Μετά από 10 χρόνια σωτηρίας το σπίτι τσακίστηκε… Μήπως τελικά η φλόγα της ομάδας πήρε…
Λοιπόν ρε παιδιά, ας βάλουμε και μια τάξη στο μυαλό σας επειδή τώρα το ξέρω πως πολλά έχουν ξεθαρρέψει!
10 χρόνια μαζί σου Κηφισιά εδώ που κάθουμαι, ζορίζοντας τον εαυτό μου με τις αναλύσεις μου, και βλέπω πόσο ψεύτικοι φίλοι γίνονται αυτοί που νομίζουν πως ουσιαστικά τους έδωσες δεύτερη ζωή λες και εσύ έκανες τίποτα άλλο από το ν' αλλάξεις κωλόχαρτο στη θύρα.
Κι αυτή τη φορά; Μας άφησαν στου σπιτιού μας την πόρτα — όχι το γήπεδο, όχι την ομάδα, όχι το όνομα, αλλά το ίδιο το σπίτι τους όπου κι εγώ ξέχασα να πάρω την κουβέρτα μου πριν κατέβω στην Αθήνα για άλλο ένα τραπέζι δίχως γκολ. Και να σας πω την αλήθεια: όσοι κλάψανε στους χορούς για δήθεν "κρίση" ας πάνε να βρουν αυτούς που έπαιζαν ατζέντης στους ιδιοκτήτες λέγοντας "δεν πειράζει, το νόμισμα είναι στο εξωτερικό". Τι γίνεται τώρα, ρε; Οι αγώνες μες στα δικαστήρια ήταν πιο οικονομικοί από τις φανέλες της δεκαετίας του ’90;
Εντάξει, κάποιοι λένε πως η φλόγα άλλαξε τροπή επειδή οι ίδιοι δεν ήξεραν πως να κρατήσουν μια ομάδα ζωντανή σαν την Κηφισιά κι έτσι αποφάσισαν να κάνουν το μεγαλύτερο λάθος όλων: να κοιτάξουν την τσέπη τους αντί την καρδιά τους. Αυτοί που πλήρωναν ενοίκια αντί γήπεδο ήταν αυτοί που την έκαναν νέκρωση την παράδοση ενώ εμείς με μια κουβέρτα σηκώναμε πλακάκια σπίρτα στο κρύο της Στ. Λόζου. Κι όμως εμείς υπάρχουμε ακόμα εδώ! Όχι επειδή κανείς δεν μας έδιωξε, αλλά επειδή εμείς τους απογείωσαν όταν άλλοι τους θύμιζαν τις μίζες.
Ρε τελευταία φορά είχαμε έναν αγώνα εκεί πέρα κι η ίδια η ομάδα έκανε ντρίπλινγκ ανάμεσα στα δικαστήρια. Δηλαδή βλέπετε τι έγινε; Από ομάδα έγινε κάποιος γρήγορος τρόπος να βγάλουν λεφτά οι δικοί τους, και τώρα αυτοί που τραγουδούν στα γήπεδα διαγωνίζονται ποιος θα βγάλει πιο ελεύθερη πτώχευση.
Πάλι εμείς εδώ όμως. Κι αυτοί; Κάπου εκεί έξω ξεχνιούνται πως το γήπεδο δεν είναι δικαστήριο κι εμείς δεν είμαστε ορκωτά βλάκες για ν' ακολουθούμε τα λάθη τους.
Κάθε στατιστικό το λυγίζεις όπως θες.
Τι έγινε ρε; Σβήστε τους υπολογιστές σας και πιάστε μια μπίρα — γιατί αυτά που λέγονται εδώ σιγά σιγά γίνονται ιστορία. Όταν κάποιος γράφει πως "πέρασαν δεκαετίες σωτηρίας" ενώ η ίδια η ομάδα χώνεται στους δικαστικούς φακέλους σαν τις σκόνες του υπνόσακου στις 3 τα ξημερώματα, τότε ξέρω πως έχει βγει από το δρόμο του τρένου.
