Από τον θρίαμβο του '74 μέχρι τη δική μας στιγμή στην Allianz: πως η Μπάγερν γίνεται αίμα στα χέρια μας!
βρε παιδιά θυμάμαι εκείνο το βράδυ σαν τώρα... κατιτίς δικό μας ήτανε πάντα η μπάγερν κι όχι μόνο όσοι είχαν φτάσει στο μονάχο εκείνες τις δεκαετίες για τον ευτυχισμένο χορό στους δρόμους όλες τις φορές που το κουπί κουκουλιάστηκε με χρυσό τον καιρό εκείνον όταν ξεκίνησαν όλα αυτά τα σήριαλ
η παλιά γκαρνταρόμπα στη λόφους ήτανε σουρεαλιστική πράγμα το οποίο καταλάβαινες μόνο εσύ που κάθε φορά ξυπνούσες τα χιόνια πάνω στο σώμα σου κρατώντας τις σιωπηλές σημαίες με τα χρώματα εκεί ναι εκεί το '74 ζούσε ακόμα μέσα στις ψυχές όχι σαν ιστορία αλλά σαν αίμα στις φλέβες
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
ΜΑΤΟΜΟΥΝΑΣ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ 30' ΛΕΠΤΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ!!!! 🔥💪🔴
Εγώ εκείνο το βράδυ στη γερμανία ήμουνα στο σπίτι των γονιών μου τρώγοντας το τσουρέκι της κυριακής όταν πήρα το τηλέφωνο κι έπιασε η ψυχή μου στα χέρια μου 😱 μου πέφτει το τσάι στο πάτωμα 😡 αυτοί αυτοί στο γήπεδο είχαν δώσει όλο τους το αίμα! Και ξαφνικά στους τελευταίους λεπτά!!! Ο Μύλερ σου ανοίγει την γωνία σαν ψωμί φρέσκο, ο Ρομπέν σαν κεραυνός μπροστά στις πύλες ΣΟΚΑΡΙΖΕΙ!!! ΕΓΩ ΞΕΣΠΑΣΑ ΣΤΟ ΔΑΠΕΔΟ ΩΣΕΙ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΩ ΣΕ ΠΛΕΥΡΑ!!! 🏃♂️💨 Την επόμενη μέρα πήγαμε όλοι μαζί στις πλατείες φωνάζαμε όπως ζούσαν ακόμα εκείνοι οι τίτλοι εκείνα τα χρώματα ήταν αίμα στην ψυχή όχι χρώματα!!!
Και τώρα;;; Τώρα εδώ στήνουμε σιγά σιγά την ιστορία αυτή την Allianz Arena σαν δεύτερη οικογένεια μας 💙🔴 οποιοσδήποτε άλλος έχει λέξη να πει ας βγει τώρα γιατί εμείς πίσω από την Μπάγερν μέχρι τέλους 🔥
τι λες ρε αδέρφια... εκείνο το βράδυ του 2013 θυμάμαι σαν τώρα πως είχα μείνει ξύπνιος μέχρι τις τρεις το πρωί στην τηλεόραση μου ξέρετε εκεί που οι γονείς μου είχαν βάλει την αράδα «τι είναι αυτά τώρα» με τις χιλιάδες κουβέντες για το τι γίνεται στη Ροδίτσα αλλα εγώ δεν άκουγα τίποτα από αυτές — ήξερα μόνο πως εκείνο το τσίμπημα στον αστράγαλο του Ριβάλντο είχε ξαναβγεί στους λόγους, είχα πιάσει ούτως η άλλως το κινητό μου σαν κάτι ζεστό αμόνι και περίμενα την ανακοίνωση του καναλιού σιγά σιγά σαν τεκνό φυλακής
και τότε...
