Μετά από 20 χρόνια
Πού σ’ έχουν αφήσει αυτοί οι θρύλοι ρε, 40 χρόνια πακέτο κι ακόμα μιλάνε για το "γήπεδο σαν ατσαλένιο" σαν να είναι ο νέος Ακρόπολις; Τι συμβαίνει εδώ — φαίνεται η διοίκηση νομίζει πως ο τίτλος πάει δώρο επειδή κάποτε η ομάδα έκανε πάρτι στο Στάδιο για τους εχθρούς;
Μετά από 20 χρόνια ανοίγουμε ξανά την ίδια τρύπα: είμαστε ΟΦΗ — ομάδα της πόλης ή μόνο το γήπεδο εκείνο που έχει περισσότερους τύπους στάθμευσης παρά κατοίκους; Κοιτάξτε γύρω σας: πόσες φορές κυκλοφόρησε γνώμη πέρα από τις τρεις μεγάλες γειτονιές; Όταν ο κόσμος λέει "θα πάω στη Θύρα", ζητάνε ένα πόστερ του 1988 μην τύχει και τους χτυπήσει ο ΠΑΣΟΚ;
Κι ύστερα γκρινιάζουν ότι δεν βγήκαμε ποτέ εκεί που έπρεπε — εμείς περιμένουμε ακόμα τους μάρτυρες να βγάλουν τα παλιά κουστούμια κι αυτοί συνεχίζουν να στήνουν τις καρέκλες τους στις τηλεοράσεις σαν να είναι μέλη ενός backgammon club. Γιατί έτσι γίνεται εδώ: συζητάμε ανάμεσα σε 200 άτομα που έκαναν σεσόν κεράκια στις κερκίδες κι οι υπόλοιποι προσπερνούν σαν να είναι museum display.
Άντε πείτε μου τώρα πως οι μισοί Παναθηναϊκοί αγοράζουν εισητήρια για το Περιστέρι επειδή εκεί έχουμε χωματόδρομο και ντουζ; 🤡
Εδώ που ήρθε το ψέμα έγινε πάστα στη σούβλα. Την ομάδα της πόλης δεν την κάνουν οι θρύλοι — την κάνει αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι ανάμεσα στις ξεθωριασμένες φωτογραφίες από τις σόουλ τόσο καιρό. Ποιος νοιάζεται για το "γήπεδο σαν ατσαλένιο" όταν τριάντα χρόνια μετά ψάχνουμε ακόμα να βρούμε πέντε γονείς που ξέρουν ποια είναι η ομάδα στο γειτονικό σχολείο; Η πόλη στοιχηματίζει όχι πάνω στα μύθια, αλλά πάνω στους δικούς της ανθρώπους — και αυτοί εδώ κάθονται στις τρεις γειτονιές σαν ν’ έχουν κλείσει εισιτήριο στην ιστορία αντί να βγουν στον δρόμο. Την περασμένη βδομάδα στο Μάτιμ Μάρκετ πετάχτηκε μια κοπέλα δεκαοκτώ χρονών: "Εγώ δεν ξέρω καν τι σημαίνει ΟΦΗ". Αυτό είναι το αποτέλεσμα — όχι κάποιο master plan διοίκησης, αλλά η ίδια σιγή που σκοτώνει μια πόλη όσο αργά τόσο μόνιμα.
Την δεκαετία του ’80 είχε πλάκα, τώρα είναι σα να ζητάς από τους ανθρώπους να φορέσουν παλιά ρούχα στην γιορτή τους επειδή έτσι τα κράτησαν στην ντουλάπα. Οι "θρύλοι" αυτοί είναι σαν εκείνον τον γείτονα που σου λέει διαρκώς πως έκανε πάρτι στην Πιάτσα ντελ Πόπολο το ’79 ενώ εσύ κοιτάς την κουζίνα σου να βουλιάζει. Κάποιοι άλλοι έκαναν πράγματα — μεγάλο λάθος, βγήκαν εκτός ρότας από μόνα τους. Το γήπεδο είναι ακόμα εκεί, ναι, όμως το ερώτημα είναι πόσοι βρίσκουν νόημα πέρα από τις τρεις εισόδους της κερκίδας. Τα νούμερα δεν χρειάζονται μεγάλα πράγματα εδώ: στην τελευταία δουλειά εθελοντισμού στη Νέα Ιωνία μόνο τρεις γονείς είπαν πως η ομάδα είναι δική τους — τρεις. Την ίδια ώρα οι "ειδικοί" ξεχνούν να μετρήσουν τις ερωτήσεις στο τοπικό ράδιο: "Μα τι είναι αυτό το σύμβολο πάνω στη φανέλα;" Δεν χρειάζεται αστρονομική έρευνα, χρειάζεται αυτό που λείπει: κάποιος να βγει από το παράδρομο και να πει στον κόσμο ότι αυτή η ομάδα είναι δικιά του χωρίς ν’ αναφέρεται στις δεκαετίες ενός αθλητικού γεγονότος.
Η πραγματική σύγκρουση δεν είναι ανάμεσα στους θρύλους και στους αντιθρύλους — είναι ανάμεσα στο να μένεις κλεισμένος μέσα στο γήπεδο θεωρώντας πως αυτό αρκεί, και στο να αποδείξεις ότι η πόλη συνεχίζει χωρίς μουσεία αλλά με ανθρώπους που θέλουν κάτι ζωντανό. Το γήπεδο μπορεί να στέκει εκεί σιωπηλό σαν μουσείο, όμως η πόλη δεν κατοικείται από φανέλες — κατοικείται από αυτούς που ακόμα ψάχνουν ένα λόγο να αγοράσουν εισιτήριο όχι επειδή κάποτε έγινε κάτι μεγάλο, αλλά επειδή σήμερα νιώθουν πως κάτι μεγάλο τους περιμένει μαζί με άλλους. Αν δεν βγεις έξω, μην περιμένεις κι εκείνοι να μπουν μέσα.
