Από το μικρό γήπεδο στους θρύλους
θυμάμαι εκείνο το βράδυ σαν τώρα, πριν χρόνια πολλά, όταν η Κηφισιά ακόμα αγωνιζόταν εκεί πέρα στο μικρό γήπεδο του Ανθίμου. Κάποιος είχε πάρει μια παλιά κάμερα κι έκανε ταινίτσα στο πρωτάθλημα τοπικής κατηγορίας — εγώ ήμουν εκεί, όρθιος στο πέταλο του γηπέδου, με το κρύο να μην καταλαβαίνεις ότι είναι Οκτώβρης. Κάποιος φώναξε "πρώτος αγώνας στον βιντεογράφο!" κι εγώ γέλασα μέσα στο σκοτάδι, νιώθοντας κάτι σαν υπερηφάνεια που αυτή η μικρή ομάδα βγήκε μέσα από τις στάχτες του χρόνου. τότε ήταν που είπα στον εαυτό μου: "δεν είναι ποδόσφαιρο, είναι υπόθεση αίματος".
κάπου εκεί ανάμεσα στα χρόνια κι εμείς εκείνοι οι παλαιοί της εποχής μαζεύονταν στις κερκίδες σαν οικογένεια, φωνάζαμε τους παίκτες σαν ξαδέλφια κι όταν αυτοί έκαναν ένα γκολ εκεί στον αέρα που έμοιαζε περισσότερο σπίτι από γήπεδο, όλοι μαζί τρέχαμε σαν τρελοί γύρω-γύρω σαν μικροί γιορτάζοντας σαν να κερδίσαμε κάτι μεγάλο.
τώρα σκεφτόμουντά το εκείνο το ωραίο Οκτώβριο του 2022 θυμάμαι πιο πολύ την ουρά έξω από το γήπεδο παρά το σκορ. τρεις ώρες αναμονή, παιδιά να κάνουν ουρές σαν πρώτες κυκλοφορίες ταινιών, γονείς με μπουκάλια νερό, φίλοι που είχαν φέρει αυτοκόλλητα φτιαγμένα στο χέρι, ένα ζευγάρι που ψήφιζαν τον αριθμό 11 σαν δεύτερη εθνική ομάδα τους. όταν ανοίξαμε τις πύλες κι άρχισαν οι χοροί στις κερκίδες, όταν ο αρχηγός σήκωσε το χέρι σαν βασιλιάς της γιορτής — εκείνη τη στιγμή κατάλαβες πως η Κηφισιά δεν είναι απλά ομάδα, είναι κίνημα.
ποια στιγμή σας κλέβει την καρδιά;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Γαμώτσο, βρε παιδιά!!! Την προηγούμενη Κυριακή που πήγα στο γήπεδο του Πανθρακικού, άκουγα το ραδιόφωνο πάνω στο δρόμο και εκείνο το ρεπορτάζ άρχισε να λέει για την Κηφισιά στο 3-1 βεβαίως!!! Αμέσως πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου σαν τρελός — ήταν εκείνο το ματς του Οκτώβρη 2022 όταν ο εγωισμός μας μεγαλουργούσε ακόμα πιο πολύ από το γκολ του!
Εγώ ήμουν εκεί, αλλά όχι τόσο πριν το ματς όσο ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΡΑ!!! Στο δρόμο προς την κερκίδα είχαμε φτάσει στις 15 Οκτώβρη νωρίς το πρωί, 7 η ώρα ακόμα, και οι άνθρωποι έκαναν πικ νικ σαν παράδοση! Σπιτικό σάντουιτς στο χέρι, μπουκάλια νερό στην τσάντα και όλες αυτές οι αυτοκόλλητες που είχε φτιάξει η ξαδέλφη μου πάνω στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς... Λες κι ήμασταν όλοι συγγενείς μιας μεγάλης οικογένειας που ετοιμάζεται για γλέντι!
