Από το Δημοτικό ως την Ευρώπη
κανείς δεν πήγαινε στον Σπύρο Λιβανό γιατί εκεί ήταν μονοπάτι — είχε τρία χιλιόμετρα χωρίς φώς στους αχυρώνες του χωριού. αλήθεια σου λέω, θυμάμαι μέχρι σήμερα πως έκανα κουτουλήματα εκεί πέρα σα δεκατριάρης, κρατώντας δυο σουφλέδες σφιχτά στην μασχάλη μου, πάντα τις ίδιες τις Κυριακές· τότε λες ξεχνιόταν πως η ομάδα έπαιζε β ερασιτεχνική. εκεί κάτω στις πλαγιές του Αρμενίου, όταν τον Οκτώβρη έδιναν την πρώτη νίκη και η γη αχούσε ψωμί ακόμα, εκεί γινόσουν πιστός μια και καλή.
για να μην πω πως μιας φοράς — πρώτη φορά στο μεγάλο γήπεδο του Ηρακλείου, το 89 ανάμεσα στις σχολές, στάθηκα στιν κερκίδα που τρίζει όσο οι πόρτες του σπιτιού μου όταν ξεχνάς το κλειδί. δυο χιλιάδες κόσμος μόνο σουφλέδες και μια φωνή που θύμιζε τους γλόμους εκεί στους αγρούς· τότε είπες μέσα σου πως αυτό είναι σπίτι κι όχι γήπεδο. και η ομάδα πήρε το πρωτάθλημα της Β εθνικής, και γελούσαμε σα μωρά ενώ η πόλη ξεχείλιζε σα νερό σε γλάστρα.
τέλος πάντως, θα δούμε
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Μα αλήθεια ρε;;;; Ξέχασα που βρίσκομαι τώρα;;;;
Εγώ στην κηπούλα του Τζουμέρκα;;;; εκεί που η μάνα μου κράταγε ένα κουβά με λουκουμάδες και εγώ έτρεχα σα χαμένος μαζί με τρία δεκαπεντάχρονα της γειτονιάς να δούμε τον Μαγγίνο να σουτάρει σα δαίμονας;;;;;
Θυμάμαι το κόκκινο χαλί από τις σημαίες στον δρόμο προς την πόλη όταν μας πήραν την άνοδο;;;; τρία μίλια σχεδόν κόσμος σαν ζητιάνοι μπροστά στο φορτηγό που σήκωνε τα δάκρυα εκείνων των παιδιών;;;;;
Κι ο παλμος;;;; όταν ο Απαράβης βγήκε μετά το λάθος του κι έκανε τον γύρο του γηπέδου;;;; εμείς όλοι εκεί πιάστουμε από τους ώμους ο ένας τον άλλον σα μια αλυσίδα;;;; η καρδιά χτυπούσε σα ντουφεκιά;;;;;
Κάτσε;;;; γιατί εσύ μιλάς για γήπεδο;;;; το γήπεδο είναι εκεί όπου θυσιάζουμε ακόμη και το τελευταίο μας εισιτήριο;;;;; ρε;;;; γι'αυτό φτάνει εδώ;;;; η ομάδα πάλι εκεί πάνω;;;; αφήστε τους αγώνες;;;;;;;;;;
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
τι φαντάζομαι τώρα ρε συντρόφους... εκεί που στέκεσαι στον δρόμο προς τον αρχαίο Λύκαιο κι ακούς την κουβέντα των γερόντων για τους Πισατούς που έπαιζαν μπάλα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος του Κορινθιακού — κι εσύ μέσα στους θορύβους των γαϊδαρών και του ανέμου, κρατώντας μια φρυγανιά μισοψωμένη στο χέρι σου σα σύνορο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο... αυτός ο τόπος δεν είχε μόνο γήπεδο, είχε ναό. και το γήπεδο του Μαλεβιζίου ήταν ο νεκροταφρείος των δειλών, εκεί όπου κάποιος βράδυ του ’78 ο Αρμάνδος έκανε ένα σουτ τόσο σκληρό που ξέχειλε το δίχτυ σαν στόμα αγριόχοιρου! γω κρυφά πίστευα πως εκείνος ο θόρυβος ήταν τα πνεύματα των παλικαριών που κάθονταν στις κερκίδες από τότε κι έκλαιγαν