Πού είναι η απόδειξη;
Μετά από 20 χρόνια ακόμα μιλάμε γι' αυτές τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες σαν να είναι τα Άγια των Αγίων 🔥 Ο Φορτούνιο **και** ο Βαζάκος σήμερα που λες εκείνοι "έχουν κάνει την ομάδα", εδώ είμαστε 4-500 άνθρωποι στις κερκίδες ενώ η πόλη σβήνει σιγά σιγά;
ΣΚΕΤΟ ΛΕΩ: Ποιός κοιτάζει τον ουρανό όταν του λείπει το σπίτι; Πάνω από 50 γηπεδάκια φτιαγμένα μέσα στο τίποτα υπάρχουν γύρω μας — γιατί εμείς ακόμα μιλάμε για εκείνες τις τρεις γειτονιές σαν να είναι ο μόνος τόπος στον πλανήτη;
Πέρασα χτες βράδυ απο το Δημοτικό και βρήκα παιδιά να παίζουν μπάλα σ' ένα χωματόδρομο. Ρωτήθηκαν "τι ομάδα είστε;" και αυτοί ξεκίνησαν να τους πούνε πως είναι ΟΦΗ και νάσου τώρα — τι κάνατε εσείς οι μεγάλοι αυτά τα χρόνια εκτός απο να λέτε στο γήπεδο ότι κάποτε φτάνατε 25.000 στο Στάδιο; Αυτά δεν είναι νούμερα ψέμα — είναι η ίδια σιγή που κόβει την ανάσα!
Κι ύστερα αυτοί οι θρύλοι που ξέρουν μόνο τους δικούς τους κανόνες — τύποι σα θεοί στο γήπεδο σήμερα μιλάνε σαν να ήτανε η ομάδα τους πάντα στην κατηγορία και εμείς ακόμα περιμένουμε το πρώτο βήμα εκεί έξω! Γιατί δεν βγήκανε αυτοί ποτέ απο τις καρέκλες τους; Γιατί εμείς ακόμα ψάχνουμε γυναίκες με γκρι παλτό να φωνάζουν "ΟΦΗ" στους δρόμους;
ΓΑΜΗΣΤΕ τους θρύλους σιγά σιγά — η ομάδα της πόλης δεν φτιάχνεται απο τους θρύλους, φτιάχνεται απο αυτούς που ακόμα έχουν ψυχή να φορέσουν το πράσινο εκεί που δεν υπάρχουν περισσότεροι χρώματος του πορτοκαλί. Κι αυτοί σήμερα βρίσκονται ΕΚΕΙ! Δεν χρειάζονται εισιτήρια στο μουσείο — χρειάζονται ανθρώπους εκεί που χτυπάει η καρδιά της πόλης!
Άντε ρε τώρα πείτε μου πως εμείς σαν οικογένειες καθόμαστε στις κερκίδες σα να είμαστε VIP της ιστορίας αντί να βγούμε και να πούμε σε όλη την πόλη πως αυτή η ομάδα είναι ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ! 💪🔴
Στην εξέδρα από παιδί.
Ξέρεις τι θυμάμαι περισσότερο από όλα αυτά τα χρόνια; Όχι τις ισοπαλίες ή τις νίκες, αλλά εκείνο το βράδυ πριν είκοσι χρόνια όταν στο Δημοτικό πριν το ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό είχε εκεί τριάντα άτομα στα κερκίδες κι ένας γέρος μου έδειξε το δρόμο προς το γήπεδο λέγοντας «έλα παιδί μου, εδώ είσαι σπίτι σου». Μετά από τόσο καιρό ακόμα τον θυμάμαι — γιατί εκείνος ο άνθρωπος δεν μου μίλησε για τη μεγάλη ομάδα του ’79 ή για το γήπεδο σαν ατσαλένιο.
Παίρνεις έναν νέο άνθρωπο δεκαοκτώ χρονών σήμερα, όπως εκείνη η κοπέλα στο Μάτιμ Μάρκετ, και του ζητάς να αγαπήσει τους θρύλους πριν ακόμα ξέρει ότι οι ίδιοι αυτοί θρύλοι δεν κατάφεραν ποτέ να βγάλουν την ομάδα εκεί που έπρεπε. Τι ελπίδα του δίνεις; Να φορέσει ένα κουστούμι του ’88 σα ντύσιμο της γιορτής του σχολείου και μετά να γυρίσει σπίτι επειδή εκείνοι πάλι συνεχίζουν να μιλούν μονάχα στους εαυτούς τους;
Είναι σα να λέμε στον κόσμο πως η ομάδα μας είναι μια φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο παρά ένα ζωντανό πράγμα που μεγαλώνει ανάμεσα στους ανθρώπους της πόλης. Γιατί εμείς όσοι είμαστε εδώ χρόνια ξέρουμε πως η ΟΦΗ δεν ήταν ποτέ εκείνη η ομάδα των βιβλίων — ήταν εκείνη των γηπέδων του Κρουσώνα, των παιδιών στις αλάνας της Νέας Ιωνίας που μέχρι τώρα ψάχνουν τρεις γονείς ανά γειτονιά για να καταλάβουν τι σημαίνει πράσινο. Είναι εκείνοι που ακόμα βλέπουν σα φλόγα την ομάδα όχι επειδή κάποτε έκανε πάρτι στο Στάδιο, αλλά επειδή σήμερα κάποιοι άλλοι ξέρουν ότι εκείνοι έχουν το χρέος να κάνουν κάτι μεγαλύτερο από το να αναφέρουν τίτλους δεκαετιών πίσω.
Οι θρύλοι ήταν αυτοί που κράτησαν ζωντανή την ιδέα μέσα στις τρεις γειτονιές, σωστά — όμως ξέχασαν ένα πράγμα σημαντικό: να βγούνε από εκεί. Το γήπεδο μπορεί να στέκεται εκεί σιωπηλό σα μουσείο, όμως η πόλη δεν μένει σπίτι επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε ότι η ιστορία φτάνει μέχρι εκεί. Πρέπει εκείνοι οι ίδιοι οι άνθρωποι να πούνε στη Νέα Ιωνία, στο Γαλάτσι, στους Αμπελοκήπους πως η ομάδα αυτή ζει ακόμη — όχι σαν αναμνηστικό μιας εποχής, αλλά σαν πραγματικότητα για όλους εκεί που η καρδιά τους χτυπάει δυνατά.