Κι όταν πια μπούκαμε μέσα, η ουρά έφτανε μέχρι το σούπερ μάρκετ! Εκεί δα στο πόδι της ντροπής όλους τους είδαμε — άτομα, ζευγάρια, οικογενειών με μωρά στα χέρια τους... Κάποιος είχε φέρει κι ένα κίτρινο πανό "ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΙ" δακτυλογραφημένο στο Word του υπολογιστή!!! Αυτό το πράγμα είχε μπει κι από το πρωινό στις ομάδες των σχολίων!
Μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες κουνιόμασταν σαν τις μέλισσες γύρω-γύρω ψέλνοντας το τραγούδι τους, το οποίο μάλιστα δεν είχε βγει ακόμη επίσημα!!! Μας είχαν στείλει το draft μέσω ομάδας στο WhatsApp μιας και είχαμε κάνει λόγο με τον διοργανωτή πριν χρόνια... Αυτοί ήξεραν πως είμαστε η ομάδα που όλοι αγαπούν αλλά κανείς δεν πιστεύει!
Και όταν μπήκαμε και πηδήξαμε όλοι μαζί στον πρώτο χορό στις κερκίδες εκεί ακριβώς ήμουν!!! Την πρώτη στιγμή που ο αρχηγός σήκωσε το χέρι σαν τραγουδιστής συναυλίας!!! Τότε κατάλαβα!!! Δεν είναι ποδόσφαιρο μαλάκα!!! Είναι υπόθεση ψυχής!!!
Το γκολ ήταν ωραίο, ναι... αλλά όταν τελείωσε και φύγαμε όλοι μαζί αργά τη νύχτα σαν στρατιώτες νικητές κάνοντας φωνές στο τρένο για Αθήνα!!! Εκεί θυμήθηκα εκείνο το ψέμα που λέγαμε χρόνια πριν όταν κάποιος έλεγε "δεν έχουμε οπαδούς"... ΤΩΡΑ ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΑΝ!!! 🔥💪🔴😱
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
μωρέ ρε φίλοι μου, αυτά εδώ δεν είναι γκολ ούτε νίκες μόνο — είναι χρονικά μιας άλλης εποχής που πλέον φτιάχνονται βιβλία. θυμάμαι εκείνον τον Ιανουάριο του 2019 που βγήκαμε εκτός γηπέδου νωρίς επειδή μας είχαν βάλει σαν σακιά — η εθνική κατηγορία εκείνο το πρωτάθλημα ήταν σκληρό ξύλο, όχι πάλι γκολ του οποίου το περιεχόμενο μάθαινες ακόμα και στην κυριακάτικη εφημερίδα.
πηγαίναμε όμως σαν στρατιωτάκια κάθε Κυριακή, όσοι είχαμε στο αυτοκίνητο, μαζί με την μάνα του Κωστάκη που έκανε κουλούρια στο ψυγείο και έναν άλλον που είχε γεμίσει το πορτ-μπαγκάζ του με φωτάκια αυτοκινήτου για να φωτίσουμε τις σκιές στα δέντρα όταν βραδιάζει. κάναμε στάση σε ένα χωματόδρομο για να πάρουμε έναν που είχε κολλήσει στο ξέφρενο σέρβις μιας ομάδας που δεν είχε ιδέα πως υπάρχει Κηφισιά, κι όταν φτάσαμε εκεί στον αγροτικό αέρα πάνω στο λόφο ήταν ήδη σκοτάδι σαν 10 μ.μ. κι οι ομάδες έκαναν ζέσταμα κάτω από τους προβολείς σαν ταινίες εποχής.
και μετά — αλίμονο — η σέντρα, το γκολ στο τελευταίο λεπτό, ένας αγώνας που πήγε μέχρι τις κίτρινες κάρτες σαν ταινία του Λι Τάμαχορι... εκείνο το γκολ όμως μας έδωσε ζωή σαν οι τρεις χιλιάδες άνθρωποι που είχαν συγκεντρωθεί εκεί πέρα να είναι μια οικογένεια μέσα στους άγριους ανέμους της μιας νύχτας. όταν τελείωσε όλοι μαζί στο δρόμο κάναμε βόλτες σαν αυτούσιοι νικητές, κάποιος φώναζε "ξέρετε τι έγινε;" κι η μάνα του Κωστάκη είχε κάνει τόσους κουλούρες που ακόμα την είχαν στις τσάντες οι άνθρωποι τρεις μέρες μετά... αυτά είναι τα χρονικά που γράφουν ιστορία, όχι οι οδηγίες από το πάνω-κάτω του πρωταθλήματος.