κρυφά από περηφάνια. κι όταν τον δρόμο του νοσοκομείου τον έκλεισαν για τον αγώνα με την ΑΕΚ και εμείς μπήκαμε ανάμεσα στις μπουγάδες των γειτόνων σαν στρατός σκιών... ο κόσμος είχε φέρει κρέατα ζεστά ακόμα, ψωμί φούρνου, κι έναν παππού που τραγουδούσε σα σαμαρίτης της Μαριούπολης: "η ΟΦΗ στις καρδιές μας..." κι ενώ η κρατούμενη ομάδα πήγαινε νικηφόρα στην έδρα της άλλης... εκεί στο τέλος όλοι ξέρουμε τι έγινε. μία φωνή σηκώθηκε σα μαντεία κι είπε "σβήστε τα φώτα των σπιτιών σας, αφήστε μόνο την ομάδα να περνά"... κι έτσι κάναμε. σα νάτανε βράδυ γιορτής του ήλιου. μην μου πεις τώρα πως αυτοί οι άνθρωποι πηγαίνανε εκεί για κανονικό τσάι... αυτοί πήγαιναν γιατί εκεί ήταν το αίμα τους πιο ζεστό κι ο κόσμος τους πιο αληθινός. όχι γήπεδο λοιπόν — ωραιοποιημένοι σκόρπιοι αριθμούλες είναι τα γήπεδα σήμερα. εκεί υπήρχε θύμηση ζωντανή, όπως ο καφές το πρωί που μόλις ανοίγεις την πόρτα και μυρίζει όλα τα χωριά μαζί σου... συμφωνείς;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ω χμ, νομίζω πως τώρα βρέθηκα στη μέση μιας κουβέντας ανάμεσα σε εκείνους που κατάπιαν την ψυχή τους γήπεδο σαν ζάχαρη και αυτούς που ακόμα την γεύονται σα φλόγα...
Φαντάσου λοιπόν τον Φотиάκη τότε — αυτό το γκολάντρο μπουφανόχρωμο σα της μάνας μου τα φύλλα όταν στέλνει πρώιμα στον φούρνο — να σηκώνει μια σουφλέντάρα σα σημαία πάνω από το κεφάλι του κάθε Κυριακή, ενώ τριγύρω οι πλαγιές του Αρμενίου μυρίζουν θυμάρι κι ο Τάφος αρχίζει κι αυτός να σου γνέφει σα γείτονας. Σήμερα η ίδια ομάδα πάει ξημέρωμα στην Ευρώπη σαν σπουδασμένη, όχι σαν τρομάρα· οι παίκτες φορούν κορδόνια αλουμινόχαρτο στις μπότες τους και ζητούν δάνειο στο τέλος του γηπέδου. Μα η γεύση; Εκείνη η πρώτη γεύση της νίκης στη Β’, όταν ο κόσμος ξεχείλιζε σαν αχυρώνας την ημέρα της γιορτής — αυτή δεν φτιάχτηκε ποτέ πάλι από νερό.
Κι ο Γκίκα στο Τζουμέρκα — εκεί όπου οι λουκουμάδες μύριζαν γάλα καμένου ζάχαρου — φώναζε "πάλι σουτάρετε σα χρυσές γυναίκες!" στους συμπαίχτες του. Σήμερα οι νέοι του γηπέδου κάνουν τζόγους ανάμεσα στις σειρές σα φοιτητές την ημέρα των ανακοινώσεων. Τότε η ομάδα ήταν μια φάρα φίλων που χώραγε ακόμα μέσα στη θέση του σταδίου σα αχλάδι στην τσέπη· τώρα χωράει σα μεγάλος άνθρωπος μέσα στο πλήθος — εντυπωσιακό, μα πιο κρύο.
Κι αυτοί εκεί πάνω στον Λύκαιο που έκαναν γνώμο τις ιστορίες των γερόντων σα βιβλίο των ημερών — σήμερα οι ιστορίες αυτές βρίσκονται στις ετικέτες των μπουκαλιών του κρασιού μας. Οι παλαιοί πήγαιναν γιατί πίστευαν πως εκείνοι οι δρόμοι φτιάχτηκαν για μια ομάδα, όχι η ομάδα για αυτούς· οι νέοι εδώ πάνε διότι κάποιος τους έδωσε το εισιτήριο σα δώρο γενεθλίων. Εκείνος ο κόσμος έκανε τους δρόμους τους δικούς του· αυτός εδώ ψάχνει τις εικόνες στους όμοιους του στα social.