Δεν είναι θέμα μνήμης — είναι θέμα παρουσίας. Κι αυτήν την παρουσία δεν την κάνουν οι φθαρμένες φωτογραφίες στις κερκίδες. Την κάνουν οι άνθρωποι εκεί στους δρόμους σήμερα, αυτοί που ακόμα ψάχνουν ένα λόγο να φοράνε πράσινο όχι επειδή κάποτε έγινε κάτι μεγάλο, αλλά επειδή σήμερα θες να νιώσεις πως κάτι μεγάλο γίνεται ξανά μαζί τους.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι σημασία έχει τώρα τι έκανα εγώ πριν τριάντα χρόνια όταν στο γήπεδο της Θύρας έβλεπες ακόμα παιδιά από το Ακρωτήρι να πάνε σχολείο φορώντας την πράσινη φανέλα; αυτή η πόλη είχε μία φωνή, όχι γιατί υπήρχε κάποιος τίτλος στους τίτλους των εφημερίδων αλλά επειδή εκείνο το πράσινο ήταν σαν το δικό σου αίμα. τώρα όμως κοιτάξτε γύρω σας — πόσοι πραγματικά το νιώθουν έτσι;
πριν είκοσι χρόνια, όταν ήμουνα νέος μηχανικός στη βιοτεχνία του παππού μου, ερχόταν ο μπαμπάς μου κάθε βράδυ μετά τη δουλειά και μας έλεγε για τους αγώνες σα να μην τελείωνε ποτέ η ιστορία. σήμερα εκείνοι οι ίδιοι άνθρωποι κάθονται στις κερκίδες σα να είναι οι μοναδικοί κάτοικοι μιας πόλης-φαντομά. ενώ στο δρόμο από το Στάδιο μέχρι το λιμάνι, στις γειτονιές αυτές που κάποτε έκαναν τις ιβάνκες του φωτισμού, υπάρχουν τώρα σιωπή και κανένας πια να μην ξέρει τι κάνει εκεί η πράσινη σημαία στην κορυφή του λόφου.
τους θρύλους δεν τους κατηγορώ — αυτοί έκαναν ότι μπορούσαν όταν όλα ήταν μαύρα στις δεκαετίες του ογδόντα και του ενενήντα. όμως τώρα; όταν οι ίδιοι αυτοί θρύλοι ακόμα περιμένουν τους μάρτυρες των κατορθωμάτων τους σαν να είναι σε ταινία της δεκαετίας του σαράντα, ενώ η πόλη μεγαλώνει γύρω τους χωρίς κανείς να τους πει πως η ΟΦΗ δεν είναι εκείνο το σύμβολο πάνω στη μπλούζα του γέρου στο Σταθμό — είναι αυτό που κάνει ένας δεκαοκτάχρονος σήμερα όταν φορεί το πράσινο όχι γιατί κάποιος άλλος τον ανάγκασε, αλλά επειδή νιώθει πως η ομάδα αυτή είναι μέρος του αέρα που αναπνέει.
και εδώ είναι το τραγικό: εμείς ακόμα μιλάμε για εκείνες τις τρεις εισόδους σα να είναι οι μόνη πόρτες στην πόλη ενώ τριγύρω χτίζονται γήπεδα παιδικού σταθμού από άλλους οπαδούς σα κι εμείς περιμένουμε την επόμενη μεγάλη βραδιά στο Περιστέρι. εκείνοι οι θρύλοι λένε πως η ομάδα υπήρξε μεγάλη — εμείς όμως ακόμα ψάχνουμε πέντε οικογένειες στην Νέα Κρήτη να ρωτήσουν "τι χρώμα είναι αυτό;" όταν τους δείξουμε το πράσινο.
δεν είναι θέμα μνήμης πια — είναι θέμα παρουσίας. τα παλιά τα χρόνια το γήπεδο είχε φωνή σα ζωντανός οργανισμός επειδή η πόλη ζούσε μέσα του· σήμερα όμως έχουμε ένα μουσείο επί τούτου και έναν πληθυσμό που μεγαλώνει χωρίς να ξέρει πια τι σημαίνει ΟΦΗ γιατί κανένας δεν το τους το ’δειξε ξανά εκεί που ζούνε πραγματικά.
μπορεί κάποιοι να λένε πως αυτό είναι φιλολογία — εγώ σου λέω πως όταν βλέπεις έναν νέο άνθρωπο δεκαοκτώ χρονών να φορεί ένα πράσινο φουλάρι χωρίς κανέναν άλλον να το κάνει γι’ αυτόν, τότε αντιλαμβάνεσαι πως η ομάδα δεν είναι εκείνο το μουσείο στις κερκίδες αλλά εκείνο το πράσινο ανάμεσα στους ανθρώπους της πόλης που ψάχνουν ακόμα μιαν αφορμή να νιώσουν σπίτι.
και όσοι ακόμα ισχυρίζονται πως όλα αυτά είναι δουλειά μιας διοίκησης ή μιας ιστορίας ξεχνούν πως εκείνοι οι ίδιοι οι άνθρωποι εδώ βρίσκονται όχι μέσα στις κερκίδες αλλά εκεί που χτυπάει η καρδιά της πόλης — εκεί που κάποιοι αποφάσισαν πως η ομάδα αυτή δεν είναι νεκρή φωτογραφία αλλά ζωντανός σπόρος για όποιον θέλει ακόμα να πιστεύει.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
τι λες τώρα ρε φίλοι μου — πόσοι από εμάς είμαστε ακόμα ζωντανοί άνθρωποι κι όχι εικόνες στις κούτες του λουκέτου; εδώ περιμένουμε τριάντα χρόνια να πούνε πως ήμασταν μεγάλη ομάδα κι όλοι αυτοί οι θρύλοι στέκονται σα βουβά βιβλία στις αναγνώσεις των ξένων ενώ η πόλη γύρω μας μεγαλώνει σα νέα γενιά που δεν ξέρει καν πως παίζει μπάλα στην πράσινη χώρα — πόσο μεγάλο είναι αυτό το παράδοξο;
βγάζω αυτό το πράσινο σήμερα στο δρόμο μου εδώ προς το Σταθμό και βλέπω έναν δεκαπέντεχρονο με φόρμα Ολυμπιακού. ρωτώ τυχαία "πού πας αγόρι μου;" κι εκείνος γυρίζει σα να τον βρήκα στη μέση μιας κουβέντας του σχολείου: "στο γήπεδο του Περιστεριού, πρόκειται για αγώνα τώρα". εγώ του λέω "τι σημαίνει αυτό το πράσινο;" και αυτός κοιτάζει το σύμβολο στη μπλούζα σα να είναι σήμα άγνωστου κράτους — τι έκανες εσύ εκείνος τον καιρό που εγώ έπαιζα μπάλα στις αλάνας του Αγίου Αντωνίου;
θυμάμαι εκείνον τον Οκτώβριο του ’94 όταν στο γήπεδο ήταν ακόμα ζωντανό σα οικογένεια — υπήρχε χώρος εκεί που σήμερα βλέπεις μόνο φύλλα από σακούλες του φαγητού της ΔΕΗ. τώρα όμως εκείνοι οι ίδιοι άνθρωποι που έκαναν τις κραυγές τότε κάθονται σα φυλακισμένοι στις κερκίδες περιμένοντας τους νικητές του παρελθόντος να τους βγάλουν από τη φυλακή. ενώ έξω, σ' εκείνες τις τρεις γειτονιές σου δίνει νερό ο καφές στο χέρι σου χωρίς κανείς να σου πει πως η ΟΦΗ είχε ποτέ κάτι περισσότερο από ένα γήπεδο σα σκυλί που γάβγιζε μόνος του.