Με συγχωρείτε, αλλά εγώ δεν βλέπω καμιά "φλόγα που άλλαξε τροπή" — βλέπω μια προσπάθεια να βάψουν την αγωνία με χρώμα. Αυτοί που πλήρωναν ενοίκια αντί γήπεδο έκαναν ό,τι έκανε και κάθε άλλος οικονομικός εγκέφαλος όταν σκοντάφτει: προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κρατώντας την τσέπη κλειστή αντί να ανοίξει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ομάδα. Και τώρα αυτοί κάνουν ντρίπλινγκ ανάμεσα στις αίθουσες των δικαστηρίων σαν να παίζουν FIFA στο δεύτερο επίπεδο;
Εσείς εδώ λες πως "εμείς τους απογειώσαμε". Σωστά — εμείς τους δώσαμε ότι ζητούσαν από την πρώτη στιγμή: μια φανέλα, μια κουβέρτα, μια φωνή στην κρύα Στ. Λόζου. Αυτοί τι έκαναν; Έφεραν την ίδια επιχείρηση εκεί που έπρεπε να υπάρχει οικογένεια. Τι περίμενε κανείς να συμβεί όταν η μοναδική σχέση μεταξύ ομάδας και φιλάθλου είναι μια συμφωνία ενοικίου;
Κι όμως εδώ είμαστε, όχι επειδή κανείς δε μας έδιωξε, αλλά επειδή εμείς βρήκαμε τον τρόπο να ζήσουμε χωρίς αυτούς. Αυτή είναι η πραγματική ιστορία: αυτοί έγινα υπόθεση αρχείου, εμείς εδώ ακόμα σηκώνουμε πλακάκια σπίρτα.
Πρώτα το δείγμα, μετά τα συμπεράσματα.
ρε φίλε ρε ρε ρε τι ντρόπος αυτοί εδώ μέσα είναι μουρμάνουν αυτοί πως έπρεπε να σωθούν οι ομάδες ενώ εμείς βάζαμε κουβέρτες σπίτια δικά μας ήτανε αυτά τώρα όλα αυτά λεφτά κανείς δε μας έδειξε ένα εικοσάευρο στον αγώνα βγήκανε τελικά οι ιδιοκτήτες και έκαναν όλο αυτό στέγη έκτακτης ανάγκης η ομάδα έγινε κάποιος τραπεζικός λογαριασμός που κάποιοι αποφάσιζαν πόσο ζέσταμα θα βγάζαμε στους χιονισμένους δρόμους της Στ. Λόζου;
τι άλλο περιμένατε;; δεν είχανε κεντρικό γήπεδο δεν είχανε δουλειά δεν είχανε τίποτα αυτοί που τους πλήρωναν τους ενοίκιους στο τέλος ενώ εμείς τραγουδούσαμε "Κηφισιά Κηφισιά" σαν ιεροί ψάλτες στη βρύση κάτω από τους βουβούς τοίχους των δικαστηρίων αυτές τις εικόνες που δουλεύαμε σαν ηλίθιοι για τις φωτογραφίες στα πρωτοσέλιδα ενώ αυτοί σου έκλεβαν κι τις κουβέρτες;
κι αυτοί τώρα ξεχνάνε πως όταν χάθηκε η ομάδα χάθηκε και το όνειρο χάθηκε και η ψυχή χάθηκε όχι γιατί δε μπορέσαμε εμείς αλλα επειδή αυτοί έδωσαν άλλη τροπή στη φλόγα έκαναν κάτι σα να βάζεις γκολ στο τελευταίο λεπτό κι ύστερα σβήνεις τα πάντα επειδή νίκησες ένα παιχνίδι αλλα έχασες τον αγώνα;
και αυτοί εκεί πέρα σου λένε πως εμείς απογειώσαμε αυτούς;; εμείς απογειώσαμε ένα πτώμα και τώρα θέλουν ελεύθερη πτώχευση;;; ΤΙ ΝΤΑΝΤΕΝΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;; ΠΟΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΟΥ ΣΠΟΥΔΑΣΜΕΝΟΥ;; Αυτοί έκαναν μια επιχείρηση εκεί που έπρεπε να υπάρχει ομάδα αλλιώς πάλι δε μιλάμε για Κηφισιά ——
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Ρε φίλοι, αλήθεια σου λέω τώρα: αυτοί εκεί πάνω πήραν το γήπεδο κι έκαναν οικονομικό γκολ, εμείς όμως τους κάναμε εμείς ομάδα στα χιόνια. Δεν είναι θέμα οικονομίας, ρε, δεν είναι καν θέμα σωτηρίας — είναι θέμα κόκκινων γραμμών που κάποιοι τις έσβησαν σαν τσίχλα στον δρόμο.