η εικόνα ήταν σαν να ανοίγει μια πόρτα στα βάθη της θάλασσας: ο Γκόμες έκανε σόλλο σαν πρωινό φαγητό εκεί στο δεύτερο ημίχρονο, ο Σαχίτσκας έγδυνε τους αργεντινούς σαν να γυρίζει κοστούμι, και ξαφνικά — μπαμ! — ο Γερμανός παίκτης (πόσες φορές ακόμη θ' ακούσουμε αυτό το χαρακτηρισμό...) στριφογυρίζει σαν σφήκα μπροστά στους πόρτες κι εκείνος ο φοβερός τύπος βγάζει την μπάλα σαν βολίδα μέσα από δυο-τρεις ισπανούς στρατιώτες και πετάει την στον αέρα σαν να έχει δικαίωμα εκείνο το γκολ όσοι ήμασταν στο σπίτι σηκωθήκαμε σαν ένας άνθρωπος — εγώ σβήστηκα πάνω στον καναπέ και χτύπησα το πόδι μου στο τραπέζι τόσο δυνατά που η γυναίκα μου ξύπνησε φωνάζοντας «τι έκανες εκεί μέσα»
τι αίσθηση είχε εκείνο το γκολ; σα νερό μέσα στη φωτιά. Δεν ξέρω πώς τα καταφέραμε αλλα εκείνες τις τρεις πρώτες ώρες μετά όλοι μιλούσαμε στην ίδια γλώσσα σα να μας είχαν δώσει τελικά εκείνο το κλειδί που ξέραμε πως υπήρχε από χρόνια αλλα κανείς δεν μπορούσε να το βρει
κι όταν σήμερα βλέπω την Allianz Arena γεμάτη κόκκινα και άσπρα στόρια σα να είναι η ίδια ψυχή που γράφει τους τίτλους ξανά κάθε βράδυ αγοράζω άλλο ένα τσιγάρο και γυρνάω τον σταθμό στο ράδιο όσοι λένε πως «η Μπάγερν άλλαξε» αυτοί ξεχνάνε πως εμείς δεν αλλάξαμε — εμείς είμαστε ακόμα εκείνες οι φλόγες που χτύπησαν στις πλατείες όλες αυτές τις χρονιές σα να είχαν παραδώσει μια πολιορκία κι όχι ένα κύπελλο
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Ρε παιδιά, ρε...
Θυμάμαι εκείνη την ομάδα του ’74 σαν κάτι ζωντανό ακόμα — όχι σαν μιας άλλης εποχής, αλλά σαν έναν αεικίνητο στόχο που κινούνταν μαζί σου κάθε βήμα. Εκείνο το δωδεκάδα παλικάρια είχε κάτι που δε βλέπεις πια: μια χημεία σαν οικογενειακό τραπέζι, όπου ο καθένας ήξερε από πριν τι σου έφερνε στο πιάτο ο άλλος. Ο Μπεκένμπαουερ σέρβιρε σα γκουρού, ο Γκερντ Μύλερ σκόρσαρε σα να του όφειλαν λεφτά η άμυνα της Μπαρτσελόνα, κι όταν σήκωνε το τρόπαιο το κοκτέιλ των φίλων του έκανε ηχώ μέχρι την Ωκεανία. Κι εμείς; Εμείς τρέχαμε σαν ηλίθιοι στους δρόμους του Μονάχου σφυρίζοντας εκείνον τον ύμνο σα ήταν προσωπικό μας τραγουδίδι, αγνοώντας το κρύο — εκείνο το κρύο ήταν ζεστασιά μετά τον ήλιο.
Κι τώρα; Τώρα η Μπάγερν φοράει την ίδια φανέλα — όχι σαν αναβίωση, σα συνέχεια. Το ίδιο αίμα χτυπάει μέσα στους νέους, αλλά διαφορετικά: δεν χρειάζονται γκαζάκια πια για να σπάσουν την άμυνα των αντιπάλων. Η σημερινή ομάδα είναι σαν ένα smartphone — ισχυρή, γρήγορη, αυτοματοποιημένη. Ο Λεβαντόφσκι δεν χρειάζεται τρίποντο για να σκοράρει, ο Νταβιντ Άλαμπα σκίζει αντίπαλες άμυνες σα σουρώ κουνουπίδι, κι όταν ο Μουσiala κάνει εκείνο το σόλο σα να λύνει γρίφο αρχαίων, νιώθεις πως η ομάδα ξέρει ότι η μπάλα είναι δικιά της ακόμα κι όταν αυτή βρίσκεται στο τέρμα του αντιπάλου.
Μα ακούστε... εκείνο το ’74 ήταν μια οικογένεια σε μία εποχή που ο κόσμος ήταν πιο μικρός. Σήμερα είναι μια εταιρεία-γίγαντας που έχει μάθει να χορεύει σα να της χρωστάει κανείς βαλς. Στην πρώτη περίπτωση φοβόσουν μήπως χαθείς στις στροφές· στη δεύτερη ξέρεις πως μπορείς πάντα να κάνεις ένα σουτ ακόμα και όταν το ρολόι δείχνει 90:30. Δεν είναι το ίδιο πράγμα, σίγουρα όχι — αλλά είναι η ίδια αίσθηση που έχεις όταν βλέπεις τον μεγαλύτερο σου αδερφό να φοράει πάντα τη φανέλα σου μικρή σα δεύτερη επιδερμίδα.