Λοιπόν ρε παιδιά, εκείνο το '19 ήταν σκληρό ξύλο αλλά σαν οικογένεια. Μας είχαν βάλει σακιά αλλά γελούσαμε σαν τρελοί πριν μπει ο αγώνας - η μάνα του Κωστάκη είχε βγάλει κουλούρια τρία χέρια δεν έφταναν να τα πιάσουν. Σήμερα; Ξεχωρίζω τις κερκίδες: τότε ήταν τρεις χιλιάδες φουκαράδες που είχαν μαζευτεί από δρόμους χωματόδρομους γυμνοί ακόμη από την ιστορία, σήμερα είν’ δεκαπέντε χιλιάδες οικογένεια που φέρνει τα πιτσιρίκια της για την πρώτη φορά. Το γκολ του τελευταίου λεπτού εκείνο ήταν σαν αστραπή πάνω στο λόφο — σήκωσε τόσους ανθρώπους που δεν σηκώνονταν ούτε ο πυρετός. Τώρα πια στα γκολ όχι πια φόβος για λύσεις, αλλά φωνές που έχουν γίνει τραγούδι πριν ακόμα αρχίσει το ματς.
Εκείνο το χωριό πίσω από το γήπεδο τότε είχαν υψώσει μια σημαία με μια μύγα κεντρισμένη: "Σίγουρα ένα γκολ σίγουρα νίκη". Σήμερα βλέπου κι αρκετά αυτά τα πανό σπίτιας δουλειάς — όχι μόνο πάνω στον φράχτη, αλλά στον τοίχο του σπιτιού, στα παράθυρα τής γειτονιάς — σαν να έχει κληρονομήσει όλη η περιοχή τον ίδιο λόγο υπεράσπισης. Την ίδια αγωνία δείχνουν τόσο εκείνοι όσο κι αυτοί που δεν ήταν ποτέ εκείνη την εποχή· ίσως επειδή τότε κινδυνεύαμε σωματικά, σήμερα κινδυνεύουμε ψυχικά. Μα η ψυχή όμως είναι ίδια.
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ του 2019 που φεύγαμε αργά μαζί σαν στρατιώτες νικητές κάνοντας φωνές στο τρένο... σήμερα φεύγουμε γρηγορότερα επειδή οι δικοί μας έχουν ραντεβού αύριο πρωί στις στάσεις των λεωφορείων μ’ αυτοκόλλητα σπιτίσια. Εκείνο το γκολ ήταν η ζωή σου έδωσε δρόμο· αυτά εδώ είναι η ζωή σου έδωσε συνοικία. Δεν κερδίσαμε περισσότερα μα είναι τόσο σφιχτά τυλιγμένο το σκοινί στη λαιμό που όταν κουνηθείς το νιώθεις σα γύρω σου όλα γίνονται οικογένεια.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Τρία χρόνια μετά ακόμα ακούω τη φωνή της μάνας του Κωστάκη που σου λέει "πάρτε μερικά ακόμη, αυτά είναι φτιαγμένα με αγάπη" ενώ οι χοροί στις κερκίδες είχαν αρχίσει να φαίνονται σαν θόρυβος μακρινού πανηγυριού στο λόφο εκείνου του Ιανουαρίου. Την ίδια νύχτα, όταν καθόμασταν στο τραπέζι με πιατέλες γεμάτες κουλούρια ψάχνοντας κι ένα τσίπουρο κρυμμένο κάπου στην κουζίνα της γιαγιάς, κάποιος άνοιξε το κινητό του και έκανε ηχώ τους ήχους της μπάλας που σφύριξε τον αγώνα — όχι εκείνο το γκολ του τελευταίου λεπτού, όχι, εκείνο ήταν για άλλη στιγμή. Αυτός ο ήχος ήταν διαφορετικός: σιγανός, σαν κανείς να μην ήθελε να ξυπνήσει τη μνήμη του κρύου εκείνης της νύχτας.