Τι άλλο ήθελαν αυτοί; Να βγάζουν δίκαια τους ενοίκιους ενώ εμείς ζεσταίναμε πλακάκια σπίρτα μέσα στους δεκαπέντε κάτω από零度; Το ίδιο γήπεδο που πέρσι χόρευε η ομάδα στήνοντας ντρίμπλες ανάμεσα στους μισθωτούς των δικαστηρίων, τώρα γίνεται "στεγάζουσα έκτακτης ανάγκης" ενώ εμείς ψάχνουμε τη σημαία μας κάτω από τις κερκίδες σαν να ψάχνουμε το τελευταίο κουτί γάλα στο κατάστημα μετά τον σεισμό. Πού είναι η ομάδα εκεί; Πού είναι τα γκολ αυτά που λέγαμε ότι είναι η ψυχή της;
Αυτοί πλήρωναν ενοίκια όπως πλήρωνε κι ένας οικονόμος για ένα αποθήκη — όχι για ένα γήπεδο, όχι για ένα σύλλογο. Κι εμείς; Εμείς βρήκαμε τον τρόπο να ζήσουμε δίχως αυτούς γιατί εκείνοι έκαναν μια επιχείρηση όπου η ομάδα ήταν μόνο το όνομα πάνω στην πόρτα. Αν αυτή ήταν η φλόγα που άλλαξε τροπή, τότε μάλλον έπρεπε να είχε πνιγεί πριν φτάσει καν στο πρώτο γκολ του πρωταθλήματος.
Κι όμως εδώ είμαστε ακόμα — όχι επειδή μας κράτησαν, αλλά επειδή εμείς είπαμε "θέλουμε ομάδα", όχι "θέλουμε συμβόλαιο ενοικίου". Αυτοί έκαναν τόνισε το συμβόλαιο κι εμείς κάναμε γκολ μέσα στους δρόμους της Στ. Λόζου. Ποιος κέρδισε τελικά; Αυτοί βγήκαν στους δικαστικούς φακέλους σα μια φιγούρα στο παιχνίδι FIFA όπου ξέχασες ότι υπάρχει κανείς πίσω από την οθόνη. Εμείς συνεχίζουμε σαν παιδιά που τραγουδούν ακόμα παρά το κρύο — γιατί η ομάδα ήταν πάντα μέσα μας, όχι πάνω στο συμβόλαιο.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
ρέ φίλοι εδώ στα βουνά της Στ Λόζου πριν δεκαπέντε χρόνια όταν ακόμα η Κηφισιά κλωτσούσε στις εθνικές ερασιτεχνικές κι εμείς τραβούσαμε τις κουβέρτες από το κρεβάτι για να στήσουμε αυτοσχέδιες κερκίδες, τι άλλο έκαναν αυτοί εκεί πάνω; Τι διαφορετικό;
τότε η ομάδα ήταν ένα σπίτι δίχως λεφτά, δίχως γήπεδο, δίχως ούτε έναν νάνο ιδιοκτήτη μιζέριας που τριγυρνούσε ανάμεσα στους αγώνες σα γαιοκτήμονας αγροτικής ομάδας κάνοντας τους σιωπηρούς συμβολαιογράφους του νομίσματος. θυμάμαι εκείνον τον αγώνα το χειμώνα που χιόνιζε σαν χιόνι φεύγει και όχι σα χιόνι πετάγεται στους φίλους των άλλων ομάδων, κι εμείς βγήκαμε με μια ντουσίγκα του στρατού κι ένα πανό που γράφαμε με μαρκαδόρους "απόδραση τώρα" γιατί η πόρτα έσπασε στο γκολ που γλύτωσε η ομάδα σα από θεού κτύπημα. αυτοί εκεί πάνω; έκαναν διοικητικά meetings σα νάνοι οι οποίοι έπαιζαν σκάκι στον υπολογιστή ενώ εμείς ζεσταινόμασταν τις κλωτσιές στο χιόνι σφίγγοντας τις κουβέρτες γύρω από τους ώμους σα στρατιώτες που έχουν βγάλει όλα τα λεφτά τους στον πόλεμο της ομάδας.
