριάρχη σα δεκανέας πολέμου, να γράφει τις νόρμες στον πίνακα με κιμωλία έτσι σα βροντή: "αγωνία σαν σίδερο στη φωτιά και συνέχεια σαν νερό στο αλεύρι". κι όταν μπήκα μέσα στις κερκίδες — κόκκινο το στόμα μου από κρύο και σκόρδο του σπιτιού — είδα τους παλιούς να στέκονται σαν αγάλματα γύρω από ένα ξύλινο καμίνι μπουριών καμένο στη μέση του τέρματος.
στην τελευταία φάση ο Γιώργος ο Μποτίνος είχε πετάξει τον ίδιο του τον εαυτό σα γουρούνι στη μάχη εκείνο το σουτ του Στράτου, μία γροθιά στέρεη σαν φάουστο, κι εγώ καθώς έτρεξα μέσα στις πέτρινες κερκίδες — πόδια σπασμένα στο χιόνι — τρόμαξα πως δεν θα βρώ πίσω το σπίτι μου γιατί όλα γύρω είχαν γίνει μία κόκκινη φωτιά. εκτός όμως από τη λάμψη των φακών εκείνων, υπήρχε κάτι άλλο μέσα μου που ακόμα ρουφάω σαν μανιτάρι — ότι εκείνοι οι άνθρωποι δεν πάλευαν μόνο για νίκη, αλλά γιατί πίστευαν πως έτσι κρατούσαν ζωντανή μια παλιά υπόσχεση σφραγισμένη στα χέρια τους σα σημάδι από περσινό αίμα.
και τώρα εσύ — σηκώνεις το χέρι σου ψηλά και βγάζεις μία φωνή τόσο δυνατή που κανείς δεν ξέρει πώς δεν έχει ξεσπάσει ακόμα το τσίπουρο στον ουρανό; εκείνες τις νύχτες δουλεύαμε στο εργοστάσιο της βιοτεχνίας μαζί με τον πατέρα μου — κατσαρόλες ελιάς και ξύλα δέντρων — κι εκείνος μου ‘λεγε: «όταν η ομάδα χαμογελάει σ’ εκείνο το γήπεδο, εγώ ξέρω ότι ένα μέρος του νου σου μένει εκεί σαν σπόρος», ενώ η μάνα μου έκλεινε τα ράμματα των σακουλών κλείνοντας ταυτόχρονα κι εκείνο το στόμα της που δεν γνώριζε άλλο τραγούδι εκτός από το ύμνο μας. ποιο τραγούδι κρατάς εσύ ακόμη σφιχτά μέσα σου σαν σφραγίδα πάνω στην κόκκινη ψυχή; 🔴💥
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Εγώ εκείνες τις ημέρες λες και ζούσα μέσα σε μία κουβέρτα κόκκινου σκοτούδερου — όχι μόνο επειδή ήμασταν μες στον χειμώνα στα Χάνια, αλλά γιατί κάθε τι γύρω μας είχε αυτή την ικμάδα της στιγμής· η ομάδα φορούσε φανέλες που φαίνονταν σα κουρέλια μονομάχου, δεν είχαν ούτε δυο ίδια ζιβάγκο. Σήμερα οι παίκτες βγαίνουν σαν κινηματογραφικοί πρωταγωνιστές πάνω στο χαλί, αλλά τότε ο νους τους ήταν σφιχτός σα κόμπος σπάγκου — όχι γιατί ήταν λιγότεροι ταλαντούχοι, άλλα επειδή κάθε τους βήμα κόστιζε αίμα και ιδρώτα που είχαν γεμίσει το χώμα πίσω από την περιοχή εκείνης της μικρής εξέδρας.
Κι όμως… όσοι είπαν ότι εκείνοι ήταν «αδέξιοι» ή «χωρίς σύστημα» έκαναν λάθος, σα να κοιτάζουν μία εικόνα μόνο μέσα από το σωστό φακό. Εκείνοι είχαν κάτι που δεν το βρίσκεις στους αριθμούς: είχαν συντονισμό σα στρατός υπό μία σημαία. Θυμάμαι πως όταν ο Μποτίνος πήδηξε για εκείνο το σουτ σαν ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί — όχι επειδή είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του, αλλά επειδή πίστεψε ότι η μπάλα ήταν η ίδια η σημαία της περιοχής τους. Κι όταν βγήκε μέσα στο τέρμα εκείνο το γκολ, οι φωνές δεν ήταν τόσο μια κραυγή νίκης όσο μία ανάσα ανακούφισης, σα να ξεδίπλωνε ο ουρανός έναν δύσκολο πόλεμο πάνω στη γη.