Μην γελιόμαστε — η ομάδα σήμερα είναι πιο οργανωμένη από εκείνες τις ομάδες που έπαιζαν μπάλα στα χωράφια πριν μερικά φύλλα. Μα εκείνοι εκεί πάνω έκαναν τρεις ώρες πεζοί κρατώντας σουφλέδες σα όπλα, ενώ αυτοί εδώ μέσα σε μισή ώρα γράφουν hashtag "η ΟΦΗ είναι αιώνια". Αυτό είναι το πραγματικό ντέρμπυ: ποιοι αγαπούν περισσότερο — αυτοί που ξέρουν πως η νίκη σπάνια κάνει γλυκόκολλα για όλους, ή αυτοί που νόμιζαν πως οι αγώνες υπήρχαν μόνο για να φωτίζουν τις τις αρχές των ιδιοκτητών;
Σώπα όμως — ας μην κλαιγόμαστε. Απλά θυμήσου πόσες φορές εσύ έτριβες εκεί κάτω την μύτη σου στη στεγνή θερινή μπουκιά του Οκτώβρη θυμάσαι; Εκείνο εκεί ήταν φωτιά σα δική σου ψυχή· σήμερα ψήνουμε σα ηλεκτρικό πιάτο. Την ίδια δουλειά κάνουν — μιας στις χίλιες φορά θέλει τύχη να βγάλεις αυτό το σούβλα σωστό. Μα εκείνοι εκεί πάνω το έκαναν επειδή έτσι έπρεπε· αυτοί εδώ επειδή έτσι τους είπαν. Η διαφορά είναι ασήκωτη όσο ένας σουφλές μέσα στη νύχτα.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
ρε μαχαίρια παλιότερα στον αέρα δεν μπορούσες να δεις τίποτα από τους σουφλέδες — εκεί πέρα όλοι είχαν ανοιχτή την ψυχή σα γλάστρα με νερό όταν δέχεται τον ήλιο πρωινό. εγώ θυμάμαι από τις αρχές των ντου γιατί εκεί είχα πιάσει δουλειά ηλεκτρολόγος κι έπρεπε να βγω νωρίς από το σπίτι μπας και κόψω δρόμο μέσα στη βροχή για το Τζουμέρκα. μια φορά λοιπόν, πριν κάτσει καλά η ομάδα στο γήπεδο (ήταν ακόμα ξύλινα τα σκαλοπάτια στις κερκίδες), βρέθηκα ανάμεσα σε γέρους που μασούσαν φιστίκια ακατέργαστα κι έλεγαν πως το '63 εκεί στον αγώνα με τον Πιερικό η μπάλα είχε σπάσει δυο τζάμια στο χωριό επειδή ήταν τόσο δυνατός ο αγώνας που έφυγε σα σίφουνας. εγώ τότε σα δεκαοχτάχρονος έκανα χρέη μπουκαλάδικα στο γήπεδο — σήκωνα μπουκάλια γάλα δεκαλίτρα σα άχυρο, αλλά εκεί που ο κόσμος άρχισε να τραγουδά σα μια καρδιά μαζί, ξέχασα όλες τις μπουκάλες κι έγινα κι εγώ σουφλές πάνω στα χέρια των άλλων. μην μου λες πως σήμερα είναι ίδιο — εκείνοι εκεί πάνω έκαναν πράγματα χωρίς hashtag, χωρίς ρετουσαρισμένες φωτογραφίες, μόνο με τις φωνές τους σφιχτές σα κόμπος στα χέρια της μάνας όταν σφίγγει το μωρό. εκείνο εκεί ήταν σπίτι, όχι γήπεδο· κι όταν η ομάδα πήρε την άνοδο σα βουνοκορφή τότε ξέραμε όλοι πως αυτά τα πόδια που έκαναν τον γύρο του γηπέδου ήταν ίδια εκείνα που κουβαλούσαν τη ζωή ολόκληρη στους ώμους τους πριν καν αρχίσει ο αγώνας. η τύχη λοιπόν; παιδιά μου, εκείνος ο Οκτώβρης του ’88 είχε τόσο δυνατό ψύλλο στη μύτη όλων που ακόμα και οι μύγες είχαν κλείσει τις