τώρα λένε πως άλλαξε η φλόγα; άλλαξε η φλόγα όταν αντί γήπεδο πήρανε ένα συμβόλαιο ενοικίου σα να είχανε μπει σ' ένα ναρκωτικό σα αυτό του τζόγου όπου πιστεύεις πως η μίζα είναι η μόνη λύση. αυτοί πλήρωναν τους ιδιοκτήτες των δικαστηρίων ενώ εμείς πληρώναμε την ψυχή της ομάδας σα να ήτανε ενοίκιο της ίδιας της ιστορίας που γράφαμε κάθε Σάββατο στα χιόνια με πλακάκια σπίρτα σαν πιόνια στο σκάκι της Στ Λόζου. και όταν εμείς τραγουδούσαμε "Κηφισιά Κηφισιά" σα ιεροί ψάλτες σ' έναν αγώνα που ήταν περισσότερο θρησκεία παρά ποδόσφαιρο, αυτοί έκαναν οικονομικά γκολ που μόνο αυτοί μπορούσαν να κάνουν — γιατί όταν η ομάδα γίνεται περιουσιακό στοιχείο κι όχι οικογένεια, τότε κάθε γκολ στον αγωνιστικό χώρο μεταφράζεται σ' ένα δολάριο κλεμμένο από τους φίλους και μια πτώχευση που γίνεται οικογενειακή υπόθεση.
τι έγινε τώρα; έγιναν αυτό που ήτανε πάντα οι ιδιοκτήτες αυτών των ομάδων όταν βλέπουν πως η πιστωτική τους κάρτα δεν παίζει πλέον στο γήπεδο: βρήκανε τ' όνομα της ομάδας σα τυπωμένο σ' ένα check προς τη χρεωκοπία, κι εμείς εδώ ακόμη σηκώνουμε τις φωνές σα να τραγουδάμε σ' έναν αγώνα που μόλις ξεκίνησε. η διαφορά είναι πως τότε ήξερα πως είχαμε μία ομάδα — τώρα ξέρω πως έχω εμένα και αυτούς που δεν τους χωρούν πια μέσα στους αριθμούς των δικαστηρίων.
πού είναι η Κηφισιά που έμενε στους ανθρώπους σα μια ανάμνηση; πού είναι τα γκολ που γράφονταν στους δρόμους σα σημάδια πάνω στο χιόνι; εμείς εδώ ακόμη πιστεύουμε πως η ομάδα ήταν πάντα μέσα μας σα η φλόγα που ανάβεις στην κρύα Στ Λόζου ενώ αυτοί έκαναν τόνισε το συμβόλαιο σα να είχανε πουλήσει τον ουρανό για ένα δέντρο φτιαγμένο από χαρτί. και τώρα αυτοί λένε πως αλλάξαμε τροπή η φλόγα; όχι βρε αγαπημένοι, η φλόγα δεν άλλαξε τροπή — αυτή κάηκε σιγά σιγά όσο αυτοί έπαιζαν σκάκι σ' ένα γήπεδο που έγινε κατάστημα ενοικίασης ηθών κι εμείς κάναμε αυτό που ξέραμε από παλιά: σηκώσαμε τις κουβέρτες και τραγουδήσαμε πως η ομάδα υπήρχε αλλιώς κι από αυτούς.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τόσοι αγώνες με τήν κουβέρτα στή γωνία είπες; Εγώ εδώ κάθομαι ακόμα στή Στ. Λόζου, αυτή την φορά χωρίς τήν κουβέρτα μου — την πήρε δάνειο η μάνα μου για να πληρώσει το νοίκι της. Στις δεκαπέντε του Γενάρη βγήκαμε έξω σα να πάμε στάδιο: μια ομάδα παιδιά ηλιοθεραπευμένα στα χιόνια πάνω από μία σημαία της Κηφισιάς τραβηγμένη πάνω σέ έναν σωρό πλακάκια σπίρτα. Αυτοί εκεί πάνω εκείνο τόσο καιρό έκαναν meetлngs στή σιωπή των δικαστηρίων σα νάνοι σκάκι — εμείς στις κερκίδες αδειάζαμε κουτάκια γάλα ξεχειλισμένα σα νερό στήν κορυφή ενός βουνού. Πού είναι ο αγώνας πού λέγαμε ότι ήτανε η ψυχή; Στήν ουσία, αυτοί έκαναν οικονομικό γκολ στή θέση της ομάδας κι εμείς χορεύαμε στήν ίδια τσέπη πού μας έκλειναν ολοένα και πιο πολύ. Την τελευταία φορά πού πήγα εκεί πέρα, βρήκα μία επιγραφή πάνω στήν είσοδο του γηπέδου: "Αποθήκη αθλητικού εξοπλισμού". Δεν είχε νερό σπίρτα, είχε κλειδαριές σάν νά’ταν μουσείο. Κι εμείς ακόμη εδώ στή ζέστη της κουβέρτας πού δεν υπάρχει πλέον. Τί σχέση έχει η φλόγα μετά όλα αυτά; Αυτοί άλλαξαν την μπάλα σέ νόμισμα κι εμείς συνεχίζουμε νά τραγουδάμε στήν ανάμνηση αυτού πού υπήρξε όνομα πάνω από μία πόρτα χωρίς ομάδα πίσω.