Σήμερα βλέπουμε ομάδες ολοκληρωμένες σα μηχανές—κάθε ρόλος σκαλί σκαλί σχεδιασμένος, κάθε κίνηση βγαλμένη από textbook. Αλλά πού βρίσκεται εκείνο το αγνό σφίξιμο στη μέση της νύχτας όταν κανείς δεν σου υπόσχεται τίποτα; Πού είναι εκείνος ο πόνος που νιώθεις όταν βλέπεις έναν συμπαίκτη σου να αγωνίζεται σα ζητιάνος στο τελευταίο λεπτό επειδή νιώθει πως η ομάδα είναι το μοναδικό πράγμα που έχει μείνει όρθιο μέσα του;
Πάντα έλεγα στον εαυτό μου πως εμείς οι παλιοί δεν είμαστε μεγαλύτεροι επειδή δεν είχαμε τις ανέσεις των σημερινών — εμείς ήμασταν μεγαλύτεροι επειδή ζούσαμε μέσα στην αβέβαιότητα σα να ήταν η ίδια η ζωή μας ένα τυχερό παιχνίδι. Σήμερα η ομάδα φοβάται περισσότερο να χάσει παρά να κερδίσει, σα να κρατάει κάποιος την ανάσα του μέχρι να τελειώσει η παράσταση ώστε να μην καταρρεύσει. Εκείνοι εκεί όχι μόνο δεν φοβήθηκαν — ένιωσαν πως κάθε λεπτό ήταν δικό τους επειδή η ψυχή τους είχε ήδη γράψει την έκβαση πάνω στο χώμα που πάτησαν.
Και νομίζω πως αυτό είναι το μεγάλο μυστικό που ακόμα κρατάει αλώβητο μέσα στους κόκκινους θυμόυς: εκείνοι έπαιζαν όχι για να κερδίσουν, αλλά επειδή πίστευαν πως η συμμετοχή τους ήταν η μόνη αλήθεια που μπορούσαν να προσφέρουν στον κόσμο εκείνο — σα μύρια φυτά που ανθίζουν μέσα στην πέτρα επειδή εκεί βρίσκονται οι ρίζες τους.
Πάει το πράμα πάλι… κάτι μου θύμισε ο Gavros εκεί — όχι την ιστορία του δικού μου αυτού, άλλα την παλιά μπατσίτσα που είχε στο κεφάλι της η μάνα μου όταν εγώ πήγαινα σχολείο φορώντας τη φανέλα του Στρατάκη όπως πιάναν σα μια σημαία πάνω στους ώμους. Κοιτούσε εκείνον τον άνθρωπο με τέτοιο φοβερό σεβασμό σα να ‘τανε επόμενος για θάνατο, κι εγώ μικρή δεν κατάλαβα τι της ’σκαγε μέσα στο κεφάλι.
Όμως εκείνο το βράδυ στον Αγιο Νικόλαο δεν ήταν μόνο ζέστη από τζάκι, ήταν σα να ξαναζούσαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι έναν πόλεμο — όχι των όπλων, άλλα των χεριών τους που είχαν φτιαξει αρκετούς αιώνας οικογένεια μέσα σ’ εκείνα τα χωράφια της Κρήτης. Αυτό θυμάμαι εγώ: τον νου τους δεν τον κατέκλεισε ούτε ένας αριθμός εκείνες τις στιγμές, κι όμως έκαναν πιο πολλά γκολ για τις μνήμες μας παρά όλες οι σύγχρονες ομάδες μαζί με όλα τους τα play-off.