Και τώρα αυτοί εδώ λένε "ξέρεις τι έγινε;" σαν να μιλάμε για νίκη πρωταθλήματος — αλλά εγώ θυμάμαι τον ήχο του ανέμου πάνω στους λόφους εκείνους μέρες πριν τους δρόμους γίνουν οικογενειακή έκταση. Την Κυριακή εκείνη βγήκαμε νωρίς επειδή δεν υπήρχε χώρος για parking κοντά στο γήπεδο, οπότε περπατήσαμε σχεδόν μια ώρα μέσα στο σκοτάδι μιας περιοχής που ακόμα δεν είχε συνηθίσει το πλήθος μιας ομάδας που δεν είχαμε ξαναδεί τόσο δυνατή. Μέχρι εκείνο το τελευταίο λεπτό όλα ήταν σιωπή — όχι τύψης, όχι απογοήτευσης, απλώς σιωπή. Ύστερα βγήκε εκείνο το σουτ από απόσταση, ένας εκείνος φωτισμός πάνω στους προβολείς σαν ο Λάκης να είχε βάλει το πόδι του εκείνη τη στιγμή πάνω στο ξύλο του γηπέδου. Τα χέρια σήκωσαν όλες τις σημαίες μαζί, οι φωνές έγιναν τραγούδι σα να είχαν βρει ξανά το λόγο τους στη ζωή.
Μετά όμως — εκείνο που με κράτησε εκείνη τη νύχτα ήταν η εικόνα της μάνας του Κωστάκη στη μία τα ξημερώματα να βγάζει ξανά κουλούρια από ένα μεγάλο πλαστικό μπολ στο πίσω μέρος ενός φαρδύ αυτοκινήτου. Κάποιοι είχαν περισσότερα ψυγεία μαζί τους από όσα είχε εκείνη, αλλά κανείς δεν είχε εκείνο το ζεστό άρωμα σπιτικών που έκαναν τα κουλούρια της οικογένειας πραγματική οικογενειακή κληρονομιά. Κι όσοι έφυγαν πρωί-πρωί είχαν πάρει πολλά ακόμη κουλούρια μαζί τους — όχι επειδή πείνασαν, αλλά επειδή ήταν σίγουροι πως θα χρειαστούν σε κάποιο άλλο γήπεδο, σε κάποιο άλλο πρωτάθλημα. Αυτό ήταν η ουσία τότε: όχι η νίκη, όχι η ιστορική αναδρομή — η βεβαιότητα πως εκείνοι οι άνθρωποι είχαν βρει κάτι πιο δυνατό από μία ομάδα.
Αλήθεια τώρα: εσείς αυτοί οι θρύλοι ποιας εποχής μιλούν; Αυτοί οι θρύλοι δεν έγιναν επειδή κερδίσαμε αγώνες, έγιναν επειδή κάθε φορά που φύγαμε από εκείνο το λόφο νιώθαμε σαν να πηγαίνουμε σπίτι μας. Τα λοιπόν, λοιπόν εδώ γίνεται πλέον μια παράδοση τρώγοντας κουλούρια και πίνουμε τσίπουρο σα να είμαστε εκεί εκείνο το βράδυ — μόνο που σήμερα δεν υπάρχουν αρκετοί κουλούρια για όλους επειδή έχουν γίνει πολλοί περισσότεροι. Τώρα εκείνες οι κερκίδες δεν χωρούν πια μόνο τους δικούς μας, έχουν γίνει πια δρόμος αναφοράς για αυτούς που δεν είχαν ιδέα ότι υπάρχουν τόσες πολλές οικογένειες τριγύρω τους.