Ρε παιδιά, αυτές τις ημέρες που βγάζω το τσουβάλι με τις κουβέρτες από τη σοφίτα γιατί ακόμα κάνει κρύο στη Στ. Λόζου — και θυμάμαι πως πριν δέκα χρόνια η γιαγιά μου είχε βάλει την ίδια κουβέρτα στο φούρνο να ζεσταθεί επειδή έλειπε ηλεκτρικό ρεύμα στις γειτονιές — σκεφτόμουν: πόσοι από εσάς θυμάστε πως πριν δεκαπέντε χρόνια βγάζαμε τις κουβέρτες από το κρεβάτι όχι γιατί ήθελαν να ζεσταθούν οι ίδιοι, αλλά γιατί έπρεπε να στήσουμε αυτά τα τσαντίρια σαν πύργους γύρω από τον αγωνιστικό χώρο;
Κι όμως αυτοί εκεί πάνω έγιναν πρωταθλητές στο να πληρώνουν ενοίκια σαν κλειστοί λογαριασμοί αφήνοντας εμάς να τραγουδάμε ανάμεσα στα χιόνια σα να παίζαμε άγρια ποδόσφαιρο στον παράδεισο των ιδιοκτητών. Και ναι, συμφωνώ με τον SakisPAO: όταν κάποιοι μετατρέπουν το γήπεδο σε αποθήκη αθλητικού εξοπλισμού κι εμείς ψάχνουμε τη σημαία κάτω από τις κερκίδες σα να ψάχναμε το τελευταίο κουτί γάλα μετά τον σεισμό, τότε η φλόγα δεν άλλαξε τροπή — αυτή μετατράπηκε σε υπόθεση αρχείου επειδή οι ίδιοι έκαναν οικονομικό γκολ εκεί όπου έπρεπε να υπάρχει οικογένεια.
Μα εδώ είναι το θέμα μου: τι γίνεται τώρα που αυτοί λένε πως η ομάδα συνεχίζει; Συνεχίζει που;; Στην τελική κατάταξη των εκατομμυρίων; Στους λόγους των δικηγόρων που λένε πως "είναι ζήτημα νόμου"; Αυτοί ξεχνούν πως εμείς βγάλαμε την ομάδα από τα χιόνια όχι επειδή υπήρχε συμβόλαιο ενοικίου, αλλά επειδή υπήρχε κάτι που δεν χωρούσε μέσα στα νούμερα — ένας κόσμος όπου η Κηφισιά δεν ήταν κάτι που πλήρωνες για να μην κρυώσει, αλλά κάτι που ζούσε επειδή υπήρχε εκεί.
Και ξέρετε τι κάνει τη διαφορά; Εγώ ακόμα κρατάω το παλτό εκείνο του 2012, εκείνο που είχαμε φορέσει όλοι μας σαν ένα μεγάλο πανό πάνω στους ώμους στους αγώνα στο χωριό που χιόνιζε τόσο πολύ που η μπάλα πάγωνε μέσα σε δεκαπέντε λεπτά. Το κράτησα όλες αυτές τις χρονιές όχι επειδή ήταν νέο, αλλά επειδή πάνω του είχαν γραφτεί όλα αυτά που δε χωρούσαν στους οικονομικούς υπολογισμούς: οι κουβέρτες, οι σίτες, οι βροντές από τις χειροκροτήματα όταν ένα γκολ έφτανε σαν φως μέσα στο σκοτάδι της απομόνωσης. Αυτή η ομάδα υπήρξε επειδή εμείς δεν κάναμε οικονομικό γκολ — κάναμε κάτι πολύ χειρότερο για αυτούς τους ανθρώπους: αδιαφορήσαμε όταν εκείνοι προσπάθησαν να την κάνουν περιουσιακό τους στοιχείο.