πτέρυγές τους σιωπηλά. και σήμερα; σήμερα η ΟΦΗ πάει στην Ευρώπη σα μοναχοπούλα που ξέρει τον δρόμο της — αλλά εμένα εκείνες οι νύχτες μου λείπουν όσο λείπει ο καφές που μόλις πήρα μαζί σου ενώ καθόμαστε σα παλιά φορές στα σκαλοπάτια της εκκλησίας του Αγίου Μηνά. τι σχέση έχει η οργανωμένη ομάδα σήμερα με εκείνη την αγωνία των γερόντων που έπαιζαν μπάλα για να ξεχάσουν τους σεισμούς του ’77; δεν έχουν σχέση γιατί εκείνοι εκεί έκαναν τη νίκη σαν αίσθηση ζεστή μέσα τους, όχι σαν τίτλο στη βιτρίνα. ας μην παραπονιόμαστε λοιπόν — μόνο ας κρατήσουμε την ανάσα μας όταν βγουν οι παίκτες εκεί πέρα σα εκείνον τον Οκτώβρη που ξέραμε πως πίσω από κάθε σουφλέ υπήρχε μια ιστορία μεγαλύτερη από τον ίδιο τον αγώνα. εκείνο εκεί ήταν αγώνας ψυχής, σήμερα είναι αγώνας τίτλων. ποιος είναι πιο σημαντικός; εμένα εκείνες τις φωνές μου λείπουν σαν τον πρώτο μου γιό· τα χρυσά μετάλλια είναι ωραία, μα δεν χωράνε στην ψυχή σα σουφλέ μέρα Κυριακή.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Τι στο καλό πάει αυτό εκεί πέρα;;; εγώ χτες ξύπνησα και βρήκα τη μάνα μου να ζητάει την "ευρωπαϊκή πρόκριση" της ΟΦΗ στο τραπέζι σα ψωμί φρέσκο — ενώ εμένα το μόνο που μου πήγε σπίτι ήταν μία μπουκιά σουφλέ σα χάλκινο μετάλλιο ζεστό!
Θυμάμαι πριν χρόνια στον Παλαιόστανι, εκεί που η ομάδα μας έπαιζε σα φαντάσματα κι ο κόσμος τραγουδούσε σα πνιγμένος από πνευματικά ωφέλματα: είχαμε μία κορώνα για εισιτήριο, δύο δεκάρες στον Τάσσο για σουφλέ κι έναν παππού που έκανε γκάζι στους κριτές λέγοντας "αδέρφια μου, αυτή η ομάδα παίζει σα στραβός σκόρπιος πίσω από το βουνό". Εκεί λοιπόν, όσοι είχαν εισιτήριο μπήκαν ανάμεσα στους πέτρινους τοίχους σα ζητιάνοι μενού — κι όταν ο τερματοφύλακας έκρουσε την μπάλα σα σφαίρα του Μαρίνο όταν είχε μεθύσει, εγώ πίστεψα πως αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έβλεπα στη ζωή μου... μέχρι που βγήκα ζωντανός και βρήκα τον άνθρωπο που μου έφαγε την μπουκιά μου!
Μέχρι σήμερα αυτός ο άνθρωπος είναι ο μοναδικός στην Ελλάδα που του πέρασε η ψυχή του ραντεβού επειδή έκλεψε τον τελευταίο σουφλέ μου. Κι όταν τον ξανάφερα στη ζωή πάλι (σχεδόν νεκρό, σα ψάρι σε σουβλάκι), μου είπε σοβαρά: "ρε παιδί μου, εκείνο ήταν τόσο δυνατό σουτ που ακόμα κυλάει μέσα μου..." 🤣🍿
Λοιπόν ρε συντρόφους... κρατήστε τις σουφλέδες σας καλύτερα — επειδή την επόμενη φορά που η ΟΦΗ πάει εκτός έδρας, μπορεί κι ο τερματοφύλακας να χρειαστεί να κάνει κουτουλήματα για σουφλέδες κι εμείς εδώ πάνω στις κερκίδες να ξεχνάμε ότι υπάρχει Ευρώπη! 😂