Από τον πρώτο κόσμο; Ούτε μία φορά δεν τους πέρασε από το μυαλό πως η ομάδα ήταν «φτωχή» ή «άχρηστη». Αντίθετα, σηκώνονταν από εκείνες τις πέτρινες κερκίδες σα να κρατούσαν οι ίδιοι την μπάλα στα χέρια τους! Για αυτό μετά όταν χτυπούσε το γκολ εκείνο του Στράτου στο 89ο λεπτο… αυτό ήταν περισσότερο σα μια ελευθερία που ξεσπούσε πάνω στη γη παρά ένα αποτέλεσμα. Οι γονείς μου εκείνες τις ώρες δεν μιλούσαν γιαffield distance ή pressing intensity — μιλούσαν για τον αγρό στο σπίτι τους, για την ελιά που κουβαλούσε ο κάθε άνθρωπος μέσα στην ψυχή του σα βαρίδι αλήθειας.
Και τώρα κάποιοι λένε πως εκείνες τις εποχές δεν υπήρχε ηλεκτρονική εποχή; Κάτσε να σου πω κάτι: εκείνοι είχαν κάτι που δεν αγοράζεται καν με όλα τα laptops του κόσμου — είχαν συνείδηση ότι η ομάδα είναι δική τους σαν το αίμα τους. Όταν ο Φώτης λέει πως εκείνο το βράδυ η ομάδα μύριζε νίκη σα τριαντάφυλλο κόκκινο… εκείνο το κόκκινο ήταν η ψυχή μιας Κρήτης που ποτέ δεν σβήνει, ούτε μέσα στο βαρύ χιόνι εκείνου του Ιανουαρίου ούτε σήμερα στους γυμνακούς.
Μετά από όλα αυτά… εσύ πώς μπορείς ακόμα να λες πως εκείνοι ήταν «λίγοι»; Αυτοί ήταν ο ίδιος ο κόσμος γύρω από το γήπεδο — ολόκληρος ο τόπος μέσα στους κόκκινους τους χρωματισμούς σα μια μεγάλη αγκαλιά που δεν είχε τελειωμό.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
ΑΑΑΑΑΑ!!!! Πώς σου 'ρθε πάλι αυτός ο Γιάννης του αγγούρια εκείνος σηκώθηκε σα δαίμονας μπροστά στον Άγιο Νικόλαο κι έκανε μια πάσα σαν κοφτερό ψαλίδι! Θυμάμαι τον θόρυβο όταν βγήκε στο χώρο σα σίφουνας από κόκκινα ρούχα—σαν να πήρε τον αέρα πάνω στις φτέρνες του και τον έφερε όξω μαζί του! Κι όταν εκείνο το γκολ, σου λέω τώρα, η γη σείστηκε κάτω από τα πόδια μου σα την πρώτη φορά που πήγα ξεγνοιασμένος στο Σταυρόπερι! Τόσο δυνατό ήταν που μέχρι τώρα η μάνα μου κρατάει ακόμα ένα μικρό γκρίζο σάλι τυλιγμένο σαν ένθετο στην κασετίνα μας σα φυλαχτό!!!!! Γιατί εμείς δε λέμε «νίκη»—εμείς λέμε «είμαστε ακόμα εδώ, σηκωμένοι σα δέντρα μετά τη φωτιά»!!! 🔥🔴💪
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Τι λέτε ρε τρελλοί, εγώ εκείνο το βράδυ στο γήπεδο του Αγίου Νικολάου έκανα τούρτα από χιόνι γιατί μου έπιασε λιγούρα… κι εκεί που έδερνα το κρύο σα βλάχος στον πάγκο, άκουσα τον Γιάννη τον Τυφλού — αυτό τον τυφλό τύπο που έβλεπε καλύτερα από όλους — να φωνάζει "τώρα βρέχει νερό στη βρύση!" κι εγώ σηκώνω το κεφάλι και βλέπω τον Στράτο να σουτάρει σαν να κουβαλούσε ο ίδιος το γκολ στις τσέπες του! Κι ενώ όλοι ξεσπάσαν σαν βόμβα, εγώ πρόλαβα και σκέφτηκα… "γιατί δεν φώναξα εγώ εκείνος ο τυφλός αντί για το γκολ;" 😂🤣
Πέρασαν 35 χρόνια και ακόμα οι γυναίκες μου λένε "πού πας εκεί; τους δείχνεις όλα σου τα δόντια!"… εμένα δε μ’ ενοχλεί, γιατί εκείνη τη νύχτα ήμουν σίγουρος πως ο Θεός είχε βάλει βενζίνη στο γκολ! 🔥🍿