Εμείς δεν αλλάζουμε. Αυτό που άλλαξε είναι πως πλέον ξέρουμε ότι το αίμα δε στεγνώνει εύκολα — κι όσο υπάρχουν αυτοί στη μέση εκείνοι οι τίτλοι είχαν πάντα μία θέση κλειστή για τη μεγάλη μας ιστορία. Από τότε μέχρι σήμερα, η Μπάγερν είναι σαν τις φλόγες του τζακιού: ακόμα και όταν σβήνουν λίγο, βρίσκονται πάντα εκεί για να ξαναανάψουν. Και μην μου πείτε πως σήμερα είναι διαφορετικά — βλέπω την ίδια λάμψη στα μάτια κάθε γιου της Ροδίτσας όταν φοράει εκείνο το κόκκινο, ακόμα κι όταν βλέπει έναν αγώνα του σήμερα. Αυτοί εκεί πίσω από τις σημαίες είναι οι ίδιοι λιποτάκτες της μονοτονίας — αυτοί που αγοράζουν τσιγάρα στο τέλος του αγώνα σιγά σιγά γυρίζοντας τον σταθμό στο ράδιο περιμένοντας την επόμενη στιγμή. Από εκείνον τον Φεβρουάριο του ’74 μέχρι σήμερα, η μπάλα ταξιδεύει ακόμα σα μνήμες… αλλά αυτή τη φορά γράφει νέα κεφάλαια μαζί μας.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
τι λες ρε παιδιά;;;; εγώ εκείνο το βράδυ το 2013 ήμουνα στέκοντας σαν παράνομος μέσα στο κρύο έξω από το café που είχε ανοίξει για τους φίλους της μπάγερν στην πλατεία Του Λυκείου στο χωριό μου!!! είχα τυλιγμένη την σημαία μου γύρω γύρω σαν τραπεζομάντιλο επειδή ο άνεμος έκανε ζημιές στις κορδέλες!!!!
κι ξαφνικά βγήκε η ανακοίνωση μέσα από τα μεγάφωνα του γηπέδου!!! ΤΙ ΕΚΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΥΑ!!! έτρεξα σαν τρελός μέχρι το σπίτι, πήρα το αυτοκίνητο κι έτρεχα σα να με κυνηγούσαν δαίμονες!!! όταν μπήκα στην πόλη πάλι αυτοί οι ίδιοι δρόμοι είχαν φωτιστεί κόκκινοι!!! οι σημαίες ήταν everywhere!!! κάποιος είχε βάλει στους κόκκους του τραπεζιού εκείνου café τις σημαίες της μπάγερν σαν πιάτα!!! ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟΤΕΡΟ;;;;;;;;;;;;;;;
όταν έπιασα τελικά την αναμετάδοση στην τηλεόραση βρήκα τον ξάδερφό μου εκεί που σφάζονταν με τον πνεύμονα του!!! είχε φτιάξει ένα πανό μεγέθους κρεβατιού στο σαλόνι!!! ΑΛΛΑ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΠΕΤΑΞΕ Ο ΡΟΜΠΕΝ;;;;;;;;;;;;;; Ο ΠΑΝΤΑ!!! ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΕ ΤΟ ΠΑΝΟ ΣΑΝ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ!!! ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ «ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΘΕΙΚΟ!!! ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ!!!» ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΚΑΦΕ ΞΕΣΠΑΣΑΜΕ!!! ο ένας χτυπούσε το τραπέζι σα τύμπανο!!! ο άλλος τραντάζονταν σα ψάρι εκτός νερού!!! ΚΙ ΟΤΑΝ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΓΚΟΛ;;;;;;;;;;;;;; ΤΟΝ ΑΙΜΑΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΘΟΝΗ!!! το ψυγείο λειωμένο!!! οLOADING είχε γίνει πλέον QUEUE στην ουρά της ντουλάπας!!!!
αυτό ήταν!!! εκείνο το αίμα που λένε οι παλιοί!!! αυτό!!! και σήμερα;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
Στην εξέδρα από παιδί.
ρε παιδιά μπαίνω τώρα σαν πλάκωμα με τ' όνειρο ακόμα ζεστό από τον ύπνο μου — κι εκείνες οι φωτογραφίες στο κινητό μου; χίλια μίλια μακριά από τις τέλειες φόρμες των γηπέδων που θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά τους σαν φαΐ ντάκου μου όταν ήμουνα παιδί στα λιβάδια της Ρόδου. εκείνο το βράδυ του '74 δεν ήταν απλώς ένας αγώνας ήταν μια κηδεία χορού όπου όλοι όσοι είχαν λόγο σηκώθηκαν σαν έναν άνθρωπο στους δρόμους του μονάχου και οι γειτόνισσες κλαίγανε σα να είχαν χάσει τον ίδιο τους τον γιο. τότε κατάλαβα πως η μπάγερν δεν είναι ομάδα είναι μια υπόθεση αίματος μια υπόθεση οικογενειακή που περνά σαν κληρονομιά πιο ζεστή από μια ζεστή κουβέρτα τον Ιανουάριο εκεί στον κόλπο.
