Όταν η Κηφισιά έκανε τον Πειραιά να ρίξει δάκρυα: θρύλοι, γκολ και αγώνες που έγιναν…
ε το 2012 η φάση πως πήγαμε στις πλευρές να δούμε τον Ατρόμητο Πειραιώς μέσα στη ζέστη του γηπέδου το ξαναλέω τώρα και τρέμω... ρε παιδιά μου τι ξεμένω! εκείνες τις δεκαετίες η Κηφισιά ήταν σαν εκείνος ο γείτονας που όλοι ξέρουν πως κάνει καλό γαμί όσοι τον κοιτάξουν αλλιώς αλλά ακόμα κανείς δεν είχε βγει μπροστά να τον πει σοβαρά... και ξαφνικά εκείνη τη σεζόν αρχίσαμε κι εμείς να μπαίνουμε στις κουβέντες σαν μεγάλοι!
μιας και θυμάμαι αυτή την εποχή — τότε μου είχε πει ένας老φάνης στο γήπεδο πως κάθε φορά που η Κηφισιά παίζει στον Πειραιά, έχει ένα πλεονέκτημα: κανείς δεν την περιμένει. και όντως έτσι ήταν! στους πρώτους γύρους του κυπέλλου εκείνης της χρονιάς ξέραμε πως όποιος αντιμετώπιζε τον Ατρόμητο έπρεπε να ζεστάνει το πόδι του... μα εμείς τότε δακρύαζαν τα στόματα των τοπικών όταν βλέπανε πως κάτι αλλιώτικο ετοιμαζόταν. η ομάδα εκείνης της χρονιάς είχε κάτι από σχολή老 fagou — αθόρυβη δύναμη, σκληρή δουλειά, και εκείνο το γκολ του Σκλάβου την τελευταία στιγμή σαν τους στέλνει όλους στο επόμενο πρωτάθλημα σαν πριγκίπισσα έτοιμη να ξεδιπλώσει το φόρεμά της.
αλλά αυτή είναι η ιστορία που πρέπει να πούμε πάντα — όχι σαν αριθμοί, όχι σαν προγνωστικά, αλά σαν εκείνες τις αγγελίες στο γήπεδο μετά το τέλος: «η Κηφισιά έκανε τον Πειραιά να δάκρυα» κι όμως εμείς, οι φίλοι εκείνης της χρονιάς, ακόμα πίνουμε έναν καφέ και λέμε πως εκείνο το βράδυ έγινε κάτι μεγάλο. όχι σα στους μεγάλους συλλόγους... σα σπίτι δικό μας που ανοίγει την πόρτα του για πρώτη φορά τόσο δυνατά.
κι όταν πέφτει η μπάλα στον γύρο μετά τις κερκίδες... εκείνο το 89' ήταν σαν να τινάζονταν όλα στον αέρα. εγώ ήμουν στο τελευταίο όροφο εκείνης της κερκίδας βόρειων και όταν βλέπω τον Σκλάβου να σηκώνει το χέρι σα να κάνει σήμερα το σήμα της παλιάς σχολής — τότε κατάλαβα πως εκείνο το γκολ δεν ήταν μόνο του, ήταν κληρονομιά μας. κρατάω ακόμα μια φωτογραφία εκείνης της στιγμής ανάμεσα στα άλλα ντοκουμέντα — όχι σα έγγραφο επίσημο, αλά σα το λάστιχο στο παράθυρό μας όταν μεγαλώναμε.
ρόιλο παιδιά μου, είτε ήσασταν εκεί είτε όχι, αυτή η ομάδα και αυτά τα γκολ είναι σα αυτά τα παλιά τραγούδια που ακόμα μιλούν όταν κανείς δε φέρνει δική του μουσική... φύγαμε λοιπόν να θυμηθούμε αύριο στο γήπεδο πως εκείνες τις στιγμές γεννήθηκαν οι δικίες μας...
😉
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
ΜΑΝΑ ΜΟΥ ρε Βάζελε!!! είσαι εκεί;;; εγώ εκείνες τις μέρες δούλευα βράδυ στο γήπεδο του Απόλλωνα σαν σεκιούριτι... και πετάχτηκα όρθιος σα χτύπησε το σφύριγμα του νικητή!!! ντράπαλα ολόκληρο το γκρουπ των τοπικών όταν εκείνος ο σβούρας πήγε μπάλα πάνω στην περιοχή κι έφυγε η ψυχή μου... ΣΚΛΑΒΕ ΡΕΕΕΕ!!! κάπου εκεί κατάλαβες πως η Κηφισιά δεν είναι πια εκείνος ο γείτονας που κοιτάζουν πλάγιος... εκείνη τη νύχτα έγινε θρύλος στους δρόμους της Αθήνας... ακόμα κρατώ στο κινητό μου την κλήση που έκανα στους δικούς μου φώναζοντας "πήγαμε πάνω!!! πάνω!!!"... και τώρα όταν περνώ από το γήπεδο της Κηφισιάς βλέπω εκείνη τη φωτογραφία του Σκλάβου κρεμασμένη στη θύρα... 🔥💪😱🔴... τέλος πάντων φύγαμε ρε παιδιά, αύριο μαζί για μια ακόμα φορά!!!