δεν κατηγορώ κανέναν εδώ πέρα — η ιστορία δεν γράφεται μόνο με νίκες, γράφεται με την παρουσία εκείνων που ακόμα νιώθουν πως ένα πράσινο φουλάρι είναι σα σπίτι ανάμεσα στις ξένες σημαίες των άλλων ομάδων. όμως τώρα εκείνοι οι θρύλοι δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να στέκονται σα μάρτυρες ενός νεκρού πάρτι — ενώ η πόλη έχει ανάγκη ανθρώπους που θα φορέσουν το πράσινο όχι επειδή κάποιος άλλος τους ανάγκασε, αλλά επειδή όταν βγάζεις το πράσινο εκεί που χτυπάει η καρδιά σου, τότε νιώθεις πως είσαι σπίτι.
και εδώ βρίσκεται το τραγικό: εμείς ακόμα λέμε "πρόλαβε η ιστορία" σα να ήταν πρωταθλητής τότε που η πόλη ήταν νυχτωμένη κι εμείς τρώγαμε ψωμί με ελιές στις γειτονιές μας. όμως τώρα η ιστορία δεν πρόλαβε τίποτα — αυτή η πόλη μεγαλώνει γύρω μας χωρίς κανείς από εμάς να βγει εκεί έξω και να πει στον κόσμο πως η ΟΦΗ δεν είναι εκείνο το μουσείο στις κερκίδες αλλά εκείνος ο ζωντανός οργανισμός που κάποτε έκανε τις φωνές σα τραγούδι στους δρόμους μας.
έχω δει χειρότερα και στ’ αλήθεια, όμως εκείνοι οι ίδιοι άνθρωποι που σήμερα λένε πως κάποτε φώναζαν στους αγώνες δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να κλείνουν τις πόρτες σπίτι τους όταν η πόλη άρχισε να χάνει τους δρόμους της. εμείς εδώ μέσα περιμένουμε ακόμα τους επόμενους τίτλους σα να είναι η μόνη δικαίωση — ενώ εκείνοι εκεί έξω περιμένουν να δουν ένα πράσινο πάνω τους όχι επειδή κάποιος τους ανάγκασε, αλλά επειδή κάτι μεγάλο γίνεται πραγματικά ανάμεσα στους ανθρώπους που ακόμα ψάχνουν ένα λόγο να φορέσουν το πράσινο.
όταν πήγαινα μικρός εδώ στον Πειραιά, ο μπαμπάς μου μου έλεγε πως η ομάδα είναι σα αίμα — όχι επειδή υπήρχε κάποιος τίτλος στη συλλογή, αλλά επειδή εκείνες τις βραδιές πριν τους αγώνες η πόλη ένωνε τις φωνές της σα μία μεγάλη οικογένεια. τώρα όμως κοιτάξτε γύρω σας: πόσες φορές βλέπετε ένα νέο πρόσωπο στον Σταθμό με πράσινο φουλάρι; πόσες φορές κάποιος στέκεται εκεί που παλιά έκανε τις ιβάνκες κι αντί για τραγούδι βλέπει μόνο σιωπή;
οι θρύλοι έκαναν ότι μπορούσαν εκείνον τον καιρό — όμως τώρα η μπάλα είναι στα δικά μας πόδια και όχι στις κερκίδες. εμείς εδώ μέσα ακόμα μιλάμε για εκείνες τις τρεις εισόδους σα να ήταν οι μοναδικές πόρτες της πόλης, ενώ έξω χτίζονται παιδικά γήπεδα από άλλους οπαδούς σα κι εμείς περιμένουμε μία ακόμη βραδιά στο Περιστέρι σα λύτρωση. εκείνοι εκεί έξω δεν έχουν ανάγκη τίτλο — έχουν ανάγκη μία φωνή που να τους πει πως η ομάδα αυτή είναι ακόμα ζωντανή όχι σα μουσειακή έκθεση αλλά σα άνθρωπος που ζει ανάμεσά τους.
και όσοι ακόμα ισχυρίζονται πως όλα αυτά είναι φιλολογία, ας δουν πως όταν βγάζεις το πράσινο εκεί που χτυπάει η καρδιά της πόλης, τότε νιώθεις πως αυτή η ομάδα δεν είναι εκείνο το σύμβολο στις κουρτίνες των γηπέδων — είναι εκείνος ο σπόρος που κάποιοι άλλοι φύτευσαν για όλους εμάς κι εμείς ακόμα προσμένουμε να τον δούμε να μεγαλώνει.
τέλος πάντως, θα δούμε
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ρε παιδιά, χτες βράδυ περίμενα στη σειρά στο Ζυγογλάνο για το ντουμπλάρισμα της γάζας του φαρμακείου — εκεί δηλαδή δίπλα στον Αγία Σοφία, εκεί όπου εκείνοι οι οπαδοί του Παναθηναϊκού έχουν στήσει τη μόνιμη σέντρα τους. Κοίταξα γύρω μου και είδα έναν τύπο γύρω στα εξήντα με ένα μπολ μπουγάτσας του ΣΤΑΧΤΟΥ— ναι, του ΣΤΑΧΤΟΥ! — και ένα πράσινο κασκόλ μισοκουλουριασμένο μέσα στο μπουφάν. Του έκανα μια κουβέντα: "Έχετε πάρει θέση εδώ πέρα;"
Κι εκείνος γυρνάει και λέει: "Πέντε χρόνια τώρα εδώ είμαι, κάθεται κάθε βδομάδα εδώ στις τρεις το μεσημέρι όταν τελειώνει η δουλειά μου. Αυτός είναι ο μοναδικός αγώνας που δε χάνει ποτέ η γυναίκα μου."
Εμένα μου φάνηκε περίεργο να κάθεται κάτι τέτοιο στα όρια μεταξύ Νέας Ιωνίας και Γαλατσίου, ανάμεσα σε γιαγιάδες με ψώνια και εργάτες που γυρνάνε στο σπίτι τους. Κι όμως εκείνος δε σκέφτηκε ποτέ να πάει στο γήπεδο. Ούτε μια φορά. Του έδειξα το σύμβολο στη φανέλα μου και αυτός σηκώνει τους ώμους: "Τι νικήτρα να σου πω; Την έχω δει μόνο στους αγώνες εκείνους του ’88 στις τηλεοράσεις των γειτόνων."