τώρα μπήκα σήμερα στην Allianz Arena σαν να μπαίνω στο σπίτι μου — και τι είδα; όχι μόνο κόκκινα φανάρια αλλά αγκαλιές ανάμεσα στους ανθρώπους, ξενοιασιά στα βήματα της μουσικής που παίζει σιγανά σα νανουρίσματα της μάνας μου, και εκείνο το αίσθημα ότι όλοι αυτοί εκεί κάτω φοράνε την ίδια φανέλα όχι σαν αθλητές σα αδέρφια. όταν ο Μουσιάλα έκανε εκείνο το σόλο πριν ένα χρόνο εγώ σηκώθηκα σα βγήκα έξω να δω τον ουρανό σα να είχε ξεσπάσει αστέρι πάνω μας. εκείνοι οι γιοι των εποχών σήμερα γράφουν ιστορία σα συνέχεια μιας οικογένειας που ποτέ δε σβήνει την ανάσα της — κι όταν τελειώνει ο αγώνας όλοι βγαίνουν σιγά σιγά σαν μολυβένιοι στρατιώτες με σβηστά τηλέφωνα σβήνοντας τραγούδια στα ραδιόφωνα αυτών των αυτοκινήτων πάντα με ένα τσιγάρο παραπάνω στο στόμα σαν υποθήκη για την επόμενη φορά.
εσείς λοιπόν λέγατε πως η Μπάγερν άλλαξε; σιγά σιγά τώρα — εγώ βλέπω τις ίδιες στιγμές σαν σφραγίδα πάνω στο δέρμα των ανθρώπων εκεί έξω. εκείνο το βράδυ του 2013 όταν ο Ρομπέν έκανε εκείνη την κίνηση σα να γύριζε μια σελίδα ιστορίας μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο εγώ θυμάμαι πως η γυναίκα μου μου πήρε το χέρι και μου είπε «ρε αρχάριε το ίδιο αίμα χτυπάει ακόμα». και είχε δίκιο. επειδή η μπάλα μπορεί να είναι διαφορετική κάθε φορά αλλά αυτή η φλόγα που ανάβει στις καρδιές όχι — αυτή μένει ίδια σαν τζάκι στο σαλόνι της οικογένειας σ' όλες αυτές τις γενιές.
κι εσείς; εσείς που λέτε πως τώρα οι τίτλοι είναι διαφορετικοί εγώ σας βγάζω έξω στον δρόμο να δείτε τα πρόσωπα εκείνων των ανθρώπων — εκείνα τα ίδια πρόσωπα που γελούσαν σαν τρελά εκείνο το βράδυ του '74. αυτά δε αλλάζουν ποτέ. άλλαξαν μόνο οι αντίπαλοι όχι η ιστορία.
τι περιμένεις ρε φίλε;;; εγώ εκείνο το βράδυ του 2013 πήγα να ξυπνήσω τους γείτονες γιατί ονειρεύτηκα πως η Μπάγερν κέρδισε... κι όταν κατάλαβα πως ήταν αληθινό βγήκα στον δρόμο σαν λιοντάρι τριάντα χρόνων που ξύπνησε μέσα μου κι άρχισα να τρέχω με την σημαία σαν τρελός μέχρι που έπεσα πάνω στον γάτο του διπλανού και τον έκανα πρωτεύοντα της βάρκας 🚤🐱💨
κι όταν έφτασα στο σπίτι είδα πως είχε μετατραπεί σε σπίτι μουσειακό — οι γονείς μου είχαν βάλει σανζίτια όλες τις σημαίες σα πίνακες του Λούβρου!!! η μάνα μου είχε αγοράσει ένα πανό μεγέθους κανό μόνο και μόνο για να φορτώσει το γκολ!!! εγώ τότε έκανα το πρώτο μου τσιγάρο σ' όλη τη ζωή μου γιατί έπρεπε να ηρεμήσω — κι όταν πήγα στη Λάρισα την επόμενη βδομάδα όλα τα café είχαν τοποθετήσει την σημαία πάνω στις μπουκιές τους!!! εμένα εκείνες τις μέρες δεν μου άρεσε η μπύρα, μου άρεσαν τα δάκρυα της χαράς!!! 🍻😭
τώρα λοιπόν γιατί κάποιος να πιστεύει πως αυτή η φλόγα σβήνει;;; εδώ σηκώνουμε την Allianz Arena κάθε βράδυ σα να είναι η ίδια η ψυχή μας — και όταν τελειώνει ο αγώνας εγώ πάω και αγοράζω ένα τσίχλα σα τελευταία ελπίδα μέχρι την επόμενη φορά!!! γελάμε 🤣😂 γελάμε!!! γιατί εδώ ξέρουμε τι σημαίνει αίμα στα χέρια όχι σαν λέξη σαν πραγματικότητα!!!
Κράτα μου την μπύρα.