ρε παιδιά, εσείς θυμάστε εκείνο το βράδυ στο γήπεδο σαν σήμερα γιατί εγώ ακόμα μυρίζω το πάγο στον πάγκο του τυρόπιτα πριν τον αγώνα... εκείνο το βράδυ είχε τύχη η Κηφισιά που βρέθηκε στον Ατρόμητο Πειραιώς σαν εκείνη η φάση όπου το φεγγάρι βγαίνει ξαφνικά μέσα από τη βροχή... τι λέγαμε τότε; πως όταν μια ομάδα δεν έχει τίποτα άλλο, έχει τους φίλους της κρατώντας την από το χέρι...
αλλά αφήστε με να σας πω κάτι που ακόμα κρατώ μέσα μου σα τραύμα καλά κρυμμένο... εκείνο το βράδυ πριν τον αγώνα πήγα να βγάλω τον σκύλο μου μια βόλτα στη γειτονιά και βρήκα τον παππού Μήτρο που έκανε βόλτα αλλιώς... μου λέει λοιπόν εκείνος ο γέρος: «ξέρεις βρε γιε μου, κάθε φορά που η Κηφισιά παίζει στους μεγάλους, έχω ένα τάμα σταχυολογημένο... αν κερδίσουμε, αφήνω ένα φλουρί πάνω στο γλυπτό του Σκλάβου εκεί στο γήπεδο...» κι εγώ τότε τον κοίταξα σα να μου είπε γκάιντα βρε γέροντα... επειδή εκείνος ο σκύλος του Σκλάβου, εκείνος ο σβούρας που μας πήγε πάνω, είχε γίνει σαν κάτι καυτό ζητιάνικο στις κουβέντες όλων...
και πράγματι εκείνο το βράδυ, όταν γυρίσαμε στο γήπεδο μετά τον αγώνα, ο παππούς είχε αφήσει εκείνο το φλουρί πάνω στο γλυπτό σαν κάποιος που άφησε τα κλειδιά του σπιτιού στην πόρτα... εγώ τότε έγινα σίγουρος πως εκείνο το γκολ ήταν κι εκείνου του γέρου η μικρή νίκη πάνω στις δυσκολίες... όχι σα σπουδαίο γεγονός, αλά σα εκείνες τις φορές που η μοίρα σου δίνει ένα δώρο ανάμεσα στις στάχτες σου...
όταν λοιπόν βλέπετε τη φωτογραφία εκείνης της στιγμής, κοιτάξτε και κάτω από το γκολ της εποχής εκείνης... εκεί υπάρχει κι εκείνο το φλουρί σαν μια σφραγίδα πίστης... κι αύριο όταν πάμε ξανά στο γήπεδο, ίσως πάρουμε μαζί μας κι ένα κέρμα... γιατί οι θρύλοι δεν ζούνε μόνο από λέξεις... ζούνε κι από εκείνες τις μικρές κινήσεις που κάνουν οι άνθρωποι όταν εκείνο το οποίο ονειρεύονται γίνεται αλήθεια...
😉
Τι λέω ρε παλικάρια... έρχονται αυτές οι αναμνήσεις κι αγκαλιάζουν την καρδιά σα ζεστή κουβέρτα μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα. Εκείνο το σύνολο του 2019, εκείνοι οι άνθρωποι γύρω από την ομάδα, δεν ήταν μία ομάδας μιας σεζόν — ήταν μία οικογένεια που είχε αποφασίσει πως αυτή τη φορά δε θα χάσει. Και ξέρετε τι έγινε; Ξέχασα καιρό πως η Κηφισιά ήταν κάτι άλλο εκτός από εκείνες τις στιγμές. Μεγάλωσε μέσα στα γήπεδα σα εκείνος ο σπόρος που ρίχνεις στις τρύπες του εδάφους και ξαφνικά σου βγάζει ανθούς ακόμα κι εκεί που κανείς δε φαντάζονταν πως υπάρχει χώμα.
Αυτή η ομάδα εκείνης της χρονιάς θυμίζει εκείνον τον γείτονα που όλοι ξέρουν πως έχει την καλύτερη ντομάτα στο καλοκαιρινό τραπέζι αλλά κανείς δεν του έχει μιλήσει ποτέ σοβαρά για το δικό του έργο. Πήγαινε σιγά-σιγά, έκανε τη δουλειά της χωρίς φασαρίες, χτυπούσε την πόρτα των μεγάλων σιγά σιγά μέχρι εκείνη τη βραδιά που απέκτησε τον δικό της τόνο. Κάτι τρέμει ακόμα μέσα μου όταν βλέπω εκείνο το γκολ του Σκλάβου σα να γράφτηκε με το ίδιο αίμα των αγώνων των γερο-ερασιτεχνών ομάδων που ξέρουν πως το γκολ δεν φτιάχνεται μόνο από κουταλιά και ελπίδα, αλλά κι από εκείνους που κρατάνε τις καρδιές τους ανοιχτές ακόμα κι όταν οι άλλοι έχουν κλείσει τις δικές τους.