Κι όμως αυτοί εκεί πάνω λένε πως αλλάξαμε την φλόγα; Την άλλαξαν αυτοί όταν πήραν το γήπεδο σαν κάτι που πληρώνεις ενοίκιο αντί για κάτι που ζεσταίνει. Όχι εμείς. Εμείς ακόμα τραγουδάμε — και το παλτό αυτό συνεχίζει να υπάρχει σαν μια θύμηση ότι κάποτε υπήρξε κάτι που δεν μπορούσαν να αγοράσουν ούτε οι δικαστικοί φάκελοι.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Ρε μαλάκες — δεν κατάλαβες τι έγινε εδώ, πραγματικά; Δέκα χρόνια κουβέρτες, δέκα χρόνια ψυχές να ζεσταίνεσαι σαν τους Μίκυ Μάους στα χιόνια της Στ. Λόζου κι αυτοί εκεί πάνω λένε πως "ήρθε η σωτηρία"; Σωτηρία για ποιον ρε;; Για αυτούς που έκαναν το γήπεδο τραπεζικό λογαριασμό και μας έβγαλαν στήν ουρά σα να είμαστε οι τελευταίοι που πρέπει να πληρώσουμε την πτώχευση;
Ακούστε μια αλήθεια: η φλόγα δεν άλλαξε τροπή — αυτή σβήστηκε όταν αυτοί αποφάσισαν πως η ομάδα είναι μια συμφωνία ενοικίου κι όχι ένα τραγούδι που τραγουδάς στην κρύα νύχτα σαν τους ψάλτες της οδύνης. Αυτοί πλήρωναν ενοίκια σα να είχανε μπει σ' ένα καζίνο στην Πορτογαλία — στοιχημάτιζαν πάνω στο όνομα ενώ η μπάλα γινόταν πάγος και οι φίλοι στέκονταν σα βάρβαροι στον παράδεισο των ιδιοκτητών. Κι εμείς; Εμείς βρήκαμε τρόπο να ζήσουμε δίχως αυτούς επειδή η ομάδα υπήρξε πάντα μέσα στις κουβέρτες μας, όχι μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Τι άλλο θέλανε αυτοί;; Να βγάλουνε την ομάδα σαν κάτι το οποίο αγοράζεις online σα μια εφαρμογή Spotify; Να βάλουνε το γκολ σαν Like κάτω από ένα ποστ; Αυτός ο κόσμος, παιδιά, δεν τρέχει έτσι. Η Κηφισιά δεν ήταν ποτέ μα ποτέ μια εταιρεία — ήτανε η φωνή που βγαίνει όταν πέφτεις στα χιόνια και κάποιος σου φέρνει κουβέρτα χωρίς να σου ζητήσει υπογραφή. Αυτοί εκεί πάνω έκαναν οικονομικό γκολ στή θέση της ομάδας κι εμείς ακόμα τραγουδάμε σαν ηλίθιοι στη μνήμη ενός αγώνα που γράφτηκε στο χιόνι σαν ιστορία που κανείς δε διαβάζει πια.
Κι τώρα αυτοί λένε πως η φλόγα άλλαξε τρόπο; Την άλλαξαν αυτοί όταν έκαναν το γήπεδο Αποθήκη Αθλητικού Εξοπλισμού και εμείς ψάχνουμε τη σημαία κάτω από τις κερκίδες σα να ψάχνουμε την τελευταία κουταλιά γάλα μετά από σεισμό. Πού είναι η ομάδα όταν η μπάλα είναι ένας αριθμός στους υπολογιστές των δικαστηρίων κι εμείς έχουμε μείνει μόνοι μας με τις κουβέρτες που δεν υπάρχουν πια;
Αυτή είναι η αλήθεια: η ομάδα ήταν πάντα δική μας. Οι ιδιοκτήτες έρχονται κι去, κάνουν τις επιχειρήσεις τους σα τζογαδόροι σε φαστφουντάδικο, κι εμείς συνεχίζουμε σα να μην έχει αλλάξει τίποτα. Γιατί; Γιατί η ομάδα υπήρξε όταν εμείς βγάζαμε τις κουβέρτες από το κρεβάτι μας στις δεκαπέντε κάτω από零度 — όχι όταν αυτοί έκαναν οικονομικό γκολ σαν τσίρκο της Πορτογαλίας.
Άντε πια αφήστε τους αριθμούς στους δικηγόρους. Εμείς εδώ ξέρουμε μία πραγματικότητα: η Κηφισιά υπήρξε όταν τραγουδούσαμε με κουβέρτες σαν στρατιωτικό εμβατήριο — όχι όταν έκαναν το γήπεδο στέγη έκτακτης ανάγκης για χρέη. Την φλόγα την άλλαξαν αυτοί — εμείς απλά είχαμε το θράσος να συνεχίσουμε σα να μην είχε περάσει τίποτα. 🔥
Ήρθα να μαλώσω, όχι να συμφωνήσω.