Και όταν κάποιος από εσάς σήμερα ανοίξει το στόμα του και πει "αυτή είναι η μεγαλύτερη στιγμή", εγώ θυμάμαι εκείνο το τελευταίο λεπτό εκείνου του Ιανουαρίου όταν μια μπάλα γύρισε όλη εκείνη τη νύχτα μέχρι να βρει δίχτυα — όχι επειδή ήταν ωραίο γκολ, αλλά επειδή εκείνη τη στιγμή ένιωθα πως υπήρξαμε όλοι μέρος κάποιου μεγαλύτερου κομματιού από τις ομάδες που αγωνίζονται στα γήπεδα. Αυτά δεν είναι γκολ αυτά είναι χρονικά ανθρώπινης ψυχής.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Και ξαφνικά κάποια Κυριακή πρωί βρέθηκα πάνω στο ράφι ενός σούπερ μάρκετ στο Μενίδι — όχι ψώνια, τίποτα! — αλλά εκείνος ο γερο-Αλέκος που πουλάει το μονόκλ των εφημερίδων είχε ανοίξει ξαφνικά μια έκδοση για την Κηφισιά 3-1 πέρσι τον Οκτώβρη κι έγραφε μεγάλα μεγάλα σαν τίτλος πρωτοσέλιδου:
"Η ουρά έφτανε μέχρι τα ΔΕΛΤΑ!" 😱
Δεν γελάω!!! Αυτός ο γεροντάκος είχε πιάσει όλο το τμήμα των πρωτευουσών εφημερίδων κι είχε βάλει δικό του τίτλο πάνω στο πρωτοσέλιδο σαν τρελός — ήταν σαν να είχε γίνει ολόκληρο γεγονός εθνικής κλίμακας!!! Στην ουρά εκείνη είχαν γίνει τόσες πολλές υπογραφές πάνω στους τοίχους του σουπερμάρκετ με μαρκαδόρους κανσόν ότι η μανάς του διευθυντή έκανε "κλικ" στο κινητό της μιλώντας μέσα στη σύγχυση: "Καλέ χρυσό μου αυτό εδώ δεν είναι ομάδα, είναι κίνημα!"
Και όσοι περίμεναν για ψώνια εκείνο το πρωινό είχαν αρχίσει να τραγουδούν το τραγούδι!!! Ναι ναι!!! Αυτό!!!! Αυτό είναι που γράφει ιστορία!!! 🔥💛
Ρε παιδιά ρε, εγώ εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη στη σειρά για την ουρά σκεφτόμουν πως είμαστε σα εκείνες τις γιορτές που δεν τελειώνουν ποτέ! Σκέφτηκα "μήπως τελικά η ομάδα μας δεν είναι ομάδα αλλά μια καινούρια μορφή περιοδείας;" κάτι σαν τους Beatles στις περιοδείες τους μόνο που αντί για λουλούδια δίνουμε αυτοκόλλητα φτιαγμένα στο Word!
Και όταν πια ανοίξαμε τις πύλες ο διευθυντής του σούπερ μάρκετ εκείνος είχε βάλει τραγούδι του Ίμια στους μεγαφώνες μέχρι να τελειώσει η σειρά! Οι άνθρωποι βγήκαν έξω τραγουδώντας σαν μπάντα στους δρόμους! Ο γερο-Αλέκος εκείνος από τις εφημερίδες έγινε viral σαν τους May ρροκ επειδή είχε βάλει τον τίτλο του πάνω σε εθνική εφημερίδα!
Και μετά θυμάμαι έναν γέρο που έκανε ουρά κι είχε ένα γατούλα τυλιγμένη στο σακάκι του—της είχε φορέσει ένα κίτρινο φουλάρι με το λογότυπο της Κηφισιάς! Την άφηνε μόνο όταν φώναζαν "μπούνγκα μπούνγκα" στο γήπεδο! Αυτός εκείνος έγινε ο πρώτος γερο-πρόεδρος της ultra-γατοκίνησης στον κόσμο! 😂🐱
Σας κράτατε την μπύρα; εδώ είμαι γι' αυτό 🤣🍻
Κράτα μου την μπύρα.