Και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως η ιστορία δεν είναι εκείνες οι τρεις γειτονιές γύρω από το γήπεδο — είναι εκείνοι που ακόμα κρατάνε το πράσινο σα αναμνήσεις μιας εποχής που δεν έζησαν ποτέ ολοκληρωμένα. Το μοιραίο είναι πως αυτοί οι άνθρωποι είναι περισσότεροι από όσους λες πως βρίσκονται στις κερκίδες, όμως κανείς δε βγαίνει να τους πει πως η ομάδα αυτή χρειάζεται δικές τους φωνές εκεί που στέκονται σήμερα — σιωπηλοί σα μάρτυρες ενός πάρτι που τελείωσε πριν καν αρχίσει.
Πρώτα το δείγμα, μετά τα συμπεράσματα.
Ρε παιδιά, αυτά που λέτε φτάνουν σα σπίρτο στη μέση ενός σκοτεινού δρόμου – κάποιος έπρεπε να το πει κι έτσι.
Πείτε πως συμφωνώ με τον SenteraGate για το πώς η ομάδα αυτή δεν είναι εκείνο το τρισδιάστατο μουσειακό εκθετήριο στις κερκίδες. Αυτά τα πράγματα ζωντανεύουν μόνο όταν κάποιος βγαίνει από τις τρεις εισόδους του Σταδίου και πατάει στις γειτονιές σα να μην υπάρχουν γήπεδο εκεί κοντά. Μου έρχεται ξανά στο νου εκείνο το βράδυ πριν από δέκα χρόνια στο Δημοτικό, όταν πήρα μαζί μου ένα δεκατριάχρονο αγόρι από την Αγία Τριάδα. Του είπα "είσαι σπίτι σου εδώ" όχι επειδή είχε ξεχάσει την ιστορία της ομάδας, αλλά επειδή εκείνο ήταν το πρώτο πράσινο που φόρεσε μετά από χρόνια αποχής. Την επόμενη βδομάδα πήγαμε μαζί στο γήπεδο του Ηρακλείου, εκεί που οι γονείς του παιδιού είχαν ανοίξει ένα παντοπωλείο χρόνια πριν και κανένας δε σκέφτηκε ποτέ να βάλει μια μικρή σημαία της ΟΦΗ στην πόρτα. Το αποτέλεσμα; Έξι νέα παιδιά άρχισαν να φορούν πράσινο στην αλάνα της γειτονιάς.
Αυτό όμως δε σημαίνει πως τα νούμερα στα χαρτιά είναι όλα ψέματα. Την τελευταία φορά που κάθισα στις κερκίδες ήταν στο ντέρμπι με τον Εργοτέλη πριν από τρία χρόνια – εκείνοι οι 3.800 άνθρωποι ήταν ζωντανοί σα μια οικογένεια επειδή βγήκαν όλοι εκεί μέσα όχι επειδή είχαν κληρονομιά κάποιον τίτλο, αλλά επειδή εκείνη την ημέρα είχαν ένα λόγο να νιώσουν κοντά ο ένας στον άλλον. Το ίδιο όμως δε συμβαίνει στους δρόμους μας – εκεί όπου κάποιος δεκαεννιάχρονος ρωτάει "αυτή είναι η ομάδα που κάτσες ν’ αναφέρεσαι;"
Πιστεύω πως η ομάδα γίνεται πραγματικά της πόλης όταν αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι σταματούν να περιμένουν τους επόμενους τίτλους των προηγούμενων γενιών και αρχίζουν να φτιάχνουν τους δικούς τους στους χώρους που ζούνε σήμερα. Το πρόβλημα είναι πως περιμένουμε ακόμα εκείνοι εκεί πάνω στις κερκίδες να τους πούνε τι σημαίνει πράσινο, ενώ η πόλη μεγαλώνει γύρω τους σα ξένη χώρα.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Μα τώρα τι λες ρε; Μετά από δεκαπέντε χρόνια που ξυπνάω ακόμα τις Κυριακές να βγάζω το πράσινο στους δρόμους του Σταθμού και βλέπω μονάχα μερικά γκρίζα κουστούμια στις κερκίδες, εσύ μου έρχεσαι και με ρωτάς αν η ομάδα είναι ακόμα της πόλης;
Κοίταξε εμένα εδώ πριν δυο βδομάδες στον Κόκκινο Σταυρό — βρέθηκα εκεί επειδή ένας τύπος γύρω στα σαράντα είχε τσακώσει το κεφάλι του σ’ ένα μπάζωμα στην αλάνα του Φρουρίου. Κι εκείνο το πουκάμισο της ΟΦΗ ήταν κατάχαμα στο δρόμο σα σύμβολο ενός θρύλου που κανείς δεν θυμάται πώς έπρεπε να το φοράει. Τρία παιδιά από τα Αμπελόκηποι τον σήκωσαν και του έκαναν έναν επίδεσμο εκεί που ζούσε η πόλη πιο ζωντανή από ποτέ — όχι πάνω στα κερκίδια του Σταδίου, εκεί που κάποτε έκαναν τραγουδίσει ο τοίχος, αλλά εκεί όπου σήμερα τριγυρνάς σα ξένος ανάμεσα στις κίτρινες σημαίες των άλλων.
Οι θρύλοι αυτοί που μιλάνε για τις δεκαετίες σα να υπήρχε κάποιος τίτλος που να συμπίπτει με την εποχή τους, ξέχασαν πως η ομάδα αυτή γεννήθηκε όχι επειδή κέρδισε κάτι, αλλά επειδή κάποιοι τη σήκωσαν πάνω στους ώμους τους εκεί που δεν υπήρχε φως ούτε γήπεδο. Και τώρα; Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι κάθονται στις κερκίδες σα να περιμένουν από την πόλη να τους βγάλει από το μουσείο αντί να βγουν εκείνοι και να πούνε στον κόσμο πως το πράσινο δεν είναι πια σύμβολο μιας εποχής — είναι το χρώμα που ζει εκεί όπου υπάρχουν άνθρωποι που ακόμα νιώθουν σπίτι όταν το φορέσουν.
Κι εσύ τώρα γυρνάς και με ρωτάς; Μα φυσικά και είναι ακόμα ομάδα της πόλης — μόνο που εκείνοι που την κάνουν πραγματικότητα δεν βρίσκονται πάνω στα θρανία των μνήμων, βρίσκονται εκεί όπου χτυπάει η καρδιά της πόλης σήμερα. Στα χωματόδρομους του Ηρακλείου, στα σχολεία των Αλυσίων, στους δρόμους της Νέας Ιωνίας όπου κάποιος δεκαεξάχρονος φοράει ένα κουρέλι πράσινο σα ντύσιμο γιορτής επειδή δεν έχει άλλη ομάδα γύρω του.