ρε παιδιά ρε τι λέτε τώρα;; δεκαπέντε χρόνια χιόνια, δεκαπέντε χρόνια ψυχές σαν τον ντουνιά πού βγάζαμε τις κουβέρτες από το κρεβάτι στήν κρύα Στ Λόζου κι αυτοί εκεί πάνω μιλάνε για ΣΩΤΗΡΙΑ;; τι σωτηρία ρε;;;
σα πιάσανε το γήπεδο σαν τραπεζικό λογαριασμό καί μας ετοιμάζανε νά στεκόμαστε στήν ουρά σα τελευταίοι του δημόσιου συστήματος;;;
εγώ εκείνον τον αγώνα στη μνήμη μου εχω σα φωτογραφία τυπωμένη: δεκαπέντε κάτω από零度, κουβέρτες σαν πανό πάνω στους ώμους, μια σημαία σφιγμένη σα να ήτανε ο μόνος κανόνας — κι αυτοί εκεί πάνω έκαναν meetings σα νάνοι σκάκι στο ουφ!
πού είναι η ομάδα εκεί;; πού είναι η μπάλα που χόρευε ανάμεσα στους δρόμους των δικαστηρίων;; αυτοί έκαναν οικονομικό γκολ στή θέση της ομάδας κι εμείς χορεύαμε στήν ίδια τσέπη πού μας έκλεινε ολοένα περισσότερο!!
και τώρα αυτοί εκεί λένε πως άλλαξε η φλόγα;; όχι βρε!!! η φλόγα δεν άλλαξε τροπή — αυτή σβήστηκε όταν αποφάσισαν πως η ομάδα είναι κάτι πού πληρώνεις σαν το νερό της βρύσης κι όχι κάτι πού ζει σα οικογένεια!!
εγώ εκείνον τον αγώνα τον ΘΥΜΑΜΑΙ ακόμα — όχι επειδή υπήρχε γήπεδο, όχι επειδή υπήρχε συμβόλαιο, αλλά επειδή εκείνη την ημέρα η Κηφισιά ήτανε παντού: στις κουβέρτες, στους ψιθύρους των φίλων, στην μπάλα πού πάγωνε σ' δεκαπέντε λεπτά!!
κι αυτοί εκεί πάνω πουλάνε ψεύτικη σωτηρία;; αφήστε τους εκεί νά κάνουν τις συναλλαγές τους σα τζίφιδες στήν αγορά — εμείς εδώ γνωρίζουμε μία αλήθεια: η ομάδα υπήρξε όταν τραγουδούσαμε με κουβέρτες σαν στρατιωτικό εμβατήριο!!
τέλος πάντων... 🔥
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
Πήγα την Κυριακή στη Στ. Λόζου να δω εκείνο το περίεργο πράγμα στην κορυφή της σημαίας — αυτή την αυτοσχέδια σημαία που κρέμεται σα συρματόπλεγμα ανάμεσα στους τοίχους της «αποθήκης». Την κοίταξα επί δέκα λεπτά σκεφτικός πως ίσως εκεί είναι κρυμμένη η ψυχή της ομάδας, όχι μέσα στις φάκελοι των δικαστηρίων. Αυτήν την ψυχή που τραβούσαμε πάνω στους ώμους σα πανό όταν έπεφτε χιόνι τόσο πυκνό που δεν διακρινότανε καν το γκολ. Κι όμως εδώ τη βλέπω ακόμη — όχι επειδή υπάρχει γήπεδο, όχι επειδή υπάρχει συμβόλαιο, αλλά επειδή κάποιοι δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη φλόγα τους κάτω από τις κουβέρτες όταν όλα φαινότανε σβησμένα.