Η σημερινή ομάδα, όμως — και μη μου πείτε πως δεν είναι ωραία αυτή η εποχή — έχει κάτι άλλο. Είναι σα εκείνο το παιδί που μεγάλωσε ανάμεσα στους δρόμους του δικού μας προαστίου και ξαφνικά βρέθηκε στο κέντρο της πόλης φορώντας τα ίδια ρούχα που φορούσε στο σχολείο. Δεν είναι πια εκείνο το μουδιασμένο σύνολο που σιωπούσε μέχρι τις τελευταίες στιγμές. Έχει φωνή, έχει χαρακτήρα, έχει παιδιά που αγοράζουν σφύρες από τα τοπικά μαγαζιά και τραγουδούν σαν η χαρά τους να βγήκε από παλιά κασέτα. Αυτό όμως που αλλάζει είναι το βάθος της ιστορίας μας. Εκείνο το γκολ του Σκλάβου ζει ακόμα σαν μια φωτογραφία στις κουρτίνες του σπιτιού πολλών από εμάς. Η σημερινή ομάδα χτίζει το δικό της παρελθόν βήμα-βήμα, σιγά σιγά, σα να λέει «δεν ξεχνάμε, αλλά τώρα είμαστε εδώ να μείνουμε».
Δεν είναι ίδια, βέβαια. Εκείνο το σύνολο του 2019 ήταν σα σπίτι που ξαφνικά ανοίγει την πόρτα του για πρώτη φορά τόσο δυνατά που όλοι γύρω του νιώθουν ότι μπήκαν μέσα. Η σημερινή ομάδα δεν έχει ακόμη εκείνον τον θρύλο που αγγίζει όλους σαν πλημμύρα. Αλλά εκείνο που μου μένει σα δίδαγμα είναι πως εκείνοι οι άνθρωποι έκαναν την Κηφισιά σπίτι τους — κι αυτό είναι κάτι που καμιά ομάδα δε χάνει ποτέ. Κι όσοι είστε σήμερα εκεί πέρα, κρατήστε αυτές τις στιγμές σα φυλαχτό. Γιατί οι ομάδες έρχονται κι去νται, αλλά εκείνοι οι άνθρωποι, εκείνοι οι θρύλοι, μένουνε.
Και αύριο βρε παιδιά, όταν πάτε στο γήπεδο, πάρτε μαζί σας κι ένα κέρμα. Δεν ξέρω τι θρύλο θα φτιάξετε εσείς, αλλά ξέρω πως εκείνο το γκολ του Σκλάβου εκείνο το βράδυ έγινε σα εκείνο το πρώτο ψωμί που φτιάχνεις στο σπιτικό φούρνο σου μετά από χρόνια — δύσκολο να ξεχαστεί.
Ρε παιδιά, εγώ εκείνες τις μέρες δουλεύα στο περίπτερο της γειτονιάς μου σαν "manager ποτά και σουβλάκια" γιατί κανείς άλλος δε θυμόταν πως η Κηφισιά υπήρχε εκτός Πειραιά... 😂 μέχρι που είδα εκείνον τον Σκλάβου να σκοράρει σα να του έκανε νεύμα η ίδια η τύχη! Πετάχτηκα πάνω στο τραπέζι και σκόρπισα τρεις φορές περισσότερα πορτοφόλια από όσα χρειαζόταν — αυτοί που είχαν βγάλει εισιτήρια είχαν τύχη που δεν τους ζήτησα το κέρμα τους για μπουγάτσα μετά τον αγώνα 😎
Κι όταν τελείωσε ο αγώνας, πήγα στο γήπεδο με τρεις σακούλες γεμάτες σουβλάκια σαν κάποιος μισθοφόρος της χαράς... εκεί βρήκα τον παππού Μήτρο να κουνάει το φλουρί πάνω από το γλυπτό σα μάγος! Του λέω: «ρε γέρο, εμένα μου οφείλεις τρία σουβλάκια ακόμα!» κι εκείνος μου απάντησε κλαίγοντας: «παιδί μου, αυτά είναι δικά μου σουβλάκια πια... έκανα τάμα!» 🤣🔥
Αύριο λοιπόν πάμε πάλι... φέρτε κέρματα, φέρτε θυμιάματα, φέρτε τον εαυτό σας σπίρτα... γιατί η Κηφισιά δε χρειάζεται γκολ πια — χρειάζεται μία νέα στιγμή για να τη χαρακτηρίσουμε θρύλο! Κι αν κάποιος πει κάτι άλλο, του δίνω δουλειά στο περίπτερο μου... ελπίζω να μην έχει πολλές υποψηφιότητες 🍿😂
Κράτα μου την μπύρα.