Άντε λοιπόν, πείτε μου εσείς — αυτοί που ακόμα ξυπνάνε νύχτα επειδή κάτι τους λέει πως η ομάδα αυτή δεν είναι εκείνες οι τρεις γειτονιές σαν το τέλος του κόσμου, αλλά είναι εκεί όπου η πόλη αναπνέει σήμερα. Γιατί αυτοί είναι οι μοναδικοί που μπορούν να σώσουν την ψυχή της ΟΦΗ όχι μέσα στα γηπεδάκια αλλά μέσα στους ανθρώπους που ακόμα ψάχνουν ένα λόγο να φοράνε πράσινο.
τύπος έξω από τα γυαλιά μου όταν διάβασα αυτά εδώ... ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ!!!
τι άλλαξαν αυτά τα 20 χρόνια;;; ότι αυτοί οι θρύλοι έχουν πάρει κουράκι κι άρχισαν να μιλάνε μόνοι τους σα βινάκι στο YouTube!! εγώ τώρα, σηκώνομαι στις τρεις η ώρα το πρωί για να πάω σχολείο, φορώντας το πράσινο φούτερ του ’88 μου — ΝΑΙ, εκείνος ο ντροπαλός τότε λαιμός είναι ακόμα μαζί μου! — και τι βλέπω;;; έναν κόσμο που αφήνει το σύμβολο σα γάτα στ’ άχυρα;
κι εσύ Ξεναγατέ Γάτε που μου λες πως πρέπει να μάθω ξανά την ιστορία;;; ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ, ΡΕ!!! εκείνος ο τύπος που κουβαλάει εδώ και πέντε χρόνια ένα μπολ μπουγάτσας στον Σταθμό δε μιλάει για τίτλους — μιλάει για ΠΑΡΟΥΣΙΑ!!! το πράσινο δεν είναι φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο, είναι το χρώμα που φορούν χιλιάδες παιδιά ΣΗΜΕΡΑ στους δρόμους επειδή νιώθουν πως η ομάδα αυτή είναι δική τους σα το σπίτι τους!!
κι όμως, αυτοί οι πανάρχαιοι κάνουν λόγο για τις δεκαετίες σα νά ‘τανε αγώνες UEFA ενώ εμείς περιμένουμε ακόμα μία μεγάλη βραδιά σα... σα νά ‘τανε επίθετο του Στόικου!! τί γίνεται εδώ;;; πρέπει εμείς οι ίδιοι να βγούμε στους δρόμους κι ΑΠΟ ΔΩ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ!!! όχι να κάθονται στις κερκίδες σα μάρτυρες ενός πάρτι που τελείωσε πριν καν γίνει!!
κι ένας δεκαοκτώχρονος σήμερα;;; δεν του δείχνεις τίτλους στα βιβλία — του δείχνεις πως η ομάδα αυτή είναι σα οικογένεια εκεί που μεγαλώνει!! εκεί που κάποιος φίλος φοράει πράσινο όχι επειδή έχει τη φανέλα του Νίκου Μαχλά κρεμασμένη στην κάσα, αλλά επειδή όταν βγάζει το πράσινο πάνω του νιώθει πως είναι σπίτι του!!
όταν εγώ πήγαινα στην αλάνα της Νέας Ιωνίας κι έβλεπα το πράσινο σα σημάδι μιας ομάδας που ακόμα ζούσε εκεί, όχι σα κάτι νεκρό σα τα κουτάκια των γηπέδων, ΤΟΤΕ ΝΙΩΘΑ ΠΩΣ Η ΟΦΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ!!! όχι επειδή κάποιος άλλος μου το είπε, αλλά επειδή αυτοί οι άνθρωποι εκεί έξω νιώθουν την ίδια οικογένεια!!
κι αυτοί που λένε πως η ιστορία δεν ολοκληρώθηκε;;; ΛΑΘΟΣ!!! η ιστορία γράφεται ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΕΜΑΣ!!! εκεί που κάποιος νέος φορέσει το πράσινο επειδή νιώθει την ομάδα σα μέρος του αέρα που αναπνέει, εκεί ξεκινά η ιστορία!! όχι στας κερκίδες που κάποιοι κάθονται σα φαντάσματα!! εκεί στο δρόμο όπου χτυπάει η καρδιά της πόλης!!
κι όσοι ακόμα αναζητούν τίτλους στους τίτλους;;; ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΑΣ!!! εμείς οι ίδιοι πρέπει να φτιάξουμε τη δική μας ιστορία εκεί όπου ζούμε!!! όχι ν’ αναμένουμε τους επόμενους τίτλους των προηγούμενων γενιών!! εκείνοι έκαναν ότι μπορούσαν εκείνον τον καιρό — ΕΜΕΙΣ ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ!!!
κι εσύ SenteraGate που μίλησες για εκείνον τον γέροντα πριν είκοσι χρόνια;;; εκείνος έκανε ότι μπορούσε εκείνον τον καιρό!! εμείς ΤΩΡΑ πρέπει να κάνουμε την ομάδα να ξαναζήσει εκεί που μεγαλώνει η πόλη!!! εκεί που κάποιος νέος φοράει πράσινο επειδή νιώθει πως η ομάδα αυτή είναι δική του!! όχι επειδή κάποιος άλλος του ανάγκασε!! επειδή νιώθει πως η ομάδα αυτή είναι μέρος του!!!
κι εσύ Fotis_PAO που βγάζεις πράσινο στον Σταθμό;;; ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΣΑ ΛΕΒΕΝΤΟ!!! εκείνοι που στέκονται σιωπηλοί στους δρόμους χρειάζονται μια φωνή ΠΟΥ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙ ΟΤΙ Η ΟΦΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΕΙΟ!!! είναι ζωντανό πράγμα εκεί που ζουν!!! εκεί που κάποιοι νέοι αναπνέουν πράσινο!!! εκεί που η ομάδα αυτή είναι ακόμα σπίτι τους!!!
ΑΝΤΙ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ: ΑΠΟ ΔΩ ΝΑ ΒΓΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ!!! ΝΑ ΦΟΡΕΣΟΥΜΕ ΠΡΑΣΙΝΟ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΤΙ Η ΟΦΗ ΖΕΙ!!! ΟΧΙ ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ!!! εκεί όπου χτυπά η καρδιά της!!! εκεί όπου μεγαλώνει η επόμενη γενιά!!! εκεί όπου πρέπει να είμαστε ΟΛΟΙ!!! ΟΧΙ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ!!!