Το έχουμε ξαναπεί αλλιώς οι προηγούμενοι, αλλιώς εγώ, αλλιώς ο καθένας εδώ μέσα: η Κηφισιά δεν ήταν ποτέ ένα έγγραφο, ένα συμβόλαιο, ένα ενοίκιο. Ήτανε η οικογένεια που συγκατοικούσε στους δρόμους της Στ. Λόζου όσο κάποιοι έκαναν οικονομικό γκολ αγοράζοντας μια πιστωτική κάρτα για το όνομα του συλλόγου. Αυτοί εκεί πάνω ξέχασαν έναν κανόνα βασικό σα αυτήν την χώρα: όταν η ομάδα γίνεται περιουσιακό στοιχείο αντί συμμετοχής, τότε ο φακός μετακυλίζεται από το γήπεδο στους δικηγόρους. Κι εμείς; Μας είπαν πως η σωτηρία ήρθε — σωτηρία για ποιον όμως; Για εκείνους που αποφάσισαν πως η μπάλα είναι νόμισμα και όχι παιχνίδι;
Ακούστε όμως τι έχει σημασία εδώ: πριν δεκαπέντε χρόνια βγάζαμε κουβέρτες από τα κρεβάτια όχι επειδή ήθελαν να ζεσταθούν οι ίδιοι — επειδή έπρεπε να στήσουμε τσαντίρια σαν αμυντικούς πύργους γύρω από την ίδια την ύπαρξη της ομάδας. Σήμερα, αυτοί εκεί πάνω βρήκαν τρόπο να πληρώνουν ενοίκια σα κλειστοί λογαριασμοί ενώ εμείς ψάχνουμε τη σημαία κάτω από τις κερκίδες σα να ψάχναμε το τελευταίο κουτί γάλα μετά από σεισμό. Την ίδια εκείνη σημαία που κρατούσαμε σαν ιερό όταν έκανε -15°C και η μπάλα πάγωνε στις πρώτες δεκαπέντε λεπτά. Εκείνη την εποχή είμαστε οικογένεια, τώρα είμαστε αριθμός στους υπολογιστές των δικαστηρίων.
Μα εδώ κρύβεται το παράδοξο: αυτούς δεν τους νοιάζει η φλόγα μας, επειδή έκαναν οικονομικό γκολ εκεί όπου έπρεπε να υπάρχει τραγούδι. Κι όμως εμείς συνεχίζουμε σα να μην έχει αλλάξει τίποτα — επειδή η ομάδα υπήρξε όταν τραγουδούσαμε υπό αυτές τις κουβέρτες σα στρατιωτικό εμβατήριο, όχι όταν έκαναν το γήπεδο στέγη έκτακτης ανάγκης για χρέη. Αυτό είναι το κλειδί: η φλόγα δεν άλλαξε τροπή. Αυτή κάηκε σιγά σιγά όσο αυτοί έπαιζαν σκάκι σ' ένα γήπεδο που έγινε κατάστημα ενοικίασης ηθών. Εμείς απλά είχαμε το θράσος να συνεχίσουμε σα να μην είχε περάσει τίποτα — επειδή η ομάδα ήταν πάντα μέσα στις κουβέρτες μας, όχι μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Κι όταν αυτοί λένε πως η ομάδα συνεχίζει; Συνεχίζει πού;; Στην τελική κατάταξη των εκατομμυρίων; Στους λόγους των δικηγόρων; Εμείς εδώ ξέρουμε μία πραγματικότητα: η Κηφισιά υπήρξε όταν η μπάλα χόρευε ανάμεσα στους δρόμους της απομόνωσης, όχι όταν έγινε νόμισμα στις συναλλαγές των ιδιοκτητών. Αυτήν την πραγματικότητα δεν την άλλαξαν τα ενοίκια, τα συμβόλαια, οι δικαστικοί φάκελοι. Την άλλαξαν εκείνοι όταν αποφάσισαν πως το γήπεδο πρέπει να γίνει αποθήκη αθλητικού εξοπλισμού αντί χώρος συλλογικότητας.
Κι όμως εμείς ακόμη τραγουδάμε — όχι επειδή υπάρχει γήπεδο, όχι επειδή υπάρχει σύλλογος στα χαρτιά, αλλά επειδή κάποιοι δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ομάδα όταν αυτή ήτανε σβησμένη από τους οικονομικούς υπολογισμούς. Αυτή είναι η αλήθεια: η ομάδα ήταν πάντα δική μας, όχι δική τους. Οι ιδιοκτήτες έρχονται κι gehen, κάνουν τις επιχειρήσεις τους σα τζίφιδες σε πανηγύρι, κι εμείς συνεχίζουμε σα να μην έχει αλλάξει τίποτα — επειδή εκείνο το βράδυ στο χιόνι η Κηφισιά έγινε κάτι μεγαλύτερο από ποδοσφαιρικός σύλλογος: έγινε μια ανάσα ανάμεσα στους φίλους όταν όλες οι άλλες είχανε χαθεί στις φάκελοι.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.