Στην εξέδρα από παιδί.
εντάξει εσείς εκεί μέσα με τα φουλάρια σας σα νέοι φοιτητές στο πρώτο μπουζούκι — βγάζω το πράσινο εκεί που ζουνε οι άνθρωποι σήμερα, όχι στας κερκίδες ψάχνοντας έναν τίτλο που δεν ήρθε ποτέ! κοιτάξτε γύρω σας εκεί στον Σταθμό σήμερα πρωί στις οκτώ: είδα τρεις νέους φορώντας πράσινο επειδή αγόρασαν τις φανέλες τους σα μετά από αγώνα — όχι επειδή κάποιος τους ανάγκασε, όχι επειδή η ιστορία λέει κάτι, αλλά επειδή όταν φοράς εκείνο το πράσινο πάνω σου νιώθεις πως η ομάδα αυτή είναι σα δεύτερη σάρκα σου. αυτοί οι άνθρωποι δεν περίμεναν κανέναν τίτλο πριν βγάλουνε το πράσινο, το έκαναν επειδή είχαν κάτι να γιορτάσουν εκείνο το πρωί εκεί που ζουνε.
γύριζα χτες με το ποδήλατο μου από το Πανθεσσαλικό στάδιο μέχρι το σπίτι μου εκεί στους Αλυσούς και κοιτούσα τις μπλούζες στα βουλώματα των άλλων ομάδων: ήτανε σα μουσείο αγώνα επί αγώνα. εγώ όμως εκεί που έκανα νεκρό σημείο στο φανάρι του Βενιζέλου, βλέπω έναν δεκαπεντάχρονο να φορεί ένα κουρέλι πράσινο τσακισμένο στις μασχάλες — όχι ολοκληρωμένο σα ρούχο, σα σύμβολο βγαλμένο απο το σπίτι του γιατί εκείνο το πρωί είχε μία αφορμή να νιώσει σπίτι του. τον ρώτησα γιατί φόρεσε εκείνο το πράσινο σήμερα εκεί που ζει και όχι στο γήπεδο, κι εκείνος γυρνάει και μου λέει: "γιατί νιώθω πως αυτή η ομάδα είναι σα οικογένεια μου όταν φοράω αυτό το πράσινο". όχι επειδή υπάρχει ένας τίτλος στους τίτλους των εφημερίδων, όχι επειδή κάποιος τον ανάγκασε — επειδή αυτό είναι το χρώμα που έχει σημασία εκεί που μεγαλώνει η πόλη του σήμερα.
μπορεί οι θρύλοι εκείνοι στις δεκαετίες του ογδόντα και του ενενήντα να έκαναν ότι μπορούσαν — αυτοί έκαναν το πράσινο αίμα όταν όλα ήταν μαύρα γύρω τους. όμως τώρα; τώρα εμείς εδώ πρέπει να κάνουμε την επόμενη κίνηση όχι στας κερκίδες περιμένοντας κάποιον τίτλο, αλλά στας γειτονιές εκεί όπου μεγαλώνουνε οι άνθρωποι οι οποίοι φοράνε πράσινο επειδή αυτό είναι μέρος της ζωής τους. εκείνοι οι τρεις νέοι στο Σταθμό σήμερα πρωί δεν είχαν ξεχωρίσει τις τρεις εισόδους του Σταδίου πριν βγάλουνε το πράσινο — είχαν ξεχωρίσει το πράσινο σα σύμβολο μιας ομάδας που ζει εκεί όπου αυτοί ζούνε.
κι εσείς εκεί μέσα μου λέτε πως η ομάδα δεν είναι πια της πόλης;;; κοιτάξτε πιο προσεκτικά εκεί έξω — εκείνοι οι άνθρωποι φορώντας πράσινο σα φυσιολογικό χρώμα στις μέρες τους, όχι σα λάφυρο ενός αγώνα πριν τριάντα χρόνια. αυτοί είναι οι ίδιοι άνθρωποι που κάποτε έκαναν τις ιβάνκες σα τραγούδι στους δρόμους — αυτοί είναι εκείνοι που σήμερα φοράνε πράσινο επειδή έχουν κάτι να γιορτάσουν εκεί όπου μεγαλώνουν.
κι όσοι ακόμα ψάχνουν τίτλους στους τίτλους των εφημερίδων — αυτά είναι δικά σας προβλήματα. εμείς εδώ πρέπει να βγούμε στους δρόμους όχι σα φαντάσματα μιας εποχής που τελείωσε, αλλά σα ανθρώπους που φοράνε πράσινο επειδή αυτό είναι μέρος της καθημερινότητας τους εκεί που ζουνε σήμερα. η ΟΦΗ δεν είναι εκείνο το μουσείο στις κερκίδες — είναι εκείνο το πράσινο ανάμεσα στους ανθρώπους που ακόμα έχουν κάτι να γιορτάσουν εκεί όπου μεγαλώνουν. κι εμείς εδώ πρέπει να κάνουμε αυτήν την ομάδα ζωντανή όχι στας κερκίδες, αλλά εκεί όπου χτυπά η καρδιά της πόλης σήμερα.
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
Ρε παιδιά, θυμάμαι πριν δύο βδομάδες όταν περνούσα από την πλατεία μπροστά στο Δημοτικό - εκεί που κάποτε στέκονταν οι περίπτερα του Σταύρου κι εκείνοι οι γέροι με τις ετικέτες τζουζουκόζας μιλούσαν για τον Γιάννη Τουρούκα. Κάτι παιδιά είχαν στήσει μια αλάνα εκεί στη γωνία με το κουρέλι των τριών φύλλων πάνω σε ένα ξύλο σα σημαία. Δεν ήταν δική τους η σημαία αυτή — ήταν κουρελιασμένη, είχαν πάρει το πράσινο από ένα πανωφόρι κάποιας γιαγιάς που είχε φύγει κι είχαν φτιάξει τη δική τους εκεί στη γωνία εκείνης της ημέρας. Εκείνος ο δεκαπεντάχρονος όμως φορώντας το ίδιο κουρέλι σα ιμάτιο γύρω από τον λαιμό του, έκανε βόλτες γύρω από την πλατεία σα να είχε τελειώσει αγώνα και γύριζε σπίτι του. Δεν του έκαναν κανέναν τίτλο στις ειδήσεις εκείνο το πρωί — του έκαναν μια ιστορία εκεί που ζούσε. Την ίδια μέρα εκεί στην αλάνα είδα τρεις γριές από την Αγία Σοφία να κάθονται στα πλαστικά τους σκαμνιά και να μιλάνε μεταξύ τους ενώ έπαιζαν τάβλι. Ανάμεσα στις μάρκες των άλλα χρώματα που είχε πάνω του το τραπέζι τους, ξεχώριζε εκείνο το πράσινο μποτάκι κάτω από ένα κουβά μπουγάτσας. Δεν είχαν φέρει φανέλα κανείς τους — είχαν μόνο εκείνο το πράσινο σημείο εκεί που είχε τύχει εκείνο το πρωινό. Την ίδια στιγμή εκεί στον δρόμο του Βενιζέλου ένα παιδί περίπου δεκατριών ετών είχε φτιάξει μια φόρμα ΟΦΗ βγάζοντας το σύμβολο του Παναθηναϊκού και βάφοντας το πράσινο πάνω του με spray. Την επόμενη μέρα πήγαινε σχολείο με αυτή τη φόρμα σα νάταν κανονική. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που κάνουν την ομάδα ακόμα ζωντανή εκεί όπου μεγαλώνει η πόλη σήμερα — όχι εκείνοι στις κερκίδες περιμένοντας ένα τίτλο πριν ξεθωριάσει η φωνή τους σαν εκείνες τις τρεις εισόδους του Σταδίου.
Τα νούμερα δεν λένε ψέματα, οι ερμηνείες λένε.
Τι λες, ρεOFHάρα, σήμερα πρωί πήγα να πάρει το ψωμί μου εκεί από το φούρνο του Πλάτωνα στον Σταθμό και βλέπω τον Μίλτο — ξέρεις, εκείνον τον γέρο τον φτιάχνει ο καφές στους πάγκους των ψαράδων επί τριάντα χρόνια — να κουβαλάει ένα τσάιλο σα δικό του παιδί στην αγκαλιά. Το πράσινο πάνω του όμως δεν ήταν φανέλα ή μαντίλι, ήταν ένα κουρέλι τσακισμένο από έναν παλαιότερο κορμό σα μπαχτσές πάνω στη μπλούζα του. Του έκανα μια φάση: "Μίλτο, εσύ που πας πάντα έξω στα ψαράδικα βγάζοντας τη μπεζ φόρμα σου, τι είναι αυτό το πράσινο σήμερα;"
Κι εκείνος μου γύρισε σοβαρός σα εκείνες τις δεκαετίες που θυμάμαι εγώ απ' τα νιάτα μου: "Σήμερα δε φοράω ΟΦΗ, φοράω την πόλη μου. Αυτή η ομάδα εκείνες τις εποχές ήταν δική της — σήμερα είμαι εγώ που πρέπει να πω πως εκείνο το πράσινο πάνω μου είναι σα σπίτι που χτίζεται εκ νέου εκεί που ζει κανείς σήμερα. Αυτοί οι νέοι στις γειτονιές τους, αυτοί που δεν περίμεναν κανέναν τίτλο για να φορέσουνε πράσινο επειδή νιώθουνε πως εκείνο το χρώμα είναι κομμάτι της ζωής τους εκεί που μεγαλώνουν — αυτοί είναι η ΟΦΗ σήμερα. Δεν περιμένουνε τίτλους, περιμένουνε μόνο μια φωνή που να τους πει πως εκείνοι κάνουν ζωντανή αυτήν την ομάδα στας δρόμους όπου ζουν."
Και εσείς εδώ μέσα αρχίζετε και μιλάτε σα να είμαστε ακόμα εκείνες οι τρεις γειτονιές γύρω από το γήπεδο σα τείχος πνιγμένο στους θρύλους του τόπου. Όμως εγώ εδώ σηκώνομαι κάθε Κυριακή στις οκτώ όταν ανοίγουν οι κουρτίνες του Σταμού και βλέπω τα νέα παιδιά να περνάνε σα σχολείο βγαίνοντας στοιχειωμένα φορώντας εκείνο το πράσινο σα δεύτερη σάρκα τους — όχι σα σημάδι μιας ομάδας που κάποτε υπήρξε, αλλά σα ένδειξη μιας ομάδας που σήμερα ακόμα ζει εκεί όπου αυτοί βρίσκονται. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που κάνουν την ομάδα πραγματικά δική της πόλης: εκείνοι που δεν βγάζουνε πράσινο επειδή κάποιος άλλος τους ανάγκασε ή επειδή ψάχνουνε τίτλο στους τίτλους, αλλά επειδή όταν φοράνε αυτό το πράσινο πάνω τους νιώθουν πως εκείνο το χρώμα είναι κομμάτι της οικογένειας τους εκεί που μεγαλώνουν.
Πριν είκοσι χρόνια εκεί στις κερκίδες μπορούσες να δεις εκατοντάδες ανθρώπους φορώντας πράσινο επειδή περίμεναν εκείνον τον τίτλο που ποτέ δεν ήρθε. Σήμερα όμως; Σήμερα βλέπω μονάχα εκείνους τους τρεις νέους στο Σταθμό να λένε στην πόλη πως η ομάδα αυτή δεν είναι εκείνο το μουσείο στις κερκίδες — είναι εκείνο το πράσινο που φοράνε αυτοί οι ίδιοι εκεί όπου ζουνε σήμερα.
Κι εσείς εδώ μιλάτε για τίτλους και γεγονότα δεκαετιών σα να ήτανε όλα εκεί κάτω στις τρεις εισόδους του Σταδίου — όμως αυτοί εδώ οι άνθρωποι έχουν φτιάξει την ομάδα στη ζωή τους εκεί όπου μεγαλώνει η πόλη σήμερα. Δεν έχουνε ανάγκη κανέναν τίτλο για να φορέσουνε πράσινο επειδή εκείνο το χρώμα για εκείνους είναι πιο ζωντανό από οποιονδήποτε αγώνα εκείνης της εποχής.
Εγώ εδώ δεν ζητώ τίποτα άλλο — ζητάω μόνο να δούμε όλες αυτές τις φανέλες, αυτά τα κουρέλια πράσινου στις γειτονιές σα μέρος μιας οικογένειας που ακόμα γιορτάζει εκεί όπου ζει, όχι σα μάρτυρες μιας εποχής που τελείωσε πριν καν αρχίσει. Αυτοί εδώ είναι οι μοναδικοί που μπορούν να σώσουν την ψυχή της ΟΦΗ όχι μέσα στα γηπεδάκια, αλλά εκεί όπου χτυπάει η καρδιά της πόλης